-->

Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2014

Ομιλία υπουργού Γιάννη Μανιάτη στο Raw Materials High level Conference 2014 (Ι)

Σας ευχαριστώ για την πρόσκληση να είμαι σήμερα εδώ μαζί σας, σε αυτή την πολύ ενδιαφέρουσα ημερίδα για τις πρώτες ύλες. Πρέπει να ξεκινήσω λέγοντας ότι μου άρεσε το ερώτημα που θέσατε, «Γιατί η Αθήνα;». Στο «Γιατί η Αθήνα;», αν θέλουμε να απαντήσουμε με πληρότητα πρέπει να θέσουμε νωρίτερα ένα προηγούμενο ερώτημα: γιατί τόσο αργά η Ευρώπη συνειδητοποιεί τις εξαρτήσεις από εξωγενείς παράγοντες, κυρίως από τρίτες χώρες;

Και θα μου επιτρέψετε με την ιδιότητα, όχι του Υπουργού Περιβάλλοντος, αλλά με την ιδιότητα του Υπουργού Ενέργειας, να σας πω ότι βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη η μεγάλη πανευρωπαϊκή συζήτηση για την εξάρτηση της ευρωπαϊκής ηπείρου και ασφαλώς των κρατών-μελών της ΕΕ από την πολλές φορές μονομερή τροφοδοσία σε ενεργειακούς πόρους. Και βεβαίως το μεγάλο ερώτημα που για δεύτερη φορά θα τεθεί στο Συμβούλιο Κορυφής, είναι πώς η Ευρώπη μπορεί να διαφοροποιήσει τις πηγές αλλά και τους διαδρόμους τροφοδοσίας της σε ενεργειακά αγαθά. Και εδώ έρχεται η πρώτη απάντηση στο ερώτημα «Γιατί η Αθήνα;» και «Γιατί η νοτιανατολική Μεσόγειος;». Γιατί, για πρώτη φορά αρχίζουν να αναδεικνύονται τα συγκριτικά πλεονεκτήματα που έχει χαρίσει η φύση εδώ και δισεκατομμύρια χρόνια σε αυτή την περιοχή του κόσμου.

Γνωρίζετε πολύ καλά ότι η ανακάλυψη Υδρογονανθράκων στο Ισραήλ, στην Κύπρο και ελπίζουμε πολύ σύντομα και στην Ελλάδα, έχουν δημιουργήσει μια εξαιρετικά θετική εικόνα και προοπτική για να δημιουργηθεί μια εναλλακτική διέξοδος στην ΕΕ προκειμένου να έχει τροφοδοσία σε ενεργειακά αγαθά και κυρίως σε φυσικό αέριο.

Εδώ ακριβώς έρχεται η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα, «γιατί στα ζητήματα του ορυκτού πλούτου η Αθήνα». Η Αθήνα ως το κέντρο μια ευρύτερης περιοχής, όπως η Ελλάδα και όχι μόνο, που έχει προικιστεί με σημαντικούς ορυκτούς πόρους, μπορεί, πρέπει και οφείλει πια, να αντιμετωπίσει το μέλλον με όρους ειλικρίνειας, αποφασιστικότητας και κυρίως τομών σε σχέση με το τι σημαίνει το νέο παραγωγικό και αναπτυξιακό μοντέλο μιας χώρας που, μετά από πέντε χρόνια απίστευτης ύφεσης και απάνθρωπης ένδειας, ξεπερνά την κρίση και αρχίζει να κοιτά αισιόδοξα το μέλλον.

Μαζί με τα συγχαρητήριά μου για τη σημερινή πρωτοβουλία, επιτρέψτε μου λοιπόν να καταθέσω τις δικές μας σκέψεις εκ μέρους του ΥΠΕΚΑ.

Ναι, η Ευρώπη είναι αρκετά εξαρτημένη από τις ορυκτές πρώτες ύλες. Σήμερα η Ευρώπη καταναλώνει ετησίως το 30% της παγκόσμιας παραγωγής μεταλλικών ορυκτών, ενώ παράγει μόνο το 3%. Αυτό έχει ως συνέπεια, η ΕΕ για να μπορέσει να καλύψει τις ανάγκες της σε πρώτες ύλες, να εισάγει το 70% των πρώτων υλών που χρειάζεται. Η εξάρτηση στα βιομηχανικά ορυκτά ανέρχεται σε 46%, 70% στο νικέλιο και τα μεταλλεύματα ψευδαργύρου, 80% στα μεταλλεύματα βωξίτη και χαλκού, και 100% στα «κρίσιμα» μέταλλα όπως το κοβάλτιο, η πλατίνα, το βανάδιο και οι σπάνιες γαίες, που είναι απολύτως απαραίτητες στην κατασκευή ανεμογεννητριών και κινητών τηλεφώνων.

Έχοντας υπόψη μας αυτά που μόλις προανέφερα σε ένα πολύ γενικευμένο πλαίσιο, ερχόμαστε στο ερώτημα “και τώρα η Ελλάδα τι;”. Στο κρίσιμο σταυροδρόμι που βρίσκεται τώρα η χώρα μας, επιβάλλεται -περισσότερο από κάθε άλλη φορά- όλοι να συμβάλλουμε στην ανάταξη της οικονομίας. Επιλογή μας ήταν και είναι η αλλαγή του αναπτυξιακού μοντέλου, έτσι ώστε να αυξάνει την διανεμόμενη πίτα του ΑΕΠ και εν συνεχεία να το διανέμει με όρους σταθερότητας και κοινωνικής συνοχής.

Αλλάζουμε το αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας μας και μεταβαίνουμε σταδιακά σε μια νέα οικονομία, με αιχμή την βιώσιμη ανάπτυξη. Επιταχύνουμε την αναπτυξιακή μας στρατηγική με επίκεντρο την περιφέρεια και τους ορυκτούς φυσικούς πόρους, διότι για μας αποτελούν θεμελιώδεις προϋποθέσεις τόσο για την αντιμετώπιση των χρόνιων διαρθρωτικών προβλημάτων και στερήσεων της ελληνικής οικονομίας, όσο και για την υπέρβαση της σημερινής κρίσης.

Ο ορυκτός πλούτος είναι ενταγμένος σε αυτή την στρατηγική μας ως βασικό αναπτυξιακό εργαλείο και ως κοινωνικό αγαθό, αφού ο άνθρωπος χωρίς ορυκτά δεν μπορεί να επιβιώσει. Στις προσεχείς εβδομάδες και μήνες έχουμε προγραμματίσει μια σειρά δράσεων, επιταχύνοντας το βηματισμό μας για την υλοποίηση ώριμων επενδυτικών σχεδίων, με γνώμονα το δημόσια συμφέρον, την κοινωνική συνοχή και ασφαλώς την προστασία του περιβάλλοντος.

Αγαπητοί φίλοι, κυρίες και κύριοι,  Χθες, σε αυτή εδώ την αίθουσα, είχα την ευκαιρία να απευθυνθώ σε ένα άλλο ακροατήριο, αποτελούμενο από 500-600 προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές του ΕΜΠ και ΕΚΠΑ με την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όπου συζητούσαμε το αντίστοιχο θέμα σε επίπεδο Πανεπιστημίων. Επιτρέψτε μου πολύ συνοπτικά να σας καταθέσω σε τίτλους, αυτά που κατά τη γνώμη μου συνιστούν το ενδιαφέρον θέμα της χθεσινής συνάντησης:

Πρώτον, ως ΥΠΕΚΑ δεσμευτήκαμε για τη δημιουργία ενός ανοικτού φόρουμ. Στο φόρουμ αυτό θα συμμετέχουν τα Πανεπιστήμια της χώρας και τα ερευνητικά κέντρα, η αγορά, κυρίως μέσα από το Σύνδεσμο Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων, η κοινωνία μέσα από τους θεσμικά εκλεγμένους εκπροσώπους της – αναφέρομαι κυρίως στις τοπικές κοινωνίες όπου υπάρχει ενδιαφέρον για τον ορυκτό πλούτο – και βεβαίως η κεντρική Δημόσια Διοίκηση. Αναφέρομαι και στα τρία συναρμόδια Υπουργεία: ΥΠΕΚΑ, Υπουργείο Οικονομικών και Υπουργείο Ανάπτυξης. Φιλοδοξούμε αυτό το ανοικτό φόρουμ ορυκτού πλούτου να συνεδριάζει τρεις με τέσσερις φορές το χρόνο, κάνοντας αποτίμηση του πρόσφατου παρελθόντος, κριτική των δράσεων και σχεδιασμό του άμεσου μέλλοντος.

Δεύτερη δράση που εξαγγείλαμε χθες, είναι η αναβάθμιση της επιστημονικής δουλειάς που γίνεται στο ΙΓΜΕ, στο σημερινό ΕΚΒΑΑ. Θέλω να είμαι απόλυτα σαφής. Δεν είμαστε ικανοποιημένοι από τον τρόπο που δεν έχει αξιοποιηθεί όλο αυτό, που μπορεί να συνιστά τον μεγάλο επιστημονικό και αρχειακό πλούτο της χώρας μας στα ζητήματα της γεωλογίας και του ορυκτού πλούτου. Φιλοδοξούμε να κάνουμε πράξη, αμέσως μετά το καλοκαίρι, με το επιστημονικό δυναμικό του Ινστιτούτου, τα Ερευνητικά κέντρα και Πανεπιστήμια της χώρας, με όλες τις Σχολές, μεταλλειολόγων, γεωλόγων, μηχανικών ορυκτού πλούτου κλπ, το να συνδεθούν μεταξύ τους και να συναποτελέσουν την κρίσιμη μάζα συνολικής και γρήγορης ανόρθωσης της χώρας στα ζητήματα ορυκτού πλούτου.

Τρίτη δράση, ο πλήρης και εκ βάθρων ανασχεδιασμός των χρηματοδοτήσεων της Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας στα θέματα του ορυκτού πλούτου. Δυστυχώς, τα τελευταία πολλά χρόνια η χώρα μας δεν έχει δώσει την έμφαση που έπρεπε προκειμένου να αξιοποιηθεί ο ορυκτός πλούτος. Ήδη, είμαστε σε επαφή με τον Γραμματέα Έρευνας και Τεχνολογίας για να ανασχεδιάσουμε όλο αυτό το πλαίσιο.

Και τέταρτη δράση, με μια μικρή δόση περηφάνιας επιτρέψτε μου να πω ότι, για πρώτη φορά, το ΥΠΕΚΑ χρηματοδοτεί από φέτος τρία Μεταπτυχιακά Προγράμματα στις έρευνες Υδρογονανθράκων, ενώ θα υπάρξει συνέχεια και στον υπόλοιπο ορυκτό πλούτο. Πρόκειται για ένα μεγάλο Διατμηματικό με το ΑΠΘ, το ΕΜΠ, Πολυτεχνείο Πάτρας και το ΔΠΘ, ένα άλλο μεταπτυχιακό στο Πολυτεχνείο της Κρήτης στο Τμήμα Ορυκτών Πόρων και ένα ακόμα στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς. Αυτό συνιστά την προσπάθεια που καταβάλουμε ως κεντρική διοίκηση, ως πολιτεία, ώστε να στηρίξουμε το επιστημονικό κομμάτι.

Η συνέχεια εδώ