-->

Τρίτη, 15 Μαΐου 2012

Η αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου με πραγματικά εθνική πολιτική!

[του Δημ. Κωστόπουλου,  Επ. Καθηγητή στο Τμήμα Γεωλογίας του Ε. Πανεπιστημίου Αθηνών]

-Εκτιμάτε ότι ο ορυκτός μας πλούτος αποτελεί αναπτυξιακή ελπίδα για τον τόπο, που θα πρέπει να αξιοποιηθεί με στοχευμένη Εθνική Πολιτική εντός του πλαισίου πολιτικής της Ε.Ε.; Ποια η άποψή σας;

«Είναι απόλυτα σαφές ότι ο ορυκτός μας πλούτος αποτελεί αναπτυξιακή ελπίδα για τον τόπο. Είναι όμως επίσης σαφές ότι η αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου δεν πρέπει να γίνει με εθνική πολιτική στοχευμένη μόνο εντός του πλαισίου πολιτικής της Ε.Ε. Οι χώρες πρέπει να διατηρούν την κυριαρχία τους στην αναπτυξιακή τους πολιτική – ιδιαίτερα όσον αφορά στην αξιοποίηση του ορυκτού τους πλούτου – με γνώμονα το ίδιον όφελος παρά τις όποιες διαφωνίες άλλων χωρών, οικονομικών/στρατιωτικών εταίρων ή μη. Σας θυμίζω την ανεξάρτητη πολιτική της Γαλλίας στην αξιοποίηση ορυκτών πρώτων υλών για παραγωγή πυρηνικής ενέργειας μετά τον Β’ Π.Π., την αντίθεση των Η.Π.Α., Καναδά, Ιαπωνίας, Αυστραλίας, Ρωσίας και Νορβηγίας (Λέσχη του Άνθρακα) στο πρωτόκολλο του Κιότο για τις κλιματικές αλλαγές, κλπ.Ας δούμε όμως πρώτα το πλαίσιο πολιτικής της Ε.Ε. όσον αφορά στις ορυκτές πρώτες ύλες.

Η Ε.Ε., σύμφωνα με την πρωτοβουλία για τις ορυκτές πρώτες ύλες του επιτρόπου Verhaugen, έχει καθορίσει έναν κατάλογο των λεγομένων κρίσιμων πρώτων υλών με βάση την οικονομική σπουδαιότητά τους, τον κίνδυνο προμήθειάς τους και τον περιβαλλοντικό κίνδυνο. Έχει επίσης καθορίσει ένα πλαίσιο συνθηκών για την εξόρυξή τους. Η Ε.Ε. είναι αυτάρκης σε δομικά υλικά από ορυκτές πρώτες ύλες, κυρίως αδρανή υλικά, και είναι σημαντικός παραγωγός γύψου και φυσικών λίθων σε παγκόσμιο επίπεδο. Είναι επίσης ο πρώτος ή δεύτερος μεγαλύτερος παραγωγός ορισμένων βιομηχανικών ορυκτών παγκοσμίως. Ωστόσο, εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές μεταλλευμάτων, επειδή η εγχώρια παραγωγή της περιορίζεται στο 3% περίπου της παγκόσμιας παραγωγής.

Εκτός από τις πρωτογενείς πρώτες ύλες, η Ε.Ε. εξαρτάται επίσης σε πολύ μεγάλο βαθμό από τις δευτερογενείς πρώτες ύλες. Η χρήση, για παράδειγμα, των ανακυκλωμένων απορριμμάτων μετάλλων αυξήθηκε σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες και αντιπροσωπεύει σήμερα το 40% έως 60% της πρώτης ύλης για την παραγωγή στην Ε.Ε.Η Ε.Ε. εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές μετάλλων «υψηλής τεχνολογίας» όπως το αντιμόνιο, το κοβάλτιο, το λίθιο, το βολφράμιο, το ρήνιο, το ίνδιο, ο λευκόχρυσος, το παλλάδιο, οι σπάνιες γαίες (λανθανίδες), το νιόβιο, το ταντάλιο και το τιτάνιο. Παρόλο που συχνά τα μέταλλα αυτά απαιτούνται μόνο σε πολύ μικρές ποσότητες, η σημασία τους για την ανάπτυξη τεχνολογικά προηγμένων προϊόντων αυξάνεται συνεχώς λόγω του αυξανόμενου αριθμού των λειτουργικών δυνατοτήτων τους. Η Ε.Ε. δεν θα επιτύχει τη μετάβαση στη βιώσιμη παραγωγή και τα φιλικά προς το περιβάλλον προϊόντα χωρίς αυτά τα μέταλλα υψηλής τεχνολογίας. Η εθνική πολιτική της Ελλάδας, όσον αφορά στην αξιοποίηση του ορυκτού της πλούτου, μπορεί κάλλιστα να είναι στοχευμένη κατά ένα σημαντικό ποσοστό στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας Verhaugen, αλλά θα ήταν λάθος να μην ήταν στοχευμένη κατά ένα επίσης σημαντικό ποσοστό στις ίδιες ανάγκες για την ανάπτυξή της».

 -Ποιες περιοχές κατά τη γνώμη σας και ποια ορυκτά συγκεντρώνουν τα στοιχεία εκείνα ώστε να αξιοποιηθούν; Για τη Θεσσαλία έχετε κάποια στοιχεία;

«Η Ελλάδα είναι σημαντική παραγωγός χώρα περλίτη, μπεντονίτη, κίσσηρης (ελαφρόπετρας), χουντίτη, ατταπουλγκίτη (παλυγκορσκίτη) και βωξίτη (αλουμίνιο) σε διεθνές επίπεδο. Έχει επίσης αξιόλογο δυναμικό σε ολιβίνη, βερμικουλίτη, βολλαστονίτη, μαγνησίτη, ζεόλιθους, λιγνίτη, σμύριδα, μάρμαρα, λατερίτη (σίδηρος-νικέλιο), χρωμίτη (χρώμιο) και θειούχα μεταλλεύματα (χαλκός, μόλυβδος, ψευδάργυρος, χρυσός). Μακεδονία και Θράκη (πολλές περιοχές για να αναφερθούν μία-μία) κρατούν τα σκήπτρα του ορυκτού πλούτου και έχουν καταστεί παγκοσμίως γνωστές οι πολύ σημαντικές επενδύσεις των τελευταίων ετών στο θέμα του χρυσού και των θειούχων μεταλλευμάτων στη Ροδόπη και στη Χαλκιδική. Παρνασσός, Γκιώνα, Όρθρυς, Β. Εύβοια, Νάξος, Μήλος, Κίμωλος, Νίσυρος έχουν αποτελέσει παραδοσιακά χώρους έντονης εξορυκτικής δραστηριότητας. Ίσως όμως το κρυφό χαρτί να είναι το δυναμικό της χώρας μας σε πετρέλαιο, ιδιαίτερα στις περιοχές του Ιονίου και νότια και ανατολικά της Κρήτης, κάτι που θα μπορούσε να ανατρέψει την καθεστηκυία στάσιμη αναπτυξιακή κατάσταση. Εδώ θα ήθελα να τονίσω ότι η (βιομηχανική) ανάπτυξη προϋποθέτει φθηνή ηλεκτρική ενέργεια, κάτι που δεν συμβαίνει στην Ελλάδα. Προϋποθέτει επίσης φθηνό νερό, που θα πρέπει στην πατρίδα μας να περιφρουρηθεί ιδιαίτερα ώστε να μην καταντήσει εμπόρευμα στη χρηματιστηριακή αγορά.

ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ

Όσον αφορά στη Θεσσαλία υπάρχουν ήδη εκμεταλλεύσεις ορυκτών και πετρωμάτων με γνωστότερα ίσως παραδείγματα τους περίφημους σχιστόλιθους (πλάκες) Πηλίου καθώς και τα μάρμαρα και τους ασβεστόλιθους διαφόρων τοποθεσιών όπως η Ζάστενη, το Βενέτο, η Αργαλαστή και το Ανατολικό Τισαίο όρος Μαγνησίας και το Κλεινοβό Τρικάλων. Φλέβες γαλακτόχρου χαλαζία έχουν αναγνωρισθεί στους ορεινούς όγκους της Όσσας, του Μαυροβουνίου και του Πηλίου. Στην περιοχή της Ελασσόνας υπάρχουν διατομίτες και λιγνίτες.Χρωμίτης μεταλλουργικού τύπου (δηλ. πλούσιος σε χρώμιο), συγκρίσιμος ποιοτικά με αυτόν του Βούρινου Κοζάνης, συνδέεται με πετρώματα ωκεάνιας λιθόσφαιρας και εμφανίζεται στον Κάτω Όλυμπο, στο Μαυροβούνι, στο Νότιο Πήλιο (Καλά Νερά, Αργαλαστή, Νεοχώρι, Άγιος Γεώργιος) και στον Τίταρο (Λιβάδι Ελασσόνας). Με τα πετρώματα αυτά συνδέονται και εμφανίσεις μεταλλευμάτων μαγγανίου (Κόζιακας, Τίταρος), μαγνητίτη (Όσσα, Μαυροβούνι – σε μορφή ιδιόμορφων οκταέδρων) και τάλκη (Μαυροβούνι). Μεταλλεύματα μαγγανίου απαντούν επίσης εντός μαρμάρων στις ευρύτερες περιοχές Μεσοχωρίου (Μυλόγουστα) και Δομένικου Λάρισας.Θειούχα μεταλλεύματα είναι επίσης γνωστά, ιδιαίτερα από τις ευρύτερες περιοχές Ζαγοράς-Τσαγκαράδας Πηλίου και Ελάφου-Καλαμακίου Μαυροβουνίου.Προφανώς λοιπόν και η Θεσσαλία έχει μπροστά της ένα προσοδοφόρο εξορυκτικό μέλλον όσον αφορά σε συγκεκριμένες ορυκτές πρώτες ύλες».