-->

Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2011

Βιωσιμότητα των ορυκτών πόρων (ΙΙ)

Είμαστε πάλι εδώ για να συνεχίσουμε τον προβληματισμό για τη βιωσιμότητα των ορυκτών και των μετάλλων, να αναλύσουμε περισσότερο την πραγματική και καθόλου την εικονική κατάσταση, σχετικά με τα κρίσιμα ερωτήματα α) Η αποτελεσματικότερη χρήση των μετάλλων οδηγεί σε μείωση της πρωτογενούς εξόρυξης (;)   κι ακόμη  β) αν τα μέταλλα ή ορισμένα από αυτά με τους σημερινούς ρυθμούς εξόρυξης διατρέχουν κίνδυνο εξάντλησης στο άμεσο μέλλον (;)

Σε όλο τον κόσμο, είναι αποδεκτό ότι η βελτιωμένη αποδοτικότητα της διαχείρισης των ορυκτών πόρων, τόσο κατά την παραγωγή όσο και κατά την κατανάλωση και απόρριψη αυτών, σε όλο δηλαδή τον κύκλο ζωής τους, αποτελεί βασική προϋπόθεση για την αειφόρο ανάπτυξη.

Η παγκόσμια εξόρυξη και χρήση των φυσικών πόρων έχει αυξηθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες. Σήμερα, η ανθρωπότητα καταναλώνει περίπου 60 δισεκατομμύρια τόνους πρώτες ύλες κάθε χρόνο, 50% περισσότερο από μόλις 30 χρόνια πριν. Σχεδόν η μισή από αυτή την παγκόσμια χρήση πόρων λαμβάνει χώρα στην Ασία.  Επιπλέον, ορισμένες ασιατικές χώρες εξαρτώνται ολοένα και περισσότερο από εισαγωγές πρώτων υλών (όπως τα μεταλλεύματα) και ορυκτών καυσίμων από άλλες περιοχές του κόσμου.

Οι υψηλοί ρυθμοί πρωτογενούς εξόρυξης και κατανάλωσης των φυσικών πόρων δημιουργούν επίσης μια σειρά από παγκόσμια και περιφερειακά περιβαλλοντικά προβλήματα, όπως η κλιματική αλλαγή, η αποψίλωση των δασών, η απώλεια της βιοποικιλότητας και η ρύπανση. Αυτά προκαλούν συχνά αρνητικές επιπτώσεις και στην υγεία του τοπικού πληθυσμού.

Η αύξηση της αποδοτικότητας των πόρων είναι επομένως η μόνη ολοκληρωμένη στρατηγική για την αντιμετώπιση των ανωτέρω οικονομικών, περιβαλλοντικών και κοινωνικών ζητημάτων, ενώ ταυτόχρονα ικανοποιείται και μια απαίτηση για μια πιο βιώσιμη πορεία της οικονομικής ανάπτυξης.

Η κατά κεφαλή κατανάλωση φυσικών πόρων στην Ασία είναι σημαντικά χαμηλότερη από ό, τι στις πλούσιες χώρες του ΟΟΣΑ. Με περίπου 15 κιλά πόρων ανά ημέρα, οι Ασιάτες, κατά μέσο όρο καταναλώνουν μόνο περίπου το ένα τρίτο των πόρων σε σύγκριση με το μέσο ευρωπαίο και περίπου το ένα έκτο των πόρων σε σύγκριση με ένα κάτοικο της Βόρειας Αμερικής. Ωστόσο, σε απόλυτες τιμές, η Ασία ήδη καταναλώνει πολύ περισσότερα ​​από τις ικανότητες παραγωγής των δικών της πόρων. Επιπλέον, ο πληθυσμός της Ασίας αυξάνεται γοργά και οι άνθρωποι αυτοί δίκαια προσβλέπουν σε υψηλότερο βιοτικό επίπεδο, που θα αυξήσει περαιτέρω την κατανάλωση πόρων.  Η Ευρώπη και οι άλλες βιομηχανικές χώρες με υψηλό ποσό κατά κεφαλήν κατανάλωσης υποχρεούνται επίσης  να αναζητήσουν τρόπους για τη μείωση της συνολικής κατανάλωσής τους σε απόλυτους αριθμούς.

Τα δεδομένα αυτά μας υπογραμμίζουν την επείγουσα ανάγκη να προσανατολίσουμε τις μελλοντικές στρατηγικές ανάπτυξής μας προς αυξημένη αποδοτικότητα των πόρων σε παγκόσμιο επίπεδο.

Τα μέτρα για την αποδοτική χρήση των πόρων αποτελούν βασικό στοιχείο των πακέτων της Πολιτικής Αειφορίας της ΕΕ, με σκοπό τη δημιουργία ευνοϊκών καταστάσεων τόσο για την οικονομία όσο και για το περιβάλλον ταυτόχρονα (win win situation). Έτσι η ΕΕ απαντά στο δίλημμα μεταξύ ανάπτυξης και περιβάλλοντος (απλά επιλέγει και τα δύο!)

Οι προσομοιώσεις σεναρίων για την Ευρώπη δείχνουν ότι οι πολιτικές για την αύξηση της αποδοτικότητας των πόρων σε τομείς της βιομηχανίας θα μπορούσαν να μειώσουν σημαντικά τις δαπάνες παραγωγής και συνεπώς να προκαλέσουν αύξηση της οικονομικής παραγωγής και της εγχώριας και της εξωτερικής ζήτησης (παράδοξο του Jevons). Η ίδια πολιτική επιταχύνει την οικονομική ανάπτυξη και βελτιώνει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα. Βεβαίως, προκειμένου να επιτευχθούν και οι περιβαλλοντικοί στόχοι όπως, για παράδειγμα, η μείωση των εκπομπών CO2, οι πολιτικές αυτές της αποδοτικότητας των πόρων πρέπει να συνδυαστούν και με άλλα μέτρα πολιτικής (πχ. πράσινη καινοτομία – ecoinnovation, αποσύνδεση ανάπτυξης και χρήσης πόρων – κάτι πολύ φιλοδοξο θα λέγαμε!), προκειμένου να περιοριστούν τα λεγόμενα φαινόμενα «rebound».

Ας δούμε τώρα τι λένε για τη βιωσιμότητα των μετάλλων και κάποιοι άλλοι επιστήμονες.

Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου του Yale και του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Μεταλλουργίας Αλουμινίου Robert Gordon, Marlen Bertram και Thomas Graedel αναφέρουν τα ευρήματά τους στα από 17 Ιανουαρίου 2006 Πρακτικά της Αμερικανικής Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών.

«Υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ των αναγκών σε ορυκτές πρώτες ύλες, του βιοτικού επιπέδου, και του επιπέδου της τεχνολογίας που χρησιμοποιείται από την ανθρώπινη κοινωνία σε μια δεδομένη στιγμή της ιστορίας»

Χρησιμοποιώντας τα αποθέματα χαλκού στη Βόρεια Αμερική ως σημείο εκκίνησης, οι ερευνητές παρακολούθησαν την εξέλιξη της εξόρυξης χαλκού, τη χρήση και την απώλεια του μετάλλου κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα. Για το σύνολο του πλανήτη, οι ερευνητές εκτιμούν ότι το 26% του εξορυχθέντος χαλκού από τον φλοιό της Γης έχει χαθεί σε μη ανακυκλωμένα απόβλητα. Για τον ψευδάργυρο, το ύψος της απώλειας είναι 19%. Όμως, οι τιμές των μετάλλων αυτών δεν αντικατοπτρίζουν ακόμα τις απώλειες επειδή:

Α) Τα αποθέματα είναι ακόμα αρκετά μεγάλα και επαρκούν για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της κοινωνίας και
Β) Οι νέες μέθοδοι εκμετάλλευσης έχουν βοηθήσει τα μεταλλεία να παράγουν όλο και περισσότερα μέταλλα. Αυτό δεν σημαίνει αναγκαστικά μεγαλύτερο όγκο αποβλήτων, ούτε αύξηση της πρωτογενούς εξόρυξης. Οι νέες μέθοδοι παράγουν μέταλλα από τα απόβλητα των παλαιότερων εκμεταλλεύσεων, δεν δημιουργούν απόβλητα (zero waste) ή ελαχιστοποιούν τον όγκο τους και επαναπροσδιορίζουν τον ορισμό του αποβλήτου, που γίνεται πλέον πρώτη ύλη σε άλλες βιομηχανίες.

Έτσι, η μελέτη καταλήγει ότι τα μέταλλα αυτά δεν διατρέχουν κίνδυνο εξάντλησης στο άμεσο μέλλον. Αυτό ανέφερε και το άρθρο μας, προσδιορίζοντάς το σε βραχυπρόθεσμη και μεσοπρόθεσμη κλίμακα. Είπαμε: η χρονική κλίμακα έχει μεγάλη σημασία για τη διαπίστωση της βιωσιμότητας.

Ωστόσο, οι ίδιοι ερευνητές πιστεύουν ότι τα σπάνια μέταλλα, όπως πχ. η πλατίνα, αντιμετωπίζουν κινδύνους εξάντλησης εντός του παρόντος αιώνα, λόγω της έλλειψης κατάλληλων υποκατάστατων σε εφαρμογές όπως οι καταλυτικοί μετατροπείς και οι κυψέλες υδρογόνου. Επίσης διαπίστωσαν ότι για πολλά μέταλλα, η μέση ποσότητα κατανάλωσης ανά άτομο συνεχίζει να αυξάνεται. Ως αποτέλεσμα, αναφέρει η έκθεση, ακόμη και τα πιο άφθονα σήμερα μέταλλα μπορεί να αντιμετωπίσουν παρόμοιους κινδύνους εξάντλησης, μακροπρόθεσμα.

[Ι. Ζαφειράτος ,  μηχ. μεταλλείων]