-->

Τετάρτη, 25 Απριλίου 2018

Πάνω από 30% του ελληνικού ορυκτού πλούτου εντός περιοχών του δικτύου Νatura 2000!

Tο 30-35% της έκτασης του αποθεματικού δυναμικού ΟΠΥ στο σύνολο της επικράτειας που προορίζεται για έρευνα ή/και αξιοποίηση είναι μέσα στο δίκτυο «Natura 2000». Χωρίς να συμπεριλαμβάνονται οι χώροι που σχετίζονται με τα υπό εκμετάλλευση ή υπό έρευνα κοιτάσματα των υδρογονανθράκων.
Του Δρ. Τζεφέρη Πέτρου*

Το Δίκτυο Natura 2000 στην Ελλάδα μέχρι πρότινος (τέλος 2017) περιελάμβανε πάνω από 400 περιοχές, έκτασης 42.900 τ.χλμ (1 τ.χλμ ή km2 ισοδυναμεί με 1000 στρ.) που κατατάσσονται σε δύο κυρίως κατηγορίες: «Ειδικές Ζώνες Διατήρησης» (ΕΖΔ) για την προστασία των σημαντικών φυσικών οικοτόπων και ειδών χλωρίδας και πανίδας, και «Ζώνες Ειδικής Προστασίας» (ΖΕΠ) για την ορνιθοπανίδα. Τα ανωτέρω δεδομένα καλύπτουν το 27,1% της χερσαίας (35.747 τ. χλμ.) και περίπου το 6% (7.199 τ. χλμ.) της θαλάσσιας έκτασης της Χώρας.

Σύμφωνα με την πρόσφατη ΚΥΑ με αριθμό 50743/11.12.2017 «Αναθεώρηση εθνικού καταλόγου περιοχών του Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου «Natura 2000» (ΦΕΚ Β΄ 4432/15.12.2017), εντάχθηκαν από το ΥΠΕΝ στο δίκτυο και νέες περιοχές (100) που αφορούν κυρίως στο θαλάσσιο χώρο (61 περιοχές έκτασης 1,9 εκατ. στρ.) ο οποίος είχε υποτιμηθεί. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι η συνολική θαλάσσια έκταση που εντάσσεται πλέον στο δίκτυο, καλύπτει περίπου το 22% των εθνικών χωρικών υδάτων, ποσοστό πολύ μεγαλύτερο από το προϋφιστάμενο 6,12%. Η Ελλάδα είναι πλέον στην 7η θέση στα 28 κράτη μέλη τη ΕΕ ως προς το ποσοστό κάλυψης, υπερβαίνοντας κατά 9 ποσοστιαίες μονάδες το μέσο όρο της ΕΕ. Και είναι θετικό αυτό, διότι –αν ακολουθηθεί και από άλλες δέουσες ενέργειες- αυξάνει σε κάθε περίπτωση το βαθμό προστασίας των περιοχών αυτών.

Εντούτοις, το ερώτημα που έχει τεθεί πολλές φορές και ερχόμαστε να απαντήσουμε σήμερα, είναι σε τί ποσοστό οι ορυκτές πρώτες ύλες (ΟΠΥ) στον τόπο μας εμπεριέχονται στο διαρκώς διευρυνόμενο οικολογικό δίκτυο «Natura 2000». Και πόσο απαγορευτικό για την αξιοποίησή τους είναι αυτό, δεδομένης και της a priori χωροθέτησης των ΟΠΥ;

Η επεξεργασία των δεδομένων της βάσης γεωχωρικών δεδομένων που τηρείται από το ΥΠΕΝ/Γεν. Δνση Ορυκτών Πρώτων Υλών, μας πληροφορεί ότι το ποσοστό στο σύνολο της εξορυκτικής δραστηριότητας συμπεριλαμβανομένων και των χώρων που διαθέτουν μεταλλευτικά δικαιώματα, είναι 30-35%, βλ. εικόνα. Δηλαδή το 30-35% της έκτασης του αποθεματικού δυναμικού ΟΠΥ που προορίζεται για έρευνα ή/και αξιοποίηση είναι μέσα στο δίκτυο «Natura 2000». Και μάλιστα χωρίς να συμπεριλαμβάνονται οι χώροι που σχετίζονται με τα υπό εκμετάλλευση κοιτάσματα των υδρογονανθράκων (στο Θρακικό πέλαγος), ούτε των περιοχών όπου διενεργείται γεωφυσική/σεισμική έρευνα (με ενδεχόμενη στο μέλλον εκμετάλλευση πχ. στο Ιόνιο) ούτε φυσικά του συνόλου των πετρελαιοπιθανών περιοχών, οι οποίες παρουσιάζουν σημαντική επικάλυψη κυρίως με μεγάλες περιοχές των χωρικών μας υδάτων τόσο εντός όσο και εκτός «Natura 2000».

Και το επόμενο πλέον σημαντικό ερώτημα είναι: ποιά είναι η πολιτική (αλλά και η διοικητική πρακτική) μας επί αυτών των βεβαίων και πιθανών αποθεμάτων ορυκτού πλούτου δεδομένου ότι η εξορυκτική δραστηριότητα ως γνωστόν, πλην εκείνης που αφορά τα κατεξοχήν αδρανή υλικά, συναρτάται απόλυτα με τους χώρους εύρεσης των κοιτασμάτων και επομένως δεν είναι δυνατόν να «προβλεφθεί» ή να «αποφευχθεί» η τυχόν χωροθέτησή της εκ των προτέρων. Η δυνατότητα ύπαρξης και λειτουργίας του εξορυκτικού κλάδου εξαρτάται αποκλειστικά από την προσπελασιμότητα των πρώτων υλών, εκεί όπου η φύση έδωσε το ορυκτό/κοίτασμα.

Προφανώς, αν δεν θέλουμε να αναστείλουμε πλήρως την εξορυκτική δραστηριότητα και την εκμετάλλευση του ορυκτού μας πλούτου στους χώρους αυτούς, πρέπει να βρούμε έναν τρόπο συνύπαρξης της παραγωγικής αυτής δραστηριότητας με τις περιοχές του δικτύου. Με την έννοια ότι ορισμένοι τόποι υπό ορισμένες επίσης προϋποθέσεις είναι δυνατόν να φιλοξενήσουν αμφότερα ενδιαιτήματα και παραγωγικές δραστηριότητες. Εξαιρουμένων ορισμένων περιοχών όπου η εξόρυξη ενδεχομένως (πρέπει να) απαγορεύεται καθολικά (πχ. περιοχές απόλυτης προστασίας των Εθνικών Δρυμών, Φυσικά πάρκα, Αισθητικά Δάση, Διατηρητέα Μνημεία της Φύσης κλπ), το ζητούμενο είναι να διαθέτουμε σαφή πολιτική αλλά και σαφές κανονιστικό πλαίσιο που να ρυθμίζει τον τρόπο με τον οποίο οι εξορυκτικές δραστηριότητες που χωροθετούνται εντός ή πλησίον «προστατευόμενων περιοχών» θα είναι σε θέση σε κάθε περίπτωση να συμβιβαστούν με τις επιταγές της περιβαλλοντικής προστασίας και να συνεχίσουν να υφίστανται, ειδάλλως να ματαιωθούν.

Καταρχήν η εξορυκτική δραστηριότητα δεν απαγορεύεται ρητά ούτε επιτρέπεται ρητά εντός των προστατευόμενων περιοχών του άρθρου 3 του ν. 3937/2011, εντούτοις υπό προϋποθέσεις είναι δυνατή η χωροθέτησή της (άρθρο 49 παρ. 4 Ν.4512/2018). Το ευρωπαϊκό και εθνικό πλαίσιο επί του θέματος είναι πλέον αρκετά καλά δομημένο (Ευρωπαϊκές οδηγίες οι οποίες έχουν όλες ενσωματωθεί στο εθνικό κεκτημένο, επιμέρους εθνικό δίκαιο με πλέγμα αλληλοσυμπληρούμενων νόμων, διεθνείς συμβάσεις που έχουν κυρωθεί με νόμο πχ. Βέρνης, Βαρκελώνης, Βόννης , Ραμσάρ κλπ, θεσμοθετηθείσα εθνική στρατηγική για την βιοποικιλότητα (2014), ευρεία νομολογία του ΣΤΕ, καθοδηγητικά έγγραφα εκ μέρους της ΕΕ, ΝΔ και ΠΔ που αφορούν τις διάφορες προστατευόμενες περιοχές κ.α.) παρέχοντας εργαλεία και καλύπτοντας σχολαστικά τόσο την κατεξοχήν προστασία τα βιοποικιλότητας όσο και την διαδικασία της προαπαιτούμενης περιβαλλοντικής αδειοδότησης (ΣΜΠΕ, ΜΠΕ, Ειδική Οικολογική Αξιολόγηση (ΕΟΑ) κλπ). Επίσης, για τη διαχείριση των προστατευόμενων φυσικών περιοχών οι οποίες έχουν αποκτήσει και θεσμική υπόσταση μετά το Ν. 3937/2011, έχουν ιδρυθεί Φορείς Διαχείρισης, ως ΝΠΙΔ, οι οποίοι –παρά τα σημαντικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν-δραστηριοποιούνται στις περιοχές ευθύνης τους.

Πράγματι, η προβλεπόμενη κατά την περιβαλλοντική αδειοδότηση διαδικασία της «στάθμισης» (“appropriate assessment»), εφόσον εφαρμόζεται συνετά από τη διοίκηση και στο υψηλότερο δυνατόν διοικητικό επίπεδο, είναι δυνατόν να διασφαλίζει στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, την «διατηρησιμότητα» («sustainability») των οικοτόπων και της περιεχομένης βιοποικιλότητας, την ορθή εκτίμηση θετικού ή αρνητικού τελικού «ισοζυγίου» λαμβανομένης υπόψιν και της οικονομικής βιωσιμότητας των υπό εξέταση δραστηριοτήτων.

Επί της ουσίας, θα πρέπει να ποσοτικοποιήσουμε με αξιοπιστία τα ολιστικά κόστη και ωφέλη της κάθε δραστηριότητας, ώστε να γνωρίζουμε πότε τα κόστη «υπερακοντίζουν προδήλως» τα οφέλη, για να χρησιμοποιήσουμε την πάγια έκφραση της νομολογίας του ΣτΕ. Κι ακόμη να μπορούμε να προσδιορίσουμε με σαφήνεια σε πιο βαθμό η αβεβαιότητα περί του κινδύνου δικαιολογεί την ακύρωση της αναπτυξιακής δραστηριότητας (μηδενική λύση), ανεξαρτήτως μέτρων αντιμετώπισης, διαφορετικά θα ζούμε διαρκώς στη «διελκυστίνδα», είτε υπό το φάσμα του «φόβου της προόδου» ή υπό το φάσμα του «αειφόρου τίποτε».

Η λύση δηλαδή περνάει μέσα από την ειδική και τεκμηριωμένη κατά περίπτωση αποδοχή/απόρριψη και όχι μέσα από τον συλλήβδην αφορισμό. Το ζήτημα είναι πως μπορεί να γίνει αυτό σε μια διοίκηση με τεκμηριωμένα ασθενή αντανακλαστικά και μια κοινωνία ιδιωτεύουσα (με το άλλοθι της κρίσης) και μάλλον αδιάφορη για την ουσία της περιβαλλοντικής προστασίας. Εδώ η απάντηση είναι απλή αλλά εξίσου κυνικά δραματική: αν δεν αλλάξουν αυτά, ας μην ελπίζουμε σε τίποτε, ας μην προσδοκούμε τίποτε παραπάνω από τις περικοπές μισθών και συντάξεων, ας φορέσουμε τα "παπιγιόν" ως ευρωπαίοι εξυπηρετητές (όσοι δεν τα φοράμε ακόμη!) και ίσως εκεί τα καταφέρουμε καλύτερα…

Εντέλει το πραγματικό και διαχρονικό ερώτημα στον τόπο μας είναι πάντα το ίδιο ξεπροβάλλοντας πάντα πίσω από την κουρτίνα της υποτιθέμενης «ασφάλειας» που προσφέρει το (σχεδόν κατά κανόνα εισαγόμενο) θεσμικό πλαίσιο: «επιτέλους πότε θα ξεπεράσουμε το στάδιο της αδιαφορίας και της ανεπάρκειας, ώστε να καταφέρουμε επιτέλους κάποτε να διαφυλάξουμε επί της ουσίας την πολύτιμη φυσική και πολιτιστική μας κληρονομιά χωρίς να σταματήσουμε την οικονομική ανάπτυξη;». Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι να θεσπίζουμε εθνικές στρατηγικές «εκθειάζοντας» τον εκάστοτε τομέα (χωρίς όμως να ακουμπάμε τον διπλανό πλην όμως επηρεαζόμενο τομέα) και γράφοντας ωραία κείμενα αναφορικά με την προστασία του, αλλά να βρούμε τρόπο τομεακής συνύπαρξης και συνδιαχείρισης.

Ουδείς αντιλέγει ότι η βιοποικιλότητα και η αειφορική εξέλιξή της αποτελεί ανανεώσιμο φυσικό πόρο επιβίωσης και γι’ αυτό είναι «εξ αδιαιρέτου» αγαθό και πολύτιμη παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές. Το ίδιο όμως συμβαίνει και με τις παραγωγικές δραστηριότητες, μεταξύ των οποίων και η εξορυκτική, οι οποίες είναι απολύτως απαραίτητες για την βιώσιμη ανάπτυξη, τη διατήρηση του κοινωνικού ιστού και την προοπτική του αξιοβίωτου βίου.

Η συναινετική συνύπαρξη είναι ένα δύσκολο έργο που καλούμαστε να επιτελέσουμε ο καθένας από το εργασιακό του «μετερίζι». Μιλάμε για το δυσκολότερο ενδεχομένως εγχείρημα, την δυσκολότερη αναπτυξιακή πρόκληση του σύγχρονου ανθρώπου. Ένα εγχείρημα που απαιτεί όλες μας τις δυνάμεις: Επιστήμη, τεχνολογία, πολιτική, παιδεία, δικαιοσύνη, φαντασία, ήθος. Και κυρίως αποδέσμευση από κάθε είδους δογματισμό, είτε «οικολογικό» είτε «αναπτυξιακό». Γιατί ο δογματισμός, προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, δεν συνάδει με την προσδοκώμενη βιώσιμη ανάπτυξη, ειδικά στην παρούσα περίοδο διαρκούς οικονομικής διολίσθησης που βιώνει η χώρα μας. Ας αφήσουμε τα συνθήματα και ας δούμε κατάματα την ουσία!

* συγγραφέας, διευθυντής ΥΠΕν, www.oryktosploutos.net.

Πόση έκταση καταλαμβάνει η εξορυκτική δραστηριότητα στην Επικράτεια;