-->

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2011

H περιβαλλοντική αδειοδότηση των εξορυκτικών δραστηριοτήτων


Aρθρο Π. Τζεφέρη; Περιβαλλοντική Αδειοδότηση, η περίπτωση της Εξορυκτικής Δραστηριότητας

Η εξορυκτική είναι κατεξοχήν παρεμβατική δραστηριότητα προς το περιβάλλον, ταυτόχρονα όμως υπάρχουν βιομηχανικά ορυκτά και πετρώματα που χρησιμοποιούνται στην υπηρεσία της προστασίας του περιβάλλοντος («πράσινα» ορυκτά). Ο κλάδος έχει ορατό περιβαλλοντικό αποτύπωμα μέσα στο φυσικό περιβάλλον, ειδικότερα στην περίπτωση των υπαίθριων εκμεταλλεύσεων (open pit), εντούτοις η αναμενόμενη «βλάβη» είναι υπό προϋποθέσεις περιορισμένη, προσωρινή κι αναστρέψιμη. Οι επιπτώσεις της εξόρυξης αφορούν κυρίως στο τοπίο, την βιοποικιλότητα, τον θόρυβο και άλλες οχλήσεις για τις τοπικές κοινότητες. Επίσης είναι δυνατή η αέρια ρύπανση (έκλυση σκόνης ή καυσαερίων) κατά τις διάφορες φάσεις των εξορυκτικών εργασιών καθώς και –σπανιότερα- η ρύπανση των επιφανειακών και υπογείων υδάτων, λόγω αλλαγής τη κοίτης χειμάρρων ή καταστροφής του υδροφόρου ορίζοντα.

Εντούτοις, το περιβαλλοντικό αποτύπωμα ενός εξορυκτικού έργου είναι δυνατόν να ελεγχθεί κι αυτό σχετίζεται με τον αποτελεσματικό σχεδιασμό, την ασφαλή λειτουργία, την διαχείριση των εξορυκτικών αποβλήτων και την περαιτέρω αποκατάστασή του. Τα ληπτέα μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος, συνήθως δεν στοχεύουν να εξαλείψουν τα «προβλήματα», αλλά να τα περιορίσουν σε ανεκτά επίπεδα. Οι μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων για την αποκατάσταση των θιγόμενων επιφανειών θα πρέπει να είναι ρεαλιστικές, και να συμπεριλαμβάνουν μέτρα για την αποκατάσταση του περιβάλλοντος και μετά τη λήξη των εκμεταλλεύσεων. Στην περίπτωση των υπογείων εργασιών δεν υφίσταται τόσο το περιβαλλοντικό αποτύπωμα όσο ο κίνδυνος ενδεχόμενων κατολισθήσεων που είναι γνωστό, για τους παροικούντες την Ιερουσαλήμ, ότι μπορεί επίσης να ελεγχθεί. Επίσης η διαχείριση των εξορυκτικών αποβλήτων μπορεί να ελεγχθεί αν γίνεται με τρόπο ώστε α) να μην τίθεται σε κίνδυνο η ανθρώπινη υγεία β) να μην χρησιμοποιούνται μέθοδοι που μπορούν να βλάψουν το περιβάλλον, και ειδικότερα τα ύδατα, τον αέρα, το έδαφος , την πανίδα και τη χλωρίδα και γ) να μην προκαλείται όχληση από θόρυβο ή οσμές ούτε να επηρεάζεται αρνητικά το τοπίο και οι τοποθεσίες ιδιαίτερου ενδιαφέροντος (ΚΥΑ 39624/2209/Ε103/2009 (ΦΕΚ 2076B/25.9.2009), ενσωμάτωση οδηγίας 2006/21/EU,για τα απόβλητα εξορυκτικής βιομηχανίας). Τέλος, τα θέματα διασυνοριακής ρύπανσης έχουν μπει σε μια ορθολογική διαχειριστική βάση με μια σειρά από Διεθνείς Περιβαλλοντικές Συμβάσεις Διασυνοριακού Χαρακτήρα (πχ.Διεθνής Σύμβαση Εspoo, Φιλανδία 25/2/1994)  οι περισσότερες των οποίων έχουν κυρωθεί από τη Χώρα μας.

Ένας περαιτέρω αντίκτυπος των δραστηριοτήτων εξόρυξης είναι στην τοπική οικολογία και ειδικότερα στη βιοποικιλότητα. Πολλά λατομεία σε όλο τον κόσμο βρίσκονται μέσα ή συνορεύουν με προστατευμένες περιοχές υψηλής βιοποικιλότητας, πχ. λατομείο ποζολάνης στην Ξυλοκερατιά της Μήλου, όπου  αναγνωρίζονται δύο απειλούμενα είδη: το φίδι “vipera schweizeri” και η φώκια “monachus monachus”.

To ζήτημα της περιβαλλοντικής αδειοδότησης εξορυκτικών επιχειρήσεων κοντά ή μέσα στο δίκτυο των προστατευόμενων περιοχών, είναι ακανθώδες και επιρρεπές στην δημιουργία παρερμηνειών κι εντυπώσεων αρνητικού κυρίως χαρακτήρα, ακριβώς λόγω της απαίτησης για συνύπαρξη, έμπρακτη συναίνεση κι αποδέσμευση όλων των εμπλεκομένων από κάθε είδους δογματισμό, είτε «οικολογικό» είτε «αναπτυξιακό».
Το θέμα αυτό διαπραγματεύεται το ανωτέρω άρθρο.

[του Τζεφέρη Πέτρου] [by Tzeferis Peter]