-->

Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

Τα Μεταλλεία Καλαμίνας στα Λιμενάρια της Θάσου

Τα ερειπωμένα κτήρια των παλιών μεταλλευτικών εγκαταστάσεων
 (Ενεργειακός Σταθμός)  Λιμεναρίων Θάσου,  photo by P. Tzeferis
Είναι κοινή γνώση στους ασκούντες τη μεταλλευτική, ότι ένα κοίτασμα είναι εκμεταλλεύσιμο μόνο εάν το παραγόμενο προϊόν αφήνει κέρδος στην αγορά. Αυτό σημαίνει ότι κάθε κοίτασμα κερδίζει και χάνει σε εκμεταλλευσιμότητα και αξία σύμφωνα με τα γυρίσματα της αγοράς αλλά και της ιστορίας. Το ίδιο συνέβαινε και με τα κοιτάσματα της Θάσου διαμέσου των αιώνων: θηρευτές βασικών και πολύτιμων μετάλλων, ώχρας και μαρμάρων, έρχονταν και παρέρχονταν ανά τους αιώνες, αφήνοντας στο νησί τα ίχνη τους. Το τελευταίο ενδιαφέρον για τα μέταλλα του νησιού εκδηλώνεται στις αρχές του 20ου αιώνα, με επίκεντρο τα κοιτάσματα σιδήρου-μολύβδου-ψευδαργύρου (μεταλλεία "καλαμίνας") της ευρύτερης περιοχής Μαριών-Λιμεναρίων. Τα βιομηχανικά κατάλοιπα των μεταλλευτικών εγκαταστάσεων Λιμεναρίων επιβιώνουν έως σήμερα και αποτελούν μία καλή αφορμή για περιήγηση.

Ξεκινώντας κανείς πεζός από τα Λιμενάρια  Θάσου, πρέπει να κινηθεί αρχικά προς νότο, προς τον πράσινο λοφίσκο στην κορφή του οποίου δεσπόζει ένα εκλεκτικιστικής τεχνοτροπίας κτήριο, το Παλατάκι, έργο του αρχιτέκτονα Πιέτρο Αριγκόνι, που στις αρχές του 20ου αιώνα απετέλεσε την έπαυλη του Speidel, του αφεντικού των μεταλλείων και την έδρα επιχείρησης εκμετάλλευσης της καλαμίνας. Αντί να πάρω τον κεντρικό δρόμο προτίμησα την παλιά χαλύβδινη πεζογέφυρα του Speidel, από την οποία κατά το μύθο, έβγαινε από την έπαυλή του και σουλατσάριζε στην παραλία. Τοξωτή, ελαφριά και αιωνόβια, η γέφυρα με έβγαλε από τον οικισμό και με έφερε στο άλσος τραχείας (θασίας) πεύκης που περιβάλλει από νότια και ανατολικά το Παλατάκι.

Ο αυλόγυρος δεν ήταν κλειδωμένος. Γιατί άλλωστε; Αφού το εγκαταλελειμμένο κτήριο δεν κρύβει τίποτε προς φύλαξη. Όλη του η περιουσία είναι η ιστορία του. Το κτήριο, σύμφωνα με τον βασικό μελετητή της μεταλλευτικής στο νησί, Ν. Επιτρόπου, γεωλόγο του ΙΓΜΕ, είχε μεικτή χρήση: έδρα της επιχείρησης, οικία του ιδιοκτήτη, εργαστήριο, ξενώνας. Μάλιστα, επειδή το άνω μέρος του λόφου ήταν οροπέδιο που πλημμύριζε από τις βροχές, το κτήριο διαθέτει και ένα ιδιότυπο σύστημα αποστράγγισης των θεμελίων: είναι ελαφρώς υπερυψωμένο, ώστε να αερίζεται από κάτω, και μπροστά του περνά ένα κανάλι σκεπασμένο με πλάκες στο οποίο αποστραγγίζουν τα νερά που τυχόν μαζεύονται κάτω από το δάπεδο του ισογείου.

Το Παλατάκι είναι διώροφο, με επιπλέον σοφίτες, στην ανατολική και τη δυτική πλευρά, καθώς και στο κέντρο, γεγονός που του δίνει επιβλητικότητα. Από τα μπαλκόνια του προσφέρει θέα τόσο στον οικισμό, που η ύπαρξή του συνδέεται με τους μεταλλωρύχους και τις εργατικές τους κατοικίες, όσο και στις μεταλλευτικές εγκαταστάσεις, ορεινές και παραθαλάσσιες, που απλώνονται προς τα νότια. Όπως εύκολα μπορεί να διακρίνει ένα έμπειρο μάτι, το κτήριο έχει υποστεί τμηματικές επεμβάσεις, προκειμένου να συντηρηθεί και να προστατευθεί τουλάχιστον εξωτερικά. Αντιθέτως, στους στάβλους, περίπου 100 μ. μακριά μέσα στο άλσος, υπήρχε μόνο ένα κτήριο συντηρημένο, το οποίο στέγαζε ένα αποκαλούμενο λαογραφικό μουσείο, όπου ουσιαστικά είχαν συγκεντρωθεί και εξετίθεντο παλιά αγροτικά εργαλεία και οικιακά σκεύη.

Νότια από το Παλατάκι, στον κολπίσκο που σήμερα έχει το όνομα «Μεταλλεία», έστεκαν και στέκουν τα κουφάρια των εγκαταστάσεων επεξεργασίας του μεταλλεύματος, ένα αξιοθέατο της Θάσου που γοητεύει τους επισκέπτες, μιας και τα κτήρια είναι απλωμένα σε μια απότομη πλαγιά σχεδόν κατακόρυφα, με τις στέγες των κατώτερων κτηρίων να ακουμπούν στα δάπεδα των ανώτερων κτηρίων. Μπροστά στις εγκαταστάσεις, τη συνηθισμένη εικόνα των τουριστικών θερέτρων: καντίνα, ξαπλώστρες, ομπρέλες, ως συνήθως συνθέτουν το τρίπτυχο του τουριστικού προϊόντος της χώρας μας.

Μπαινοβγαίνοντας με κάθε προφύλαξη στα αφύλακτα και μισογκρεμισμένα κτήρια, διαπίστωσα με λύπη μου αυτό που μου διηγούντο οι ντόπιοι παλαιότερα: μετά την τελευταία φάση λειτουργίας των εγκαταστάσεων και την εγκατάλειψή τους το 1962 λόγω της ανακάλυψης φθηνότερων κοιτασμάτων σε άλλες ηπείρους, όλα τα μεταλλικά μέρη των εγκαταστάσεων, μέχρι και οι ράγες για τα βαγονέττα, έχουν συληθεί και πουληθεί ως παλαιοσίδηρος, αφήνοντας τα δάπεδα άδεια και τους πέτρινους τοίχους γυμνούς.

Μπροστά και νότια από τα κτήρια έχει δημιουργηθεί ένας τεχνητός λόφος από σκουριές των εγκαταστάσεων, ο οποίος μετά τα τόσα χρόνια έχει ενσωματωθεί πλήρως στο τοπίο, κόβοντας σχεδόν την παραλία στα δύο. Μπροστά και βόρεια διακρίνονται τα μόνα συντηρημένα τμήματα των εγκαταστάσεων, οι κάμινοι για την κατεργασία του μεταλλεύματος, η οποία στις αρχές του 20ου αιώνα γινόταν επί τόπου, από την εταιρεία Speidel-Pforzeheim και αργότερα από το διάδοχο σχήμα Veille-Montagne & Societe Hellenique Metallurgique et Miniere. Αργότερα, όταν μετά την οικονομική ύφεση του 1930 τα μεταλλεία ξαναλειτούργησαν, η κατεργασία σταμάτησε και η μεγάλη ράμπα με τις καμίνους λειτούργησε μόνο για τη φόρτωση ακατέργαστου μεταλλεύματος σε φορτηγίδες.

Εκτός από τα κτήρια της παραλίας, οι εγκαταστάσεις περιελάμβαναν ακόμα:
το λεγόμενο Μικρό Παλατάκι, το οποίο ήταν αναλόγου ρυθμού κτήριο με το Παλατάκι αλλά μικρότερο σε μέγεθος, το οποίο λειτούργησε εντός των Λιμεναρίων ως κτήριο γραφείων ή και εργαστηρίων.
• το παλιό υδραγωγείο, ένα πετρόχτιστο κτίσμα με δεξαμενές, το οποίο χρησίμευε για την υδροδότηση του συμπλέγματος.

Κοιτώντας κανείς από το Παλατάκι προς τους λόφους πάνω από την παραλία «Μεταλλεία» διακρίνει το ύψωμα με το μεταλλείο της περιοχής Βούβες, το οποίο συνδυάζει υπόγειες στοές με υπαίθρια εκμετάλλευση κοιτάσματος από ψευδάργυρο και μόλυβδο υπό μορφή ανθρακικών ενώσεων (γνωστών ως «καλαμίνες»). Στο διπλανό λόφο διακρίνεται η μπαρουταποθήκη των μεταλλείων, ο «Μπαρούτ-χανές», στον οποίο για ασφάλεια αποθηκεύονταν τα εκρηκτικά. Το μεταλλείο συνδεόταν με τις μεταλλευτικές εγκαταστάσεις με δρόμο για τη μετακίνηση του προσωπικού, αλλά και με «εναέριο», δηλαδή σύστημα συρματοσχοίνων με βαγονέτα, για τη μεταφορά του μεταλλεύματος. Τα βαγονέτα κατέληγαν στο ψηλότερο σημείο των εγκαταστάσεων και εν συνεχεία ακολουθούσαν πορεία από κτήριο σε κτήριο σε κάθε επίπεδο. Η θέα από την κορυφή του εναέριου είναι εντυπωσιακή καθώς διακρίνονται σε σειρά τα Λιμενάρια, το Παλατάκι, οι στάβλοι και η κορυφή των εγκαταστάσεων να ξεπροβάλει μέσα από το δάσος τραχείας πεύκης.

Τα τελευταία χρόνια, έχει γίνει προσπάθεια από τον τοπικό σύλλογο Λιμεναρίων, το Δήμο Θάσου, αλλά και από το ΙΓΜΕ να αξιοποιηθούν και να αναδειχθούν οι εγκαταστάσεις. Οι δασικές εκτάσεις όμως, από τις οποίες καλύπτεται στο σύνολό της η Θάσος ανήκουν κατά ένα μέρος στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ οι υπόλοιπες στον Δήμο. Επιπλέον, κάποιες από αυτές έχουν παραχωρηθεί (με διάφορους τρόπους) σε ιδιώτες για λατόμευση μαρμάρου. Το πολύπλοκο αυτό καθεστώς, σε συνδυασμό με το αδιευκρίνιστο ιδιοκτησιακό των κτηρίων των εγκαταστάσεων, καθιστά δύσκολη την ολοκλήρωση των προσπαθειών αξιοποίησης ή έστω ανάδειξης του τόπου.

Παρ΄όλα αυτά, είναι σίγουρο πως παλιές κλειστές βιομηχανικές εγκαταστάσεις του τόπου μας, όπως αυτές της Θάσου, αποτελούν ένα κόσμημα το οποίο δεν αρκεί να φυλάσσουμε, αλλά θα πρέπει να καταβάλουμε προσπάθεια να το διατηρούμε και να το επιδεικνύουμε με κάθε ευκαιρία.

[του Γιώργου Τέντε, μηχανικού μεταλλείων. Επιμέλεια: Π. Τζεφέρη]