-->

Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015

Η ερμηνεία των διατάξεων των παρ. 5 και 8 του άρθρου 20 του ν. 2115/1993

Οι  διατάξεις των παρ. 5 και 8 του άρθρου 20 του ν. 2115/1993, που επιτρέπουν μετά τη λήξη της άδειας εκμε­τάλλευσης λατομείου τη συνέχιση των λατομικών εργασιών (παράταση λειτουργίας λατομικού χώρου) για δύο έτη -με δυνατότητα παράτασης για μία επιπλέον τριετία -, κατόπιν υποβολής και έγκρισης ειδικής προς τούτο μελέτης, και με αποκλειστικό σκοπό την αποκατάσταση του αλλοιωθέντος από τη λατομική εκμετάλλευση τοπίου και φυσικού περιβάλλοντος.

Οι αποφάσεις του ΣτΕ που έχουν εκδοθεί για το θέμα (ΣτΕ 1824/2008 και ΣτΕ 1826/2008) αποσαφηνίζουν καταρχήν το ζήτημα της προθεσμίας που χορηγείται από τη Διοίκηση στην επιχείρηση για την αποκατάσταση του  χώρου. Η χορηγούμενη παράταση της λειτουργίας του λατομείου -με μοναδικό πάντα σκοπό την αποκατάσταση του θιγέντος από τη λατομική εκμετάλλευση περιβάλλοντος- ξεκινά από την έγκριση της ΑΕΠΟ, μετά από υποβολή και αξιολόγηση της ειδικής μελέτης ΠΕ, ενώ η πενταετία ορίζεται αθροιστικά ως το ανώτατο χρονικό διάστημα ισχύος της. 

Ταυτόχρονα, όμως, και το κυριότερο, οι αποφάσεις του ΣτΕ ανάγουν στην ευχέρεια των αρμόδιων οργάνων της Διοίκησης να εκτιμήσουν, επί τη βάσει των ειδικών συνθηκών κάθε περίπτωσης -λ.χ. το είδος και την ποσότητα των απαιτούμενων εργασιών περιβαλλοντικής αποκατάστασης- το χρονικό διάστημα, το οποίο εν τοις πράγμασι απαιτείται για την ολοκλήρωση της τελευταίας. Η Διοίκηση δεν είναι υποχρεωμένη  να παρέχει στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση ολόκληρες και εφάπαξ τις σχετικές προθεσμίες παράτασης (2ετία και 3ετία αντίστοιχα) της λειτουργίας του λατομικού χώρου, αλλά η οικεία αρχική έγκρισης της ΑΕΠΟ «δύναται να ορίσει και χρονικά διαστήματα συνέχισης της λατομικής δραστηριότητας μικρότερα της διετίας ή τριετίας, αντιστοίχως (τμηματικές προθεσμίες), όπως επίσης δύναται νομίμως να ορίσει ότι ορισμένες από τις εργασίες αποκατάστασης του λατομικού χώρου πρέπει να ολοκληρωθούν εντός μικρότερου χρονικού διαστήματος από το συνολικώς χορηγούμενο για την ολοκλήρωση των εργασιών αποκατάστασης». Καθώς μάλιστα το μέγεθος του χορηγούμενου χρονικού διαστήματος της παράτασης (της λειτουργίας του λατομικού χώρου) για την περιβαλλοντική αποκατάσταση ορίζεται από τη Διοίκηση ad hoc, ανάλογα με τις ειδικές συνθήκες κάθε περίπτωσης, για την παράταση αυτής της αρχικώς χορηγούμενης προθεσμίας, ακόμα και των προαναφερόμενων ως τμηματικών, απαιτείται νέα έγκριση περιβαλλοντικών όρων.

Επισημαίνεται ότι και η νέα αυτή έγκριση πρέπει να στηρίζεται σε ειδικά αιτιολογημένη διαπίστωση εκ μέρους της Διοίκησης, κατόπιν υποβολής και αξιολόγησης νέας ή συμπληρωματικής μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, ότι η αρχική εκτίμησή της ως προς το είδος, την ποσότητα και τον αναγκαίο χρόνο εκτέλεσης των απαιτούμενων εργασιών αποκατάστασης κατέστησε αδύνατη την επίτευξη του σκοπού της αποκατάστασης του λατομικού χώρου εντός του ορισθέντος αρχικώς χρόνου. Σε κάθε περίπτωση πάντως, ο χορηγούμενος από τη Διοίκηση χρόνος παράτασης της λειτουργίας του λατομικού χώρου, κατ’ εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων, δεν μπορεί να ξεπεράσει αθροιστικά το ανώτατο όριο των πέντε ετών.

Επιπλέον, το ΣτΕ ερμηνεύοντας τις διατάξεις αυτές αποκλειστικά με γνώμονα της αρχής της αποκατάστασης του περιβάλλοντος, ανευρίσκει το αληθές νόημά τους που είναι η περιβαλλοντική εξυγίανση του λατομικού χώρου εντός των ως άνω προθεσμιών. Και τούτο γιατί η χωρίς ειδική αξιολόγηση εφάπαξ χορήγηση ολόκληρης της αρχικής προθεσμίας παράτασης της λειτουργίας του λατομείου, με δυνητική την παράταση αυτής, δημιουργούσε χρονικές συνθήκες ικανές για τη συνέχιση της παραγωγικής λειτουργίας των εξορύξεων παράλληλα με τις εργασίες αποκατάστασης του περιβάλλοντος, που ενδεχομένως ελάμβαναν χώρα όπου είχε ολοκληρωθεί η εξόρυξη, υποβαθμίζοντας εν τοις πράγμασι την έννοια της περιβαλλοντικής αποκατάστασης. Η τελευταία, έτσι, λειτουργούσε ως πρόσχημα για τη συνέχιση της στερούμενης νόμιμου ερείσματος παραγωγικής διαδικασίας.

Σε συνάφεια με τα ανωτέρω, και προς πλήρη μάλιστα αποκατάσταση της αληθούς έννοιας των εν λόγω διατάξεων που εξειδικεύουν την αρχή της περιβαλλοντικής αποκατάστασης στη λατομική νομοθεσία, οι σχολιαζόμενες αποφάσεις αναφέρουν ότι «η Διοίκηση δεν μπορεί νομίμως να χορηγήσει τις αναφερθείσες παρατάσεις (εννοείται η παράταση των τμηματικών προθεσμιών), αν ο συνολικός χρόνος, κατά τον οποίο η ενδιαφερόμενη επιχείρηση άσκησε ακωλύτως και εν τοις πράγμασι πλήρη δραστηριότητα εντός του λατομικού χώρου μετά την έκδοση της αρχικής έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, είναι ίσος ή μεγαλύτερος από τα ανώτατα όρια των δύο και τριών ετών, αντίστοιχα, όταν πρόκειται για παράταση κάποιας από τις τμηματικές προθεσμίες των παρ. 5 και 8 του άρθρου 20 του ν. 2115/1993, ή από το άθροισμά τους, όταν πρόκειται για την, κατά την παρ. 8 του άρθρου 20 του ν. 2115/1993, παράταση επί τριετία της χορηγηθείσης κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου προθεσμίας».

Εν προκειμένω, το ΣτΕ σπεύδει να κρίνει παράνομη την τυχόν παράταση της χορηγηθείσας για πρώτη φορά προθεσμίας για περιβαλλοντική αποκατάσταση, όταν οι λατομικές εργασίες που στην πραγματικότητα έλαβαν χώρα ακώλυτα στο λατομικό χώρο δυνάμει της αρχικής έγκρισης περιβαλλοντικών όρων αποκατάστασης, καθ’ υπέρβαση της χρονικής της ισχύος διήρκησαν για χρόνο ίσο ή μεγαλύτερο από τα ανώτατα χρονικά όρια των επιμέρους παρατάσεων που τίθενται στις σχετικές διατάξεις ή από το άθροισμά τους.  Ομοίως, παράνομη είναι η όποια παράταση, όταν, δυνάμει της αρχικής έγκρισης περιβαλλοντικών όρων αποκατάστασης, η πραγματική λατομική δραστηριότητα στο λατομικό χώρο διήρκησε για χρόνο ίσο ή μεγαλύτερο της πενταετίας, του ανώτατου δηλαδή χρόνου εντός του οποίου πρέπει κατά το νόμο να ολοκληρώνεται ο σκοπός της περιβαλλοντικής αποκατάστασης.

Με τη σκέψη αυτή τίθεται ένα καθοριστικής σημασίας κριτήριο, το οποίο οφείλει να λαμβάνει υπόψη της η Διοίκηση και να εξετάζει ειδικά και εμπεριστατωμένα κατά την αξιολόγηση του αιτήματος της ενδιαφερόμενης επιχείρησης για επιπλέον παράταση της αρχικώς χορηγούμενης προθεσμίας για περιβαλλοντική αποκα­τάσταση: η πραγματική, αδιακώλυτη και πλήρης διενέργεια λατομικών εργασιών εντός του λατομικού χώρου ύστερα από την αρχική έγκριση περιβαλλοντικών όρων αποκατάστασης και το χρονικό διάστημα αυτής. Αφού, με δεδομένη βεβαίως την υπέρβαση του χρόνου της αρχικής ΑΕΠΟ, εντός του οποίου αυτή θα έπρεπε καταρχήν να ολοκληρωθεί- υποκρύπτεται καταστρατήγηση των σχετικών διατάξεων για την παραγωγική εκμετάλλευση του λατομικού χώρου με το πρόσχημα της περιβαλλοντικής αποκα­τάστασής του.

Συμπερασματικά, με τη νομολογία αυτή αναδείχθηκε καθαρά ότι η βούληση του νομοθέτη είναι η ολοκλήρωση της περιβαλλοντικής αποκατάστασης να διενεργείται κατά το πρώτο χρονικό διάστημα παράτασης της λειτουργίας του λατομείου, οπότε οποιαδήποτε περαιτέρω παράταση, ως εξαιρετική, πρέπει να συνοδεύεται από ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Στην κρίση των αρμόδιων οργάνων της διοικήσεως, έστω και αν αυτή είναι δικαστικώς ελεγκτέα, ανήκει τόσο ο καθορισμός του χρονικού διαστήματος, εντός του οποίου οφείλει να ολοκληρωθεί καταρχήν η περιβαλλοντική αποκατάσταση του λατομικού χώρου όσο και η δυνατότητα και η διάρκεια παράτασής της, εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί και ειδικοί λόγοι που την επιβάλλουν.  Η κρίση ότι δεν είναι κατά νόμο υποχρεωτική η χορήγηση εφάπαξ ολόκληρων των σχετικών παρατάσεων, όταν μάλιστα γίνεται χωρίς ειδική στάθμιση των συνθηκών της κάθε περίπτωσης, προβάλλει απόλυτα εύστοχη. Η ως άνω συνήθης πρακτική της Διοίκησης, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας των εφαρμοστέων διατάξεων, όχι μόνο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εξυπηρετούσε τον αποκλειστικό σκοπό τους για περιβαλλοντική αποκατάσταση αλλά επιπλέον δημιουργούσε συνθήκες ικανές για την εν τοις πράγμασι καταστρατήγησή τους, υπό το πρόσχημα της αποκατάστασης του περιβάλλοντος.

[βασισμένο σε άρθρο του κ. Μάριου Χαϊνταρλή Δ.Ν. – Δικηγόρου, Νόμος και Φύση]