-->

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2011

Οι περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις της μεταλλευτικής βιομηχανίας

Η μεταλλευτική βιομηχανία έχει αντιμετωπίσει διεθνώς ισχυρές προκλήσεις για τις περιβαλλοντικές επιδόσεις της, από τις πρώτες μέρες της δεκαετίας του 1960, και έχει ήδη σε μεγάλο βαθμό αντιδράσει βελτιώνοντας σημαντικά τις δραστηριότητές της.

Η σύγχρονη μεταλλεία, ειδικά εκείνη που διεξάγεται από τις μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες, πληροί αυστηρά εσωτερικά και εξωτερικά περιβαλλοντικά πρότυπα, και η μη συμμόρφωση οδηγεί σε βαριά πρόστιμα, μαζί με την άμεση κατακραυγή από τις παγκόσμια διασυνδεμένες σήμερα περιβαλλοντικές ΜΚΟ (οργανωμένος περιβαλλοντικός ακτιβισμός, παρατηρητήρια μεταλλευτικών δραστηριοτήτων κλπ).

Eκεί που η εξορυκτική βιομηχανία έχει αποδώσει λιγότερο μέχρι σήμερα είναι στις κοινωνικές επιπτώσεις της. Αυτές είναι πιο έντονα αισθητές, όταν η βιομηχανία λειτουργεί σε αναπτυσσόμενες χώρες, και ιδιαίτερα όπου αλληλεπιδρά με τις αυτόχθονες κοινότητες. Η έννοια «κατάρα των πόρων» έχει χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει τις αρνητικές κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες για τους πληθυσμούς των πλούσιων σε πόρους αναπτυσσόμενων χώρων, όπου τα έσοδα και οι ευκαιρίες από την εξόρυξη των πόρων δεν επενδύονται αποτελεσματικά στην οικοδόμηση των θεσμών της χώρας και των υποδομών της (Sachs και Warner, 1995 ).

Στα χειρότερα σενάρια, τα έσοδα αυτά ή καταχρώνται από διεφθαρμένους αξιωματούχους της κυβέρνησης ή χρησιμοποιούνται για τη διεξαγωγή εμφυλίων πολέμων (οι ίδιοι οι πόλεμοι συνήθως προκαλούνται από την άνιση κατανομή των εσόδων από ορυκτούς πόρους, μεταξύ των κοινωνικών ομάδων).

Ενώ δεν μπορεί να ελπίζει κανείς ότι η βιομηχανία εξόρυξης, στο επίπεδο ενός μεμονωμένου μεταλλείου, θα επηρεάσει την πολιτική ή την οικονομία ενός κυρίαρχου έθνους, το μεταλλείο έχει όμως πλήρη την ευθύνη για τον τρόπο που αλληλεπιδρά με τις τοπικές κοινότητες που επηρεάζονται από τις εργασίες του.

Μόνο πριν από μερικές δεκαετίες, οι κάτοικοι, και ιδιαίτερα οι αυτόχθονες που δεν είχαν σαφή τίτλο γης, χρειάζονταν συνοπτικές διαδικασίες για να απομακρυνθούν από την περιοχή τους και να αφήσουν το χώρο ελεύθερο για τις εξορυκτικές δραστηριότητες.

Σήμερα, η βιομηχανία είναι πολύ πιο προσεκτική στον τρόπο που αντιμετωπίζει τους κατοίκους, αλλά και η χρηματική αποζημίωση ακόμη πολύ συχνά θεωρείται ως απλοϊκή λύση. Η χρηματική αποζημίωση (για την απώλεια γης ή εισοδήματος, κλπ) είναι πράγματι μέρος της λύσης, αλλά αυτό συνήθως δεν οδηγεί σε βιώσιμη ανάπτυξη, ή ακόμη και σε οιαδήποτε ανάπτυξη στην Κοινότητα.

Πιο συχνά οδηγεί, και πάλι, σε συγκρούσεις μεταξύ των νέων πλούσιων και της πλειοψηφίας που παραμένει στη φτώχεια. Επιπλέον, η χρηματική αποζημίωση είναι συνήθως παροδική, αφήνοντας όλους σε σαφώς χειρότερη θέση από ό, τι πριν (τώρα χωρίς γη και χρήμα). Αυτό δεν αποτελεί βιώσιμη ανάπτυξη.

Πιο αποτελεσματικά πακέτα αποζημίωσης, τα οποία αποβλέπουν στη δημιουργία βιώσιμων κοινοτήτων που θα μπορούν να ευημερήσουν πέρα ​​από την πεπερασμένη διάρκεια ζωής ενός μεταλλείου, επιδιώκουν την αύξηση των τοπικών ικανοτήτων μέσω κατάρτισης, επενδύσεων στην εκπαίδευση και στην υγειονομική περίθαλψη, και είναι επικεντρωμένα στα κοινοτικά έργα υποδομής.

Λόγω της φύσης της σύγχρονης εξορυκτικής δραστηριότητας, που χαρακτηρίζεται από ένταση τεχνολογίας, είναι διαθέσιμες περιορισμένες άμεσες ευκαιρίες απασχόλησης, ιδιαίτερα για τους ανειδίκευτους εργάτες. Ωστόσο, οι έμμεσες ευκαιρίες είναι πολλαπλάσιες από υπηρεσίες που ανατίθενται σε τοπικό επίπεδο, από την κατάρτιση που παρέχεται σε επιχειρήσεις και επενδύσεις και από τη χρηματοδότηση και δάνεια προς μικρές επιχειρήσεις. Οι εξορυκτικές εταιρείες μπορούν να υποστηρίξουν την ανάπτυξη νέων επιχειρηματικών ευκαιριών εντός της κοινότητας. Το πιο σημαντικό ίσως είναι ότι οι εξορυκτικές επιχειρήσεις μπορούν να βοηθήσουν στην οικοδόμηση θεσμικής ικανότητας εντός της Κοινότητας, ιδίως όσον αφορά στη διακυβέρνησή της.

Η ποιότητα των επενδυτικών αποφάσεων και σχεδιασμού στο πλαίσιο μιας κοινότητας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη γνώση και τη διορατικότητα των ηγετών της κοινότητας. Ωστόσο, οι εταιρείες πρέπει να προφυλαχθούν οι ίδιες από τον κίνδυνο να γίνουν de facto κυβέρνηση, ή από την εύνοια πολιτικής πλευράς μέσα στις κοινότητες.

Ο κίνδυνος αυτός είναι μεγαλύτερος όταν υπάρχει ένα κενό διακυβέρνησης σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, και οι επιχειρήσεις ίσως να παρέχουν βασικές υπηρεσίες διοίκησης για τις κοινότητες, τις οποίες οι κυβερνήσεις κανονικά προβλέπεται να παρέχουν. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια παράνομη μορφή μη εκλεγμένων ηγετών, πατριαρχική κυβέρνηση από την εταιρεία (κηδεμονία), η οποία είναι καταδικασμένη να αποτύχει, όταν η εταιρεία φύγει μετά το κλείσιμο των μεταλλείων. Και πάλι, αυτό δεν αποτελεί βιώσιμη ανάπτυξη, και δεν δημιουργεί «βιώσιμες κοινότητες».

Εν ολίγοις, η εκμετάλλευση των ανανεώσιμων και των μη ανανεώσιμων πόρων μπορεί πρακτικά να συμβάλει στην ευρύτερη ατζέντα της βιώσιμης ανάπτυξης, αλλά σε μια ακραία και αποσπασματική θεώρηση ούτε και αυτή η ίδια η δραστηριότητα από μόνη της δεν φαίνεται πραγματικά βιώσιμη.

Η βιωσιμότητα προκύπτει από τη μετατροπή του πλούτου που παράγεται από αυτές τις οικονομικές δραστηριότητες σε άλλες μορφές ανθρώπινου και φυσικού κεφαλαίου που υπερβαίνουν τις στενά εννοούμενες εξορυκτικές βιομηχανίες, όπως η αποκατάσταση και προστασία ευρύτερου περιβάλλοντος, η υγειονομική περίθαλψη, η εκπαίδευση και η δημιουργία σταθερών θεσμικών δομών.

Η προστασία από τις υπερβολικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις ή από την άδικη και άνιση μεταχείριση των κοινοτήτων από τις εξορυκτικές βιομηχανίες δεν είναι καν στο πλαίσιο της αειφόρου ανάπτυξης, είναι βασική και πρωταρχική ηθική επιταγή και περιγράφεται καλύτερα ως «εταιρική κοινωνική ευθύνη».

Κείμενο βασισμένο σε:
Richards J.P., 2008 “Sustainable development, renewable, and non-renewable resources”

Richards, J.P., 2006, “Precious” metals: The case for treating metals as irreplaceable: Journal of Cleaner Production, v. 14, p. 324–333.

Sachs, J.D., and Warner, A., 1995, Natural resource abundance and economic growth: (December 1995). Cambridge, MA, National Bureau of Economic Research, Working Paper W5398, 54 p

United Nations, 1987, Our common future, Report of the World Commission on Environment and Development ( the Brundtland Commission): Oxford, Oxford University Press, 383 p.

Meadows, D.H., Meadows, D.L., Randers, J., and Behrens, W.W., 1972, The limits to growth: a report for the Club of Rome’s project on the predicament of mankind: Universe Books, New York, 205 p.