-->

Τρίτη, 1 Ιουνίου 2010

Εξορυκτική δραστηριότητα και Προστατευόμενες περιοχές

[του Πέτρου Τζεφέρη] [by tzeferis Petros]

To ζήτημα της περιβαλλοντικής αδειοδότησης εξορυκτικών επιχειρήσεων κοντά ή μέσα στο δίκτυο των προστατευόμενων περιοχών, είναι ακανθώδες και επιρρεπές στην δημιουργία παρερμηνειών κι εντυπώσεων αρνητικού κυρίως χαρακτήρα, εντούτοις είναι εξαιρετικά σημαντικό για την εικόνα του κλάδου αλλά σε πολλές περιπτώσεις και για την ίδια την επιβίωσή του.

Η ένταξη ενός τόπου σε προστατευόμενο δίκτυο δεν συνεπάγεται αυτόματα και αποκλεισμό των οικονομικών δραστηριοτήτων από τον εν λόγω τόπο. Η συμβατότητα των διαφόρων δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των εξορυκτικών, πρέπει να αξιολογηθεί υπό το πρίσμα των αξιών και των στόχων διατήρησης του τόπου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 6 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και της ΚΥΑ 33318/3028/11-12-98, όπως ισχύει.

Νομοθεσία για την προστασία φυσικών οικοτόπων (ενδιαιτημάτων) καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας

Συγκεκριμένα, κάθε σχέδιο ή έργο, το οποίο είναι δυνατόν να επηρεάζει σημαντικά τον εν λόγω τόπο, καθεαυτό ή από κοινού με άλλα σχέδια ή έργα, πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο κατάλληλης αξιολόγησης και μπορεί να εγκριθεί μόνον εφόσον δεν παραβλάπτει την ακεραιότητα του τόπου. Οι αρμόδιες ελληνικές αρχές είναι υπεύθυνες να διασφαλίσουν τα ανωτέρω. Συμπερασματικά, οι στόχοι της Διοίκησης, αλλά και των εξειδικευμένων φορέων διαχείρισης θα πρέπει να προσεγγίζουν το κρίσιμο θέμα της «διατηρησιμότητας» («sustainability”) της εθνικών οικολογικών αξιών στοχεύοντας στην ουσία του προβλήματος που δεν είναι η a priori απαγόρευση αλλά η ορθολογική κι ευέλικτη διαχείριση των ζωνών προστασίας προς όφελος των ενδιαιτημάτων, του φυσικού και του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος σε διαγενεακή κλίμακα.

Η βιοποικιλότητα και η αειφορική εξέλιξή της αποτελεί ανανεώσιμο φυσικό πόρο επιβίωσης και γι’ αυτό είναι «εξ αδιαιρέτου» αγαθό και πολύτιμη παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές. Τα υγιή οικοσυστήματα μπορούν να αντεπεξέρχονται καλύτερα στις αλλαγές του περιβάλλοντος, και αποτελούν την μεγάλη μας ελπίδα απέναντι στις επερχόμενες κλιματικές αλλαγές. Το ίδιο όμως συμβαίνει και με τις παραγωγικές δραστηριότητες, μεταξύ των οποίων και η εξορυκτική, οι οποίες είναι απολύτως απαραίτητες για την βιώσιμη ανάπτυξη, τη διατήρηση του κοινωνικού ιστού και την προοπτική του αξιοβίωτου βίου. Η συναινετική συνύπαρξη είναι ένα δύσκολο έργο που καλούμαστε να επιτελέσουμε ο καθένας από το εργασιακό του «μετερίζι».

Το διαχρονικό ερώτημα είναι «πότε θα ξεπεράσουμε το στάδιο της αδιαφορίας και της ανεπάρκειας, ώστε να καταφέρουμε κάποτε να διαφυλάξουμε επί της ουσίας την πολύτιμη φυσική μας κληρονομιά χωρίς να σταματήσουμε την οικονομική ανάπτυξη;». Μιλάμε για το δυσκολότερο ενδεχομένως εγχείρημα, την δυσκολότερη πρόκληση του σύγχρονου ανθρώπου. Ένα εγχείρημα που απαιτεί όλες μας τις δυνάμεις: Επιστήμη, τεχνολογία, πολιτική, παιδεία, δικαιοσύνη, φαντασία, ήθος. Και κυρίως αποδέσμευση από κάθε είδους δογματισμό, είτε «οικολογικό» είτε «αναπτυξιακό». Γιατί ο δογματισμός, προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, δεν συνάδει με την προσδοκώμενη βιώσιμη ανάπτυξη, ειδικά στην παρούσα περίοδο διαρκούς οικονομικής διολίσθησης που βιώνει η χώρας μας, ελλείψει επενδυτικών κεφαλαίων. Που όμως εμείς με την παντοειδή μας σύγχυση μέσα από τα πρότυπα επικοινωνίας, τα ΜΜΕ και τις τηλεοπτικές Κασσάνδρες που θέλουν τα πάντα στο «άσπρο» ή το «μαύρο» κλπ. αλλά και την καταναλωτική μας μανία, δεν δείχνουμε ότι καταλαβαίνουμε πόσο επείγον είναι το θέμα.

Θα πρέπει να ποσοτικοποιήσουμε με αξιοπιστία τα ολιστικά κόστη και ωφέλη της κάθε δραστηριότητας, ώστε να γνωρίζουμε πότε τα κόστη «υπερακοντίζουν προδήλως» τα οφέλη, για να χρησιμοποιήσουμε την πάγια έκφραση της νομολογίας του ΣτΕ. Κι ακόμη να μπορούμε να προσδιορίσουμε με σαφήνεια σε πιο βαθμό η αβεβαιότητα περί του κινδύνου δικαιολογεί την ακύρωση της αναπτυξιακής δραστηριότητας, διαφορετικά θα ζούμε διαρκώς στη «διελκυστίνδα», είτε υπό το φάσμα του «φόβου της προόδου» ή υπό το φάσμα του «αειφόρου τίποτε».