-->

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2018

ΑΣΒΕΣΤΟΚΑΜΙΝΑ ΚΑΙ ΔΑΣΟΣ (IV)

Ασβεστοκάμινο σε λειτουργία (φωτογραφία: J. M. Koksma, δεκαετία του 60).
[του Αντώνιου Β. Καπετάνιου, Δασολόγου-Περιβαλλοντολόγου]

Η τεχνική των ασβεστοκάμινων
Η κατασκευή του ασβεστοκάμινου και η διαδικασία παραγωγής ασβέστου αποτελούσαν καταστάσεις απαιτητικές, δύσκολες κι επίπονες, τόσο για την τεχνική που απαιτούνταν στην κατασκευή, που έπρεπε να γνωρίζεται καλά και να διέπεται από σωστή εφαρμογή, για να μην καταρρεύσει το ασβεστοκάμινο ή ν’ αποτύχει στην παραγωγή, όσο και για την αναγκαιότητα τήρησης ενός πρωτοκόλλου πρακτικής, που θα διέπεται από συγκεκριμένους κανόνες και θα έχει ορισμένο τυπικό εφαρμογής. Σε αυτή τη διαδικασία κυρίαρχο ρόλο έπαιζαν η γνώση, η ικανότητα και ο συνεργατισμός κατά την εκτέλεση. Για τη λειτουργία του ασβεστοκάμινου ακολουθούνταν μιαν ταυτόχρονα πρακτική, τεχνική κι εθιμική διαδικασία κατασκευής και παραγωγής.

Το στήσιμο του ασβεστοκάμινου απαιτούσε καταμερισμό εργασίας, καθότι ήταν διαφορετική η φύση των επιμέρους εργασιών. Το κτίσιμο του καμινιού ήθελε τεχνίτη για να γενεί, η εξόρυξη της ασβεστόπετρας ήθελε γερό λατόμο, το κουβάλημα της πέτρας ήθελε βασταγερό κουβαλητή, το κουβάλημα των ξύλων για την καύση ήθελε χεροδύναμους λοτόμους, το ψήσιμο της πέτρας στο καμίνι ήθελε θερμαστές καλούς και ανθεκτικούς καμινιέρηδες κ.λπ. Συνεπώς, για το γεγονός στο καμίνι απαιτούνταν να συμπράξουν αρκετοί ανθρώποι, μπορεί και δέκα, συγχωριανοί και σύντροφοι στην παραγωγή, έντρυφοι στην προσπάθεια. Πρώτα επιλέγονταν η θέση του καμινιού, η οποία έπρεπε να είναι κοντα σε ασβεστόπετρα και σε δασική ύλη. Επίσης έπρεπε να είναι προσήνεμη θέση, γι΄ αυτό συνήθως επιλέγονταν η βάση πλαγιάς, με απάγκιο στο τοίχωμα αυτής. Η επιλογή γίνονταν από τεχνικούς μ’ εμπειρία σε τέτοια έργα, τους αποκαλούμενους «ασβεστοποιούς». Ακολουθούσε η αδειοδότηση του ασβεστοκάμινου από το αρμόδιο δασαρχείο. Οι εργασίες κατασκευής του καμινιού πραγματοποιούνταν αρχές Μάρτη με Απρίλη, καθώς τότε το χώμα ήταν μαλακό και δουλεύονταν η εκσκαφή, δεν έκανε ζέστη και δεν είχε αρχίσει η κρίσιμη αντιπυρική περίοδος.

Η κατασκευή του ασβεστοκάμινου, που είχε σχήμα κόλουρου κώνου, ξεκινούσε με τη δημιουργία ενός κυκλικού λάκκου στη γη διαμέτρου 1,5 – 2 μέτρων και βάθους μπορεί μέχρι και 2 μέτρων, αναλόγως της ποσότητας της ασβέστου που θέλονταν να παραχθεί. Αυτή η υπόσκαφη βάση του καμινιού, λειτουργώντας ως εστία, αποτρέποντας τις απώλειες της θερμότητας. Στο λάκκο, που ονομάζονταν «βοθρί», συγκεντρώνονταν το υλικό της παραγωγής (η άσβεστος) μετά τη διαδικασία της όπτησης που προηγούνταν. Η κατασκευή πραγματοποιούνταν από εργάτες με την καθοδήγηση του πρωτομάστορα του καμινιού, ενώ οι λοιποί τεχνίτες κατά το κτίσιμο αυτού ήταν οι ξερολιθιάδες και οι εξειδικευμένοι εργάτες.Μετά τη δημιουργία του λάκκου ακολουθούσε το «λίθιασμα», δηλαδή η πλήρωση του λάκκου με τις ασβεστόπετρες. Πρώτα έμπαινε η στρώση με τις μεγάλες πέτρες, που η συνήθης ονομασία τους είναι «σόμπολα» (τοπικά μπορεί να ονομάζονταν αλλιώς). Μετά τοποθετούνταν η περιμετρική σειρά, που έπρεπε να εφαρμόζει στα τοιχώματα του λάκκου, για να υπάρχει μόνωση και να μη χάνεται θερμοκρασία. Ακολουθούνταν η ίδια τεχνική που ακολουθούνταν στο άνοιγμα πηγαδιού. Το «γέμισμα» του καμινιού με τις ασβεστόπετρες γίνονταν με τρόπο ώστε ν’ αφήνονται θολίσκοι για να διέρχονται οι φλόγες (να μην «πιγκώνει» το καμίνι). Επίσης, μεταξύ των τεμαχίων των ασβεστόπετρων αφήνονταν διάκενα για να μεταδίδεται η θερμότητα προς τα πάνω.

Το κτίσιμο του καμινιού άρχιζε από την επιφάνεια του εδάφους και συνέχιζε με κλίση με τα έσω μέχρι του ύψους περίπου του 1,80 μέτρων (μπορεί λιγότερο, μπορεί και περισσότερο). Ο εσωτερικός αυτός θόλος κατασκευάζονταν με μια στήλη στο κέντρο του, για την υποστήριξή του. Αφήνονταν ένα κενό 25 με 30 εκατοστά και μετά έκτιζαν την εξωτερική πλευρά, η οποία δεν ακουμπούσε την εσωτερική και υφίστατο ως κολουροκωνικός σκελετός κατασκευασμένος όχι από ασβεστόλιθους, αλλά από άλλες κοινές σκληρές πέτρες που δεν αλλοιώνονται στις υψηλές θερμοκρασίες. Το κενό ανάμεσα στις δύο πλευρές (εσωτερική κι εξωτερική) γεμίζονταν συνήθως με ψιλό νοτισμένο χώμα, χωρίς χαλίκια, για μόνωση. Η εξωτερική πλευρά της κατασκευής συγκρατούσε την εσωτερική, που θα γινόταν ασβέστης. Η κατασκευή του θόλου, προκειμένου να «κλείσει» το καμίνι, ήταν μια δύσκολη τεχνική κατασκευή, π’ απαιτούνταν η εργασία μάστορα για να πραγματοποιηθεί. Αυτήν την αναλάμβανε ο αρχιτεχνίτης, που είχε την κατάλληλη γνώση και την εμπειρία της κατασκευής. Χρησιμοποιούσε μικρές και μεγάλες πέτρες που τις τοποθετούσε με τέχνη για να επέλθει το κλείσιμο ως θόλος, και στην κορυφή τοποθετούσε μια μεγάλη μακρόστενη πέτρα που συγκρατούσε το ξηρολίθινο οικοδόμημα κι ονομάζονταν «κλειδί». Η τεχνική κατασκευής ήταν η παρόμοια με αυτή που χρησιμποιούσαν οι Ηπειρώτες μαστόροι για να κλείνουν τους θόλους δημιουργώντας τα τόξα των γεφυρών, έχοντας τοποθετήσει το «κλειδί» με τ’ οποίο το γεφύρι «σκαριάζονταν». Στο εσωτερικό του καμινιού αφήνονταν μια μεγάλη τρύπα, με άνοιγμα στον εξωτερικό κι εσωτερικό θόλο, με πρόσωπο στην εξωτερική του θέση (όχι προς τη θέση της πλαγιάς), για να «ταΐζεται» το καμίνι με ξύλα· την ονόμαζαν συνήθως «μπούκα». Η πλήρωση του ασβεστοκάμινου με μικρές ασβεστόπετρες και η δημιουργία της «κατσούλας» του καμινιού ολοκλήρωνε το κτίσιμό του. Οι διαστάσεις των ασβεστοκάμινων διέφεραν, πάντως ένα τυπικού μεγέθους ασβεστοκάμινο είχε καθαρή εσωτερική διάμετρο, χωρίς σε αυτή να περιλαμβάνεται ο εσωτερικός του τοίχος, περίπου 4 μέτρα.
Προϊστορική ασβεστοκάμινος, κατά Schiele.
Το κόψιμο και το μάζεμα των κλαδιών και των ξύλων της καύσης ήταν μιαν ξέχωρη διαδιακασία, που ξεκινούσε νωρίς. Τα κλαδιά έπρεπε να βγάζουν δυνατή φωτιά, ώστε να δώσουν καλή καύση στο ξύλο. Για το λόγο αυτό προτιμούνταν οι ασπάλαθοι, τα πουρνάρια, οι αγκάραθοι κ.τλ. Τα κλαδιά όπως και το ξύλο κόβονταν Φλεβάρη μέχρι Μάρτη για να μη χυμωθούν κατά την άνοιξη, αλλά και να έχουν ξεραθεί μέχρι την καύση. Τα κλαδιά συγκεντρώνονταν σε δεμάτια και μ’ ένα μακρύ κεντρικό ξύλο σε κάθε δεμάτι, την «τσίτα», που μπήχνονταν στο κεντρικό του μέρος και βαθιά στο έδαφος, αυτά στερεώνονταν. Μάλιστα τοποθετούσαν πάνω τους και δυο-τρεις μεγάλες πέτρες, για να «καθίσουν» τα κλαδιά και να μη σκορπίσουν με τον αέρα, και για να μπορούν κατόπιν να μεταφερθούν ευκολότερα. Δεματιές κλαδιών και μικρών ξύλων δημιουργούνταν περίπου 300 έως και πάνω από 500, αναλόγως του μεγέθους του ασβεστοκάμινου.

Η «ευαίσθητη» άσβεστος!
Το κάψιμο του καμινιού πραγματοποιούνταν από τον καμινιέρη, ο οποίος έρχονταν μετά τον τεχνίτη της κατασκευής του ασβεστοκάμινου ν’ ασκήσει το δικό του ρόλο στη λειτουργία του καμινιού. Ο αρμόζων χρόνος για την εν λόγω εργασία ήταν Απρίλης μέχρι τέλος Μάη, διότι μετά άρχιζε η αντιπυρική περίοδος και η καύση απαγορεύονταν από το νόμο (θα γίνει σχετική αναφορά παρακάτω). Πλην όμως, όπως προείδαμε, ο βασικός αυτός κανόνας στη λειτουργία των ασβεστοκάμινων δεν τηρούνταν, κι αυτά έκαιγαν ως το μέσον του καλοκαιριού –κάτι που ήταν επικίνδυνο και μη νόμιμο! Συνήθιζαν οι Έλληνες να καίγουν τ’ ασβεστοκάμινα μετά το αλώνισμα, έχοντας καταμερίσει τις εργασίες τους.

Ο καμινιέρης είχε μέθοδο στον τρόπο της εργασίας του. Στη βάση του καμινιού, μέσα στον εσωτερικό θόλο, τοποθετούσε τα ξηρότερα και λιανά ξύλα, μετά τα χονδρά και μετά τους κορμούς. Σε αυτά πετούσε τις ασβεστόπετρες φτάνοντάς τες ως το ύψος του εδάφους κι άναβε τη φωτιά. Πάνω από τις τελευταίες τούτες πέτρες έριχνε τον κύριο όγκο των ξύλων, με τα οποία θα έκαιγε το καμίνι. Ο ασβεστόλιθος, όπως προείπαμε, καίγεται στους 900°-1000°Cκαι η φωτιά πρέπει να κάψει το καμίνι με αυτή τη θερμοκρασία. Τούτο σημαίνει ότι η φωτιά πρέπει να καίει σταθερά για 60-90 ώρες, αναλόγως βεβαίως της ποσότητας και της ποιότητας της πέτρας. Κι ήταν μεγάλη η ευθύνη του καμινιέρη ως προς τούτο, για να μην «πέσει» η φωτιά κι αποτύχει το καμίνι! Η καύση έπρεπε να γίνεται ομοιόμορφα για να μην αφήνονται άψητα τεμάχια ασβεστολίθων, τα λεγόμενα «παράκουκα», που ήταν κομμάτια άψητης πέτρας.

Η καύση σ’ ένα συνηθισμένο ασβεστοκάμινο διαρκούσε 3-4 ημέρες. Ο καμινιέρης «τάιζε» το καμίνι με ξύλα χρησιμοποιώντας ένα διχαλωτό μακρύ ξύλο ή σίδερο, το «χαχάλι», με τ’ οποίο έπιανε τα ξύλα και τα έπρωχνε στη φωτιά. Οι υπόλοιποι κουβαλούσαν τα δεμάτια των ξύλων και τα έφερναν μπρος του ξεμαδεματιάζοντάς τα, ώστε αυτός να τα ρίχνει στη φωτιά. Ήταν όντως μια εξαιρετικά δύσκολη κι επίπονη διαδικασία. Στο τέλος έκλειναν το καμίνι με πέτρες και λάσπη, για να μη χάνεται θερμότητα, κι ανέμεναν. Τα διάφορα στάδια λειτουργίας του ασβεστοκάμινου διακρίνονταν από το χρώμα του καπνού που εξάγονταν. Στην αρχή ο καπνός ήταν λευκός. Κατόπιν, όταν είχε επέλθει η πύρωση του ασβεστόλιθου ο καπνός μεταβάλλονταν σε μαύρο λόγω της καύσης κυρίως των εντός του ασβεστόλιθου οργανικών ουσιών, ενώ η απώλεια της υγρασίας οδηγούσε σε διάσπαση του ασβεστόλιθου. Κατά το τέλος της καύσης η φλόγα γινόταν ερυθροκυανή, πρασινοκίτρινη κ.λπ., για να καταλήξει σε λευκή. Το τέλος της καύσης συμπεραίνονταν από το λευκό χρώμα του καπνού, καθώς και από την υποχώρηση του ασβεστόλιθου από τα χείλη του ασβεστοκάμινου προς τα κάτω και μέχρις του ενός μέτρου. Στη συνέχεια γκρεμίζονταν το περίβλημα κι εμφανίζονταν στο εσωτερικό του καμινιού σε άσπρη σκόνη ο ψημένος ασβέστης.

Μετά το ψήσιμο ακολουθούσε η συλλογή της ασβέστου, το ζύγισμά της, συνήθως με το καντάρι, που τότε χρησιμοποιούνταν ως όργανο μέτρησης με μονάδα την οκά (1 καντάρι = 44 οκάδες ≃30 τόννοι), και η μεταφορά του στα κατώγια ή στις ασβεσταριές. Ο αγοραστής της ασβέστου ή ο παραγωγός, εφόσον ο τελευταίος κρατούσε την άσβεστο για ίδια χρήση, την «έσβηνε» με νερό μέσα σε βαρέλι ή σε ασβεστόλακκο, μια εργασία που γινόταν πολύ προσεκτικά διότι κατά τη διάρκεια της ένωσης της ασβέστου με το νερό αναπτύσσονταν μεγάλη θερμοκρασία, επειδή η αντίδραση είναι εξώθερμη, και το καυτό νερό κοχλαζε και τινάζονταν σωματίδια επικίνδυνα για το δέρμα και τα μάτια. Ο πολτοποιημένος πια ασβέστης σχημάτιζε μια αδιάβροχη κρούστα στα τοιχώματα του βαρελιού ή του λάκκου, κι έτσι υγρός μπορούσε να διατηρηθεί για καιρό, και σκεπασμένος με χώμα για χρόνια. Για να διατηρείται όμως έπρεπε ανά τακτά χρονικά διαστήματα να ρίχνεται νερό στην επιφάνειά του, για να είναι αυτή πάντα υγρή και να μην ξεραθεί. Εξηγώντας την παραπάνω κατάσταση λέγουμε τα εξής. Η άσβεστος ερχόμενη σ’ επαφή με το νερό μετατρέπεται στ’ ογκώδες υδροξείδιο της ασβέστου ή αλλιώς ονομαζομένης ως υδράσβεστος, εκλύοντας έντονη θερμότητα. Η αντίδραση που πραγματοποιείται είναι η κάτωθι:CaO + H₂O = Ca(OH)₂+ 15,1Cal

Εάν το ποσό του χρησιμοποιούμενου ύδατος είναι σε ποσοστό 32% του βάρους της ασβέστου, η υδράσβεστος λαμβάνεται υπό μορφή κόνεως. Εάν όμως χρησμοποιηθεί περίσσεια ύδατος, τότε λαμβάνεται υπό μορφή υδρασβέστου. Η άσβεστος όμως, εκτεθειμένη στον αέρα, λόγω της μεγάλης χημικής συγγένειας που έχει με το ύδωρ, απορροφά υγρασία οπότε διογκούται βαθμιαίως, λύεται και στο τέλος καταρρέει ως σκόνη, η οποία με την επίδραση του διοξειδίου του άνθρακος της ατμόσφαιρας μετατρέπεται σε ανθρακικό ασβέστιο, δηλαδή σε αδρανές υλικό. Για το λόγο τούτο η άσβεστος αφότου παραχθεί έπρεπε να διατίθεται εντός το πολύ πέντε ημερών. Με τη διάλυση δε του ασβεστοκάμινου, μετά το πέρας της καύσης, η συλλεχθείσα ως σκόνη άσβεστος έπρεπε να καλύπτεται καλά για να μην έρχεται σ’ επαφή με τον αέρα· και γενικώς θα έπρεπε ν’ αποφευγεται η αποθήκευση της ασβέστου επί μακρόν χρονικό διάστημα. Το ορθόν ήταν, η άσβεστος που δε θα χρησιμοποιείτο άμεσα, να σβήνεται σε υδράσβεστο.

ΑΣΒΕΣΤΟΚΑΜΙΝΑ ΚΑΙ ΔΑΣΟΣ (V)