-->

Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

Ορυκτοί πόροι στην Ελλάδα: Ο ρόλος τους στην Οικονομία

[Ν.Γεωργακάκη και Γ. Βουγιουκαλάκη]*

Ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, έχει πάρει πρωτόγνωρες διαστάσεις η συζήτηση για το πόσους Ορυκτούς Πόρους (O.Π.) διαθέτει η χώρα μας. Η φιλολογία μάλιστα αυτή αναπτύσσεται προς δύο αντίθετες κατευθύνσεις:

  • Η μία, υπερβάλλει σε ότι αφορά τις διαστάσεις των ορυκτών πόρων μας, ποσοτικές, ποιοτικές και οικονομικές.
  • Η άλλη, προσεγγίζει τους Ο.Π. ή τον «ορυκτό πλούτο» με μία αφοριστική, θα λέγαμε μηδενιστική αντίληψη, με βάση την οποία, εφόσον ο «ορυκτός πλούτος» επιβαρύνει ή και καταστρέφει το περιβάλλον, καλύτερα να μην υπήρχε, ή εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχει λόγος να τον εκμεταλλευτούμε σήμερα.

Στο παρόν άρθρο θα κινηθούμε σε ένα "τρίτο δρόμο" και θα προσπαθήσουμε να δώσουμε μια όσο γίνεται πιο αντικειμενική εικόνα για τους Ορυκτούς πόρους μας και τον ρόλο τους στην Οικονομία. Αρχικά, αξίζει να επισημανθεί, πως κανένας αρμόδιος φορέας δεν έχει καταθέσει ολοκληρωμένη μελέτη για το θέμα αυτό, το θέμα της ολοκληρωμένης αποτίμησης των Ο.Π.

Υπάρχουν επιστημονικές εργασίες, κυρίως ατομικές αλλά και ομαδικές, που ασφαλώς έχουν την αξία τους, όμως ολοκληρωμένες μελέτες, συλλογικές, υπό την εποπτεία της αρμόδιας διεύθυνσης του ΙΓΜΕ, δεν έχουν εκπονηθεί. Έχουν δημοσιευθεί αποσπασματικές εργασίες, που όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί πως έχουν τη σφραγίδα αρμόδιου φορέα (πχ του ΙΓΜΕ) ασχέτως αν –ελλείψει ολοκληρωμένων μελετών- ακόμη και ο πρώην Γενικός Διευθυντής ΙΓΜΕ (Παπαβασιλείου 2011) έχει χρησιμοποιήσει αυτές τις εργασίες και τις έχει αποστείλει προς τις εποπτεύουσες αρχές. Κατά συνέπεια, συνολική, ακριβής έγκυρη εκτίμηση των αποθεμάτων της χώρας σε Ορυκτές Πρώτες Ύλες δεν υπάρχει.

Ποια είναι όμως εν πάση περιπτώσει, τα δεδομένα που δίνουν ειδικοί επιστήμονες μας που έχουν ασχοληθεί με το θέμα της καταγραφής των Ο.Π.; Σε αυτά θα αναφερθούμε αρχικά.

Βεβαίως εδώ αξίζει μία επισήμανση-παρένθεση, που αφορά όλους όσους αβασάνιστα ποσοτικοποιούν τα δεδομένα για τους υδρογονάνθρακες που είναι ακόμη λιγότερα, με αποτέλεσμα να οδηγούν κατά κανόνα σε μία ψευδή εικόνα. Επομένως ένα πρώτο γενικό συμπέρασμα μας, είναι, πως οφείλουμε να είμαστε αρκετά επιφυλακτικοί σε σχετικές ανακοινώσεις, ειδικά όσον αφορά τα αποθέματα υδρογονανθράκων.

Τώρα για τους Ο.Π. που αφορούν τα μεταλλικά ορυκτά (Ι), τα βιομηχανικά ορυκτά (ΙΙ) και τα λιγνιτικά κοιτάσματα (ΙΙΙ), η έρευνα που έχει πραγματοποιηθεί είναι σημαντική ώστε, εδώ, η κριτική πρέπει να εστιαστεί στην αδράνεια σύνταξης ολοκληρωμένης επεξεργασίας των δεδομένων που θα βοηθούσε να εξαχθούν τα ορθά συμπεράσματα.

Στις τρεις αυτές κατηγορίες, η πραγματοποιηθείσα έρευνα, μαζί με τα δεδομένα των ίδιων των εταιρειών που τα εκμεταλλεύονται και του φορέα τους ΣΜΕ  (Σύνδεσμος Μεταλλευτκών Επιχειρήσεων), μπορούν να μας δώσουν αρκετά προσεγγιστική εικόνα, πολύ κοντά στην πραγματικότητα, κυρίως στα ποσοτικά δεδομένα των αποθεμάτων και λιγότερο στις αξίες όπως θα εξηγηθεί παρακάτω.Οι πιο αξιόπιστες αποτιμήσεις, τουλάχιστον όσον αφορά τα ποσοτικά δεδομένα, είναι αυτές που αφορούν στις στερεές ενεργειακές ύλες για τις οποίες διεξάγει έρευνες , δεκαετίες τώρα η αρμόδια διεύθυνση του ΙΓΜΕ.

Συνοψίζοντας, μπορούμε να ασκήσουμε κριτική στους αρμόδιους φορείς (πχ ΙΓΜΕ) και τα εκάστοτε εποπτεύοντα υπουργεία (Βιομηχανίας, Ανάπτυξης, ΥΠΕΚΑ) για την παράλειψη αυτή, που ασφαλώς συνιστά μικρότερο παράπτωμα σε σύγκριση με την ανυπαρξία Μεταλλευτικής και γενικότερα Βιομηχανικής πολιτικής.Η βιομηχανική πολιτική αλλά και ειδικότερα η μεταλλευτική πολιτική ήταν και είναι ευκαιριακή, χωρίς στόχευση και όραμα.

*  Οι διατυπωθείσες θέσεις είναι των συγγραφέων και μόνον.

Συνέχεια του άρθρου: Η αξία των Ορυκτών Πόρων της Ελλάδος