-->

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2011

Η βιώσιμη ανάπτυξη, οι ανανεώσιμοι και οι μη ανανεώσιμοι φυσικοί πόροι

Η "αειφόρος" ανάπτυξη ορίστηκε από την έκθεση Brundtland της Παγκόσμιας Επιτροπής για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη (Ηνωμένα Έθνη, 1987, σ. 43) ως:

«Η ανάπτυξη που πληροί τις ανάγκες του παρόντος χωρίς να διακυβεύεται η ικανότητα των μελλοντικών γενεών να ικανοποιήσουν τις δικές τους ανάγκες.»

Όμως, η πρακτική υλοποίηση της ιδέας αυτής εξαρτάται από τη χρονική κλίμακα στην οποία εφαρμόζεται. Σε ακραίες θεωρήσεις ο χρόνος δεν λαμβάνεται υπόψη, και έτσι καταλήγουν όλες απαρέγκλιτα στο «οξύμωρο» και «ανύπαρκτο» της βιωσιμότητας των μη ανανεώσιμων φυσικών πόρων αφού είναι βέβαιο ότι όλοι οι πόροι σε τούτον τον πλανήτη (εκτός από το ηλιακό φως) είναι πεπερασμένοι, και συνεπώς, μπορεί «κάποτε» θεωρητικά να εξαντληθούν, στερώντας έτσι την πρόσβαση σε μελλοντικές γενιές (Richards, 2006).

Στην πράξη, ωστόσο, αυτό δεν ισχύει, διότι δεν είναι πλέον μη ανανεώσιμοι πόροι τα μέταλλα και τα ορυκτά, με εξαίρεση τα ορυκτά καύσιμα που καταστρέφονται από τη χρήση τους, διότι με την αποτελεσματική ανακύκληση και την αποτελεσματική χρήση, ακόμα και τα υλικά αυτά μπορούν να «ανανεώνονται». Θεωρούνται «μη ανανεώσιμοι» μόνο κατά την έννοια ότι η φυσική διαμόρφωση νέων οικονομικών αποθεμάτων αυτών των υλικών γίνεται σε χρονική κλίμακα που υπερβαίνει κατά πολύ την ανθρώπινη εμπειρία (π.χ., δεκάδες χιλιάδες έως εκατομμύρια χρόνια). Εφεξής θα ονομάζουμε τους πόρους αυτούς «μη» ανανεώσιμους.

Επιπλέον, για τα περισσότερα «μη» ανανεώσιμα υλικά, ιστορικά η παραγωγή έχει συμβαδίσει με την κατανάλωση κατά τον τελευταίο αιώνα, ενώ ανακαλύπτονται συνεχώς νέοι πόροι και οι νέες τεχνολογίες αυξάνουν την αποδοτικότητα της εξόρυξης, επεξεργασίας και χρήσης τους. Ως εκ τούτου, βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, οι μελλοντικές γενιές δεν θα είναι σε μειονεκτική θέση από την τρέχουσα πρακτική μας διαχείρισης των πόρων αυτών, κι αυτό εξασφαλίζει σε  μεγάλο βαθμό τη διαγενεακή αλληλεγγύη.

Πιο μακροπρόθεσμα, ωστόσο, θα είναι πιο δύσκολο να βρεθούν οι εύκολα εκμεταλλεύσιμοι πόροι (κοντά στην επιφάνεια, υψηλής ποιότητας). Αυτό θα προκαλέσει αύξηση των τιμών των μετάλλων, η οποία με τη σειρά της θα σημαίνει ότι τα χαμηλότερης ποιότητας και δυσκολότερο να εκμεταλλευθούν αποθέματα (πιο βαθιά, λιγότερο προσιτά, δυσκατέργαστα) θα γίνουν οικονομικά. Η υποκατάστασή τους από άλλα φθηνότερα υλικά μπορεί επίσης να εμφανιστεί, και η ανακύκληση θα αυξάνεται καθώς η αξία του σκραπ θα ανεβαίνει με τη σειρά της σαν ντόμινο.

Αντίθετα, πολλοί από τους «ανανεώσιμους» πόρους αντιμετωπίζουν το μεγαλύτερο κίνδυνο εξάντλησης, και στην περίπτωση των βιολογικών πόρων (φυτά, ζώα), δυνητική εξαφάνιση.Η εξάντληση των ανανεώσιμων πόρων, όπως η αποψίλωση των δασών, η υπεραλίευση, η υποβάθμιση του εδάφους και η υποβάθμιση των ποταμών και των υπόγειων υδάτων, μπορεί να προκαλέσει μακροπρόθεσμες βλάβες στα οικοσυστήματα πολύ μεγαλύτερες από εκείνη που προκαλείται από την εξόρυξη και χρήση των «μη» ανανεώσιμων πόρων, με την εξαίρεση των αλλαγών στην ατμόσφαιρα της Γης που προκαλούνται από την καύση των ορυκτών καυσίμων.

Τα ορυκτά καύσιμα αποτελούν εξαίρεση από το πρακτικά μη εξαντλητό των «μη» ανανεώσιμων πόρων, επειδή καταστρέφονται από τη χρήση τους. Ο φυσικός εκ νέου σχηματισμός του άνθρακα, πετρέλαιου και φυσικού αέριου από το CO2 που απελευθερώνεται στην ατμόσφαιρα από την καύση ορυκτών καυσίμων παρουσιάζεται σε χρονικές κλίμακες εκατομμυρίων έως εκατοντάδων εκατομμύριων ετών, και έτσι είναι ουσιαστικά ανύπαρκτος από μια ανθρώπινη προοπτική. Αν και εξακολουθούν να ανακαλύπτονται νέα κοιτάσματα υδρογονανθράκων και ο άνθρακας είναι ακόμα σε αφθονία, η κατανάλωση των ορυκτών καυσίμων αυξάνεται εκθετικά, καθώς οι μεγάλες αναδυόμενες οικονομίες επεκτείνουν τις βιομηχανίες τους και κινητοποιούν τους πληθυσμούς τους.

Έτσι, αν και δεν συνέβη το 1992 η κρίση πετρελαίου ("peak oil"), όπως πρόβλεψε η Λέσχη της Ρώμης το 1972 (Meadows et al., 1972), τα εύκολα να εξορυχθούν, προσιτά αποθέματα «συμβατικών καυσίμων» πετρελαίου και φυσικού αερίου έχουν από καιρό εξαντληθεί, με σκοπό τη διατήρηση της προσφοράς για νέα κοιτάσματα αυτών πρέπει να ερευνήσουμε σε λιγότερο σταθερές περιοχές του κόσμου, ή σε βαθύτερα υπεράκτια ύδατα, ή σε χαμηλότερης ποιότητας αποθέματα (όπως η ασφαλτούχος άμμος) ή και σε προηγουμένως προστατευμένο περιβάλλον (!). Και όλα αυτά γίνονται τραγικά αν ληφθεί υπόψη και η επίδραση στην ατμόσφαιρα από την καύση των ορυκτών καυσίμων.

Συμπερασματικά, η εξόρυξη και χρήση των «μη» ανανεώσιμων ορυκτών πόρων (εκτός από τα ορυκτά καύσιμα), φαίνεται να είναι περισσότερο βιώσιμη, βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα από την άποψη του όχι και τόσο τραγικού ισοζυγίου προσφοράς-ζήτησης και της καλής ικανότητας που έχουμε αναπτύξει για ανακύκληση-αποδοτική χρήση- υποκατάσταση, αλλά τι γίνεται με τις περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις της εξόρυξης;

[Ι. Ζαφειράτος,Μηχανικός Μεταλλείων, Δρ. ΕΜΠ]