-->

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2018

Επιστροφή στην εποχή του χαλκού για την Ελλάδα (ΙΙ)

Η συνολική μικτή αξία του μεταλλικού περιεχομένου των κοιτασμάτων που παραμένουν ανεκμετάλλευτα στην Β. Ελλάδα, προσεγγίζει τα 28 δις (Αρβανιτίδης και Παπαβασιλείου, 2011).
Η γεωλογική όμως αυτή κληρονομιά και η «εν δυνάμει» αναπτυξιακή παρακαταθήκη που προκύπτει, παραμένουν αναξιοποίητες αν δεν υπάρξουν συγκεκριμένες στρατηγικές επιλογές και σταθερή, αλλά και συνάμα προοδευτική προγραμματική πορεία, στη βάση συστηματικής κοιτασματολογικής έρευνας και αυξανόμενα διευρυμένης μεταλλευτικής παραγωγής. Σε μια γρήγορη αρχική προσέγγιση από την πλευρά μου θα έβλεπα 4 βασικές ενέργειες, πρακτικές και δράσεις:
  • Έρευνα για την αύξηση των αποθεμάτων ενεργών μεταλλείων ώστε να υπάρξει μεταλλευτική ή κοιτασματολογική επέκταση της παραγωγικής τους ζωής. 
  • Έρευνα στο περιβάλλον ενεργών μεταλλείων για περαιτέρω διεύρυνση του αποθεματικού δυναμικού σε μια προοπτική συνέχισης της παραγωγικής δραστηριότητας. 
  • Έρευνα ιστορικών ή γνωστών από το νεώτερο παρελθόν μεταλλευτικών περιοχών (αποκαλούνται ευρύτερα Brownfields σε διαφοροποίηση από τα Greenfields) π.χ. οι ΔΜΧ της χώρας στη βάση της επαναξιολόγησης τους που πραγματοποιήθηκε πριν ορισμένα χρόνια από αρμόδια επιτροπή του Υπουργείου, λαμβάνοντας υπόψη τις διεθνείς εξελίξεις και δεδομένα που καταγράφονται και ισχύουν σήμερα. 
  • Έρευνα σε περιοχές κοιτασματολογικού ενδιαφέροντος όπως έχουν προσδιοριστεί από τις μελέτες και τα έργα που κυρίως πραγματοποίησε το ΙΓΜΕ.
Πέρα και τις βάσιμες ενδείξεις ότι το περιβάλλον των γνωστών πολυμεταλλικών κοιτασμάτων των βωξιτών, των λατεριτών, του λευκολίθου, των διαφόρων λατομείων βιομηχανικών ορυκτών και μαρμάρων, αποτελεί σε κάθε περίπτωση βιώσιμη και «πλουτοπαραγωγική πηγή» ΟΠΥ, ικανή να αυξήσει σημαντικά τα σημερινά γνωστά αποθέματα, υπάρχουν στην περίπτωση των μεταλλικών ορυκτών δυνατότητες για συστηματικότερη έρευνα και σε άλλες περιοχές κοιτασματολογικού ενδιαφέροντος στην Β. Ελλάδα, όπως προκύπτει από προηγούμενες έρευνες του ΙΓΜΕ (Αρβανιτίδης, 2010 και 2011). Μεταξύ αυτών χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι:
  • η ζώνη λειμωνιτικών εμφανίσεων χρυσού στον ορεινό όγκο Αγκίστρου – Βροντούς – Μενοικίου, στις Σέρρες και Δράμα
  •  τα πορφυρικά συστήματα χαλκού- χρυσού της ευρύτερης περιοχής Ποντοκερασιάς – Γερακαριού – Βάθης – Μυλοχωρίου – Δροσάτου (Κιλκίς)
  • η δυναμική πολυμεταλλική παρουσία μικτής θειούχου μεταλλοφορίας στην ζώνη Φαρασινού-Συκιδίων στην Δράμα, αλλά και Πολυκάστρου στο Κιλκίς
  • οι νέοι στόχοι εντοπισμού επιθερμικού χρυσού σε μεταλλοφόρες δομές των περιοχών Κίρκης και Πεύκων στον Έβρο
Καινοτόμες τεχνολογίες κοιτασματολογικής έρευνας. Κοινός παρανομαστής και βασικές προϋποθέσεις στην υλοποίηση των 4 αυτών ερευνητικών παρεμβάσεων είναι.

1. Το γεγονός ότι η κοιτασματολογική έρευνα είναι σήμερα αποτελεσματικότερη και πιο αποδοτική στη βάση εφαρμογής έξυπνων μεθόδων και καινοτόμων τεχνολογιών. Την περίοδο αυτή με την συμμετοχή από πλευράς Ελλάδας, του Ελληνικού Χρυσού, αφού συγκεκριμένες πιλοτικές δοκιμές πραγματοποιούνται σχετικά στο κοίτασμα και το μετάλλευμα του μεταλλείου Μαύρων Πετρών στη Στρατονίκη και το Στρατώνι, ερευνητική ομάδα με εταίρους απο Σουηδία, Φινλανδία, Πολωνία, Τσεχία, Βουλγαρία, Κύπρο και άλλους υλοποιεί ευρωπαϊκό έργο X-Mine στο πλαίσιο και στη βάση του οποίου, με την δυαδική τεχνολογική χρήση αισθητήρων ακτίνων-Χ γίνονται αναλύσεις πυρήνων γεωτρήσεων και βελτιώνεται η διαδικασία εμπλουτισμού σε άμεση και σχεδόν πραγματική σχέση με τον παραγωγικό χρόνιο, με αποτέλεσμα την ασφαλέστερη εξορυκτική λειτουργία, καλύτερες συνθήκες εργασίας και αποτελεσματικότερη διαχείριση των μεταλλευτικών αποβλήτων (X-MINE Project-Real-Time Mineral X-Ray Analysis for Efficient and Sustainable Mining).

2. Ο στόχος της κοιτασματολογικής έρευνας να είναι o εντοπισμός κοιτασμάτων σε βαθύτερα τμήματα του υπεδάφους (>500 μέτρων), τόσο στις ενεργά μεταλλευτικές περιοχές, όσο και στις περιοχές κοιτασματολογικού ενδιαφέροντος. Υπάρχουν σήμερα για παράδειγμα γεωφυσικές μέθοδοι που τρυπάνε το γεωλογικό/κρυσταλλικό υπόβαθρο και μεταφέρουν στην επιφάνεια κοιτασματολογικές πληροφορίες από μεγάλα βάθη, όπως επίσης υπάρχουν ερμηνευτικά μοντέλλα που απεικονίζουν τρισδιάστατα την γεωμετρική παρουσία και εξέλιξη σε βάθος «χαρτογραφημένων» μεταλλλοφόρων σωμάτων.

3. Πρόσθετη διάσταση που πρέπει να λάβει υπόψη της η κοιτασματολογική έρευνα είναι το γεγονός ότι στη βάση καινοτόμων τεχνολογιών και νέων μεθόδων εμπλουτισμού και μεταλλουργίας που υπάρχουν σήμερα, ακόμη και χαμηλότερες μεταλλικές περιεκτικότητες μπορούν να χαρακτηριστούν κοιτασματολογικά εκμεταλλεύσιμες. Και βέβαια αυτό συνεπάγεται ότι ο στόχος πλέον δεν είναι τα 2-3 πλούσια μέταλλα, αλλά και τα συνοδά που ενδεχομένως συμπεριλαμβάνονται και τα οποία μπορεί μάλιστα να έχουν και μεγαλύτερη μεταλλευτική αξία. Ένα κοίτασμα νικελίου μπορεί για παράδειγμα να περιέχει εκμεταλλεύσιμες αν και σχετικά χαμηλές συγκεντρώσεις κοβαλτίου σε σχέση με την μεγάλη ζήτηση και τις υψηλές τιμές που παρουσιάζει σήμερα. Η ζήτηση για το κοβάλτιο προβλέπεται να αυξάνεται κατά 14,5% τον χρόνο μέχρι το 2027 ( Roskill: Cobalt Demand in Batteries Set to Grow at 14.5% py to 2027). Βρισκόμαστε λοιπόν σε περιόδους που η αυξανόμενη ζήτηση συμπίπτει χρονικά με κοιτάσματα χαμηλών περιεκτικοτήτων. Από πλούσια κοιτάσματα και σχετικά μικρού κόστους κοιτασματολογική έρευνα στα προηγούμενα χρόνια καλούμαστε σήμερα μέσα από σαφώς πιο ακριβή κοιτασματολογική έρευνα να δημιουργήσουμε προοπτική οικονομικότητας σε φτωχά κοιτάσματα. Όλη αυτή η εξέλιξη οδηγεί στην ανάγκη ανάπτυξης νέων τεχνολογιών και διεπιστημονικών μεθόδων κοιτασματολογικής έρευνας.

4.Στις βασικές επιδιώξεις της κοιτασματολογικής έρευνας πρέπει να περιλαμβάνεται ο διαδικαστικός έλεγχος και διαχείριση σε όλη την πορεία, στάδια και εξέλιξη της παραγωγικής αλυσίδας αξίας κάθε ΟΠΥ, με βασικό στόχο την μείωση έως και ολοκληρωτική απουσία μεταλλευτικών αποβλήτων μέσα από καινοτόμο εφαρμογή βέλτιστων πρακτικών εντοπισμού και εξόρυξης, αλλά φυσικά μέσα από την ανακλυκλωση και επαναξιοποίηση τους στη βάση της κυκλικής οικονομίας που επίσης αποτελεί στρατηγική ευρωπαϊκή επιλογή. Αυτό περιλαμβάνει και τα ιστορικά μεταλλευτικά απόβλητα, που σε αρκετές περιπτώσεις αποτελούν «εν δυνάμει» δευτερογενείς κοιτασματολογικές πηγές κρίσιμων και στρατηγικών ΟΠΥ.

5.Η τήρηση των αρχών βιωσιμότητας και υπεύθυνης εξόρυξης αποτελούν οδηγό και απαραίτητη προϋπόθεση για κάθε πρωτοβουλία κοιτασματολογικής έρευνας και παραγωγικής αξιοποίησης των ΟΠΥ. Στη κατεύθυνση αυτή οφείλει επίσης να λειτουργεί κάθε διαδικασία που αφορά στην στρατηγική επιλογή μεταλλευτικών χρήσεων γης και προώθηση της εξορυκτικής αξιοποίησης τους.

Το παράδειγμα της Σουηδίας. Στη Σουηδία σήμερα για να δώσω ένα παράδειγμα μιας χώρας που γνωρίζω, μέσα από την μεταλλευτική πολιτική (που προσαρμόζεται και επικαιροποιείται κάθε φορά ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν στο διεθνές και ευρωπαϊκό περιβάλλον), τον στρατηγικό σχεδιασμό και την αδειοδοτική διαδικασία που ισχύουν, λειτουργούν σήμερα 14 ενεργά μεταλλεία που παράγουν περίπου 70 εκ τόνους μεταλλευμμάτων σιδήρου, βασικών και πολύτιμων μετάλλων (απο τα οποία παράγονται ετήσια 7 τόνοι περίπου χρυσός/24% της Ε.Ε.), 40 λατομεία βιομηχανικών ορυκτών και 50 λατομεία δομικών λίθων, ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη 608 εγκεκριμένες άδειες έργων (55% για χαλκό και χρυσό) μεταλλευτικών ερευνών και 227 αιτήσεις για άδειες μεταλλευτικών ερευνών (έχουν ήδη εγκριθεί οι 178 που αφορούν κύρια σε ΟΠΥ μπαταριών, το λίθιο, το βανάδιο και το κοβάλτιο). Αντιστοιχούν σε μια επιφάνεια 10.500 κμ2 (0,02% της συνολικής επιφάνειας της χώρας) ενώ δραστηριοποιούνται περίπου 90 μεταλλευτικές εταιρείες συμπεριλαμβανομένων και αυτών της κοιτασματολογικής έρευνας. Απασχολούνται 9.000 εργαζόμενοι, ενώ το 2016 η παραγωγή μη ενεργειακών ΟΠΥ ανήλθε σε 120 εκ τόνους και ο τζίρος σε 4 δις ευρώ. Παρόμοια είναι και τα φινλανδικά δεδομένα, με την χώρα εκεί να εμφανίζεται, παρά το αυστηρό νομικό πλαίσιο που σχετικά διαθέτει, σαν η πιο ευνοϊκή στο κόσμο από πλευράς μεταλλευτικών επενδύσεων.

Θεωρώ ότι αυτές οι δύο χώρες, με αρκετές κοιτασματολογικές ομοιότητες με μας, μπορούν κατά κάποιο τρόπο να αποτελέσουν αναπτυξιακό πρότυπο σε θέματα αξιοποίησης ΟΠΥ. Είναι χώρες όπου ο μεταλλευτικός κλάδος είναι καλά πακεταρισμένος, με την παρουσία ενός βιομηχανικού πλουραρισμού που δεν περιλαμβάνει μόνο την εξόρυξη, αλλά και την ανάπτυξη και εφαρμογή νέων τεχνολογιών μεταλλευτικής παραγωγής (π.χ. ολοένα και μεγαλύτερη χρήση λειτουργικών μηχανισμών στη βάση της τεχνητής νοημοσύνης), αλλά και μηχανικού εξοπλισμού για τα μεταλλεία και συναφείς δραστηριότητες και εργασίες. Συμβαίνει λοιπόν ότι πέρα από τις εξαγωγές ΟΠΥ, το διαθέσιμο τεχνογνωσιακό κεφάλαιο γύρω από τις πρακτικές εφαρμογές μεταλλευτικής λειτουργίας και παραγωγής, να παρουσιάζει το ίδιο και ίσως μεγαλύτερο ενδιαφέρον ως προς τη διεθνή του ζήτηση προς εξαγωγή.

Βιβλιογραφία και διαδικτυακή σύνδεση
Αρβανιτίδης Ν., 2010: Βιώσιμα κοιτάσματα μεταλλικών ορυκτών στην Μακεδονία και Θράκη, ΟΙ ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΤΗΣ « ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ», ΗΜΕΡΙΔΑ ΕΞΠΡΕΣ – ΣΜΕ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 29 ΜΑΙΟΥ, 2010.
Arvanitidis N., 2011: Sustainable development opportunities for Greek metallic minerals, MINERAL RESOURCES IN GREECE-A HIDDEN WEALTH, 1ST INTERNATIONAL CONFERENCE, April 5, 2011, Athens
Αρβανιτίδης Ν. & Παπαβασιλείου Κ., 2011: Ελληνικός Ορυκτός Πλούτος-Νέες αναπτυξιακές δυνατότητες για βιώσιμες & παραγωγικές επενδύσεις, Έκδοση ΙΓΜΕ.
http://www.xmine.eu/
https://www.youtube.com/watch?v=KBURhyALCNs

Dr. N. Arvanitidis.Round Table Discussion entitled: «Mineral Resources as a Key Growth Driver for the Greek Economy» 83rd Thessaloniki International, Pavilion No 13, 10 September 2018 (Παρέμβαση Ν. Αρβανιτίδη)


[Επιμέλεια Π. Τζεφέρης]

Επιστροφή στην εποχή του χαλκού για την Ελλάδα (Ι)