-->

Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2019

Το αρχαίο μεταλλευτικό Λαύριο (1)


Από Δημήτρη Μπίτζιο, Dr. Γεωλόγο – Κοιτασματολόγο, άρθρο συνταχθέν για  επιτόπια συνέντευξη στη Σούριζα σε συνεργείο της ΕΡΤ 1.

1.ΓΕΩΛΟΓΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Η γεωλογική ιστορία της Λαυρεωτικής αρχίζει πριν από 240 εκατομμύρια χρόνια περίπου, οπότε πρωτοσχηματίσθηκαν σε θαλάσσιο περιβάλλον με ιζηματογένεση ασβεστολιθικά πετρώματα (χημική ανθρακική ιζηματογένεση) και πυριτικής σύστασης κλαστικά πετρώματα όπως πηλίτες, ψαμμίτες κ.α. (κλαστική ιζηματογένεση).

Τα πετρώματα αυτά πριν από 52 περίπου εκατομμύρια χρόνια καταβυθίσθηκαν σε μεγάλα λιθοσφαιρικά βάθη (30-38 χλμ.), λόγω της κίνησης των γεωτεκτονικών πλακών του Αγαιακού χώρου (ΕΙΚΟΝΑ 1Α), με αποτέλεσμα να μεταμορφωθούν αντίστοιχα σε μάρμαρα και σχιστόλιθους, τα οποία και παρατηρούμε σήμερα. Διακρίνουμε εναλλαγές οριζόντων μαρμάρων με ορίζοντες σχιστολίθων μεγάλου σχετικά πάχους και με μικρή κλίση ανάπτυξης. Συγκεκριμένα, από τα ανώτερα προς τα κατώτερα υψομετρικά επίπεδα, συναντούμε τον Ανώτερο Σχιστόλιθο με παρεμβολές ανθρακικών οριζόντων, το Ανώτερο Μάρμαρο, τον Ενδιάμεσο Σχιστόλιθο και το Κατώτερο Μάρμαρο. Αναπτύσσονται επομένως τρείς επαφές μεταξύ μαρμάρων και σχιστολίθων που ονομάζονται 1η, 2α και 3η επαφή με μεγάλη σημασία για την δημιουργία αργυρομολυβδούχων κοιτασμάτων, όπως θα αναφέρουμε πιο κάτω.


Ένα σημαντικό γεωλογικό γεγονός συνέβη πριν από 8 περίπου εκατομμύρια χρόνια, όταν διείσδυσαν στην Λαυρεωτική ένας γρανιτικός βαθόλιθος και γρανιτοειδείς φλέβες (ΕΙΚΟΝΑ 1Γ), με μία χαρακτηριστική παρουσία στην περιοχή της Πλάκας, που συνοδεύτηκαν και από θερμά μεταλλοφόρα υδροθερμικά διαλύματα τα οποία έδωσαν γένεση στα μεγάλα και παγκόσμιας κλάσης κοιτάσματα θειούχων αργυμολυβδούχων μεταλλευμάτων(ΕΙΚΟΝΑ 2) του Λαυρίου. Τα κοιτάσματα αυτά αναπτύσσονται εντός των μαρμάρων κοντά στις επαφές των με τους σχιστόλιθους (ΕΙΚΟΝΑ 3).

Διακρίνονται τρείς κύριες μεταλλοφόρες επαφές η 1η μεταξύ του Ανώτερου Σχιστολίθου και του Ανώτερου Μαρμάρου η 2η μεταξύ του Ανώτερου Μαρμάρου και του Ενδιαμέσου Σχιστολίθου και η 3η επαφή μεταξύ του Ενδιαμέσου Σχιστολίθου και του Κατωτέρου Μαρμάρου. Οι 1η και η 2η επαφή αναπτύσσονται επιφανειακά (ΕΙΚΟΝΑ 4) αλλά και σε βάθος ανάλογα με την γεωμορφολογία και τις διαβρωτικές συνθήκες, ενώ η 3η μεταλλοφόρος επαφή που είναι η πλουσιότερη εντοπίζεται σε βάθος που φθάνει στην Καμάριζα (Άγιος Κωνσταντίνος) τα 100μ. από την επιφάνεια. Άλλο ένα επίσης σημαντικό μεταλλογενετικό γεγονός, που άρχισε πριν από 5 περίπου εκατομμύρια χρόνια και συνεχίζεται ακόμη και σήμερα, χαρακτηρίζεται από μία εκτεταμένη οξειδωτική διεργασία των θειούχων πρωτογενών μεταλλευμάτων με αποτέλεσμα τον σχηματισμό μιας μεγάλης ποικιλίας και ομορφιάς ορυκτών που είναι περιζήτητα διεθνώς και εκτίθενται σε πολλά Μουσεία της Ελλάδος αλλά και στο εξωτερικό (ΕΙΚΟΝΑ 5) .

2.ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Κατά την 4η – 3η χιλιετία π.Χ φαίνεται να έχουμε τις πρώτες ενδείξεις της μεταλλευτικής δραστηριότητας στην περιοχή του Θορικού (λόφος Βελατούρι) λίγα χιλιόμετρα Βόρεια του Λαυρίου. Οι αρχαίοι μεταλλευτές εκμεταλλεύτηκαν την 1η μεταλλοφόρο επαφή μαρμάρων - σχιστολίθων, που κατά τόπους ήταν ορατή στην επιφάνεια και κατά συνέπεια εύκολα προσβάσιμη (ΕΙΚΟΝΑ 6).
 
Στη συνέχεια κατά τους κλασικούς χρόνους η μεταλλευτική δραστηριότητα μετατοπίζεται προς τα δυτικά και συγκεκριμένα στην Καμάριζα (Μαρώνεια των αρχαίων μεταλλευτών) όπου εντοπίστηκε το 482 π. Χ. πλούσιο κοίτασμα σε βάθος περίπου 100μ. και συγκεκριμένα στην 3η μεταλλοφόρο επαφή μαρμάρων – σχιστολίθων. Από τα έσοδα της εκμετάλλευσης του αργύρου του Λαυρίου, χρηματοδοτήθηκε η κατασκευή του Αθηναϊκού στόλου (200 τριήρεις) που καταναυμάχησε τους Πέρσες στη ναυμαχία της Σαλαμίνας (480αι.π.Χ.), αλλά και η δημιουργία των αθάνατων έργων του Χρυσού Αιώνα.

3.ΕΞΟΡΥΚΤΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ

Η αναζήτηση των κοιτασμάτων βάθους γινόταν από τους αρχαίους μεταλλευτές με κατακόρυφα κυρίως πηγάδια – φρέατα (οι γεωτρήσεις της εποχής) διαστάσεων 1,30μ.Χ1,90μ. ή λιγότερο συχνά 1,90μ.Χ2,00μ. και με βάθη συνήθως 25μ. έως 55μ., που μπορούσαν να φτάσουν τα 85μ. και με μέγιστο τα 120μ. (Καμάριζα) (ΕΙΚΟΝΑ 7). Τα φρέατα εκτός από την διερεύνηση των κοιτασμάτων χρησιμοποιούνταν επίσης για την διασφάλιση του απαραίτητου αερισμού των υπόγειων εργασιών, όπως και για την μεταφορά του εξορυσσόμενου μεταλλεύματος.

Όταν τα φρέατα συναντούσαν την αναζητούμενη επαφή των πετρωμάτων (μαρμάρων-σχιστολίθων), όρυσσαν διερευνητικές επιμήκεις στοές για να εντοπίσουν κοιτάσματα μεταλλεύματος. Οι διερευνητικές στοές ήταν μικρών διαστάσεων συνήθως 0,6 μ2 (0,70 μ. x 0,85μ.) (ΕΙΚΟΝΑ 8) με αποτέλεσμα οι εργάτες – δούλοι να κινούνται με μεγάλη δυσκολία (έρποντας συχνά) και οι συνθήκες εργασίας και διαβίωσης να γίνονται ιδιαίτερα σκληρές. Όταν οι στοές συναντούσαν το κοίτασμα, τότε γινόταν διεύρυνση αυτών, για την ολοκληρωτική απόληψη του μεταλλεύματος δημιουργώντας έτσι μεγάλους θαλάμους εκμετάλλευσης. Οι κενοί χώροι, λόγω αφαίρεσης του μεταλλεύματος, υποστηρίζονταν με στύλους, οι λεγόμενοι “όρμοι” ή “μεσοκρινείς”, από φτωχό μετάλλευμα ή “στείρο” υλικό (ΕΙΚΟΝΑ 9).

Σημειώνουμε ότι τα μεταλλεία ανήκαν στην Αθηναϊκή Δημοκρατία και μισθωνόταν μετά από δημοπρασίες και με δημοκρατικό τρόπο, σε ιδιώτες.

* Για τις τυχόν αναδημοσιεύσεις από την ιστοσελίδα oryktosploutos.net. Νομικό κείμενο


Η συνέχεια του άρθρου- Το αρχαίο μεταλλευτικό Λαύριο (2)