-->

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

Η εξορυκτική/μεταλλουργική δραστηριότητα στην Ελλάδα. Στατιστικά δεδομένα 2009-2010.


Δρ. Π. Τζεφέρη: Η εξορυκτική/μεταλλουργική δραστηριότητα στην Ελλάδα. Στατιστικά δεδομένα 2009-2010.

To 2009, για πρώτη φορά, μετά από μια μεγάλη περίοδο θετικών ρυθμών ανάπτυξης, ο τομέας παρουσίασε σημαντική κάμψη σε όλα τα μεγέθη, ακολουθώντας την σημαντική πτώση στη ζήτηση αλλά και τις τιμές των πρώτων υλών στους κλάδους της χαλυβουργίας, των κατασκευών, της οικοδομής, του τσιμέντου και του σκυροδέματος. Στα προϊόντα του κλάδου υπήρξε πτώση παραγωγής και αξίας πωλήσεων που κυμάνθηκε από 20-30% και σε ορισμένες περιπτώσεις 50% και πλέον, κάτω από τα αποτελέσματα του 2008.

Το 2010, ήταν επίσης μια αρνητική χρονιά, με την ύφεση να συνεχίζεται και να ενισχύεται από τα σοβαρά προβλήματα ρευστότητας και χρηματοδότησης της οικονομίας καθώς και την απουσία επενδυτικών πρωτοβουλιών που θα οδηγούσαν στην εγχώρια ανάπτυξη. Αναλυτικότερα, είχαμε περαιτέρω πτώση κατά 20% στην παραγωγή αδρανών δομικών υλικών και σημαντική πτώση στην παραγωγή γύψου, πυριτικού και ποζολάνης λόγω συρρίκνωσης της εγχώριας οικοδομικής και κατασκευαστικής δραστηριότητας, η οποία ξεπέρασε σε πτώση το 40% σύμφωνα με τα στατιστικά του 2010. Ανάλογα επλήγησαν και τα προϊόντα της κεραμικής βιομηχανίας, τα προϊόντα τσιμέντου/σκυροδέματος, τα προϊόντα της ατταπουλγιτικής αργίλου ενώ η ελαφρόπετρα διατηρήθηκε στα χαμηλά επίπεδα του 2009 (παραγωγή λιγότερη από 500 χιλ. tn).

Εντούτοις, τα βιομηχανικά ορυκτά, τομέας κατεξοχήν εξαγωγικός, τα οποία είχαν μία σοβαρή κάμψη το 2009, επανέκαμψαν σε σημαντικό βαθμό στα προηγούμενα επίπεδα, κυρίως χάρη στην βελτίωση που παρουσίασαν οι διεθνείς αγορές πρώτων υλών: 40% αύξηση στην παραγωγή μπεντονίτη, 60% στην παραγωγή χουντίτη (αργό προϊόν), σημαντική αύξηση στα χαλαζιακά προϊόντα ενώ για πρώτη φορά καταγράφτηκε έστω και υποτυπώδης (300 tn) παραγωγή ζεολίθου από το κοίτασμα στα Πετρωτά Εβρου που είναι γνωστό ότι είναι από τα πλουσιότερα παγκοσμίως. Η παραγωγή σε αδιόγκωτο περλίτη επανήλθε στο επίπεδο των 800 χιλ. tn, με εμφανή όμως τα σημεία της κρίσης που αφορά κυρίως την χρήση του ως οικοδομικό υλικό (περίπου 65% στο σύνολο των τελικών χρήσεων) ενώ το υπόλοιπο 30-40% που διοχετεύεται σε μη οικοδομικές εφαρμογές (γεωργικές, μονώσεις, χυτήρια, διήθηση κλπ) δεν αντιμετωπίστηκε πρόβλημα. Οι ποζολάνες ειδικών χρήσεων (πχ. για ειδικά δομικά κονιάματα, πληρωτικά υλικά κλπ) παρουσίασαν σημαντικότατη αύξηση παρά τις υψηλές τους τιμές προσεγγίζοντας τους 80 χιλ. tn.

Βελτίωση είχαμε επίσης, εντός του 2010, στα αποτελέσματα των βασικών μεταλλουργιών παραγωγής πρωτόχυτων Αl και Ni οι οποίες αύξησαν σημαντικά την παραγωγή τους και την εξαγωγική τους δραστηριότητα σε όλα τα επιμέρους προϊόντα. Η παραγωγή Αl προσέγγισε τους 140 χιλ tn απορροφώντας το 80% της ελληνικής παραγωγής βωξίτη και επιτυγχάνοντας κερδοφόρα χρήση (30 εκατ. € κέρδη προ φόρων). Εντός του έτους 2010 είχαμε αύξηση του ποσοστού των εξαγωγών στο σύνολο των πωλήσεων των προϊόντων αλουμινίου από την ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ Α.Ε. κατά 10% (από 45% το 2009 σε 55% των πωλήσεων για το 2010). Για το νικέλιο (Νi), όπου το 2009, η παραγωγική συρρίκνωση έφθασε στο ιστορικό χαμηλό επίπεδο των 8269 tn, είχαμε σοβαρή επανάκαμψη της τάξης του 40% (περίπου 14.000 tn για το 2010) κυρίως λόγω αύξησης της ζήτησης σε ανοξείδωτο χάλυβα αλλά και της επαναλειτουργίας όλων των ηλεκτροκαμίνων του εργοστασίου. Ανάλογη ήταν η αύξηση στην παραγωγή σιδηρονικελιούχων μεταλλευμάτων (30% περίπου) ενώ η εγχώρια παραγωγή βωξίτη διατηρήθηκε στα επίπεδα του 2009 (περίπου 2 εκατ. tn), οφειλόμενη σε άλλους λόγους (καθυστέρηση αδειοδοτήσεων, αποφάσεις ΣτΕ κλπ).


Η παραγωγή σε μικτά θειούχα μεταλλεύματα διατηρήθηκε επίσης στα προηγούμενα επίπεδα ενώ τα προϊόντα εμπλουτισμού (θειούχος μόλυβδος και θειούχος ψευδάργυρος) που εξήχθησαν στο σύνολό τους ξεπέρασαν σε αξία τα 38 εκατ. €. Σημαντική ήταν η ανάκαμψη στα μαγνησιακά καθετοποιημένα προϊόντα του λευκόλιθου (πάνω από 18% σε δίπυρη και καυστική μαγνησία, πυρίμαχες μάζες) και ενθαρρυντική η διατήρηση (με μικρή κάμψη) στα επίπεδα του 2009 της παραγωγικής δραστηριότητας των αστρίων, ολιβινίτη, αμφιβολίτη και των προϊόντων ανθρακικού ασβεστίου.

H παραγωγή Ναξίας σμύριδας μειώθηκε σε 7.000 (κατά 10% περίπου) σε μια προσπάθεια ελέγχου του αδιάθετου αποθέματος ύψους 140 χιλ. tn που διατηρείται στην υπαίθρια αποθήκη σμύριδας στη Νάξο και για το οποίο δυστυχώς οι προσπάθειες διοχέτευσής του στην αγορά, είτε ως έχει είτε μετά από επεξεργασία, δεν έχουν ευοδωθεί ακόμη.

Η εγχώρια παραγωγή ενεργειακών ορυκτών (λιγνίτη) μειώθηκε κατά 10% περίπου κυρίως λόγω μείωσης της παραγωγής του Λιγνιτικού Κέντρου Δυτικής Μακεδονίας ενώ η συμμετοχή του λιγνίτη στο ενεργειακό μίγμα που αφορά το διασυνδεδεμένο σύστημα της Χώρας επανήλθε στα επίπεδα του 2008 (58.8%).

Σημαντική είναι και η αύξηση παραγωγής σε αργό πετρέλαιο (κατά 30% περίπου) σε σχέση με το 2009, κυρίως λόγω επανέναρξης λειτουργίας της παραγωγικής γεώτρησης στο κοίτασμα Βόρειος Πρίνος.

Επίσης, παρά την μεγάλη υποχώρηση της οικοδομικής δραστηριότητας και τις σοβαρές επιπτώσεις στην δραστηριότητα του κλάδου των προϊόντων μαρμάρου αλλά και διακοσμητικών πετρωμάτων, την τελευταία διετία, ο τομέας κατάφερε να διατηρήσει και να βελτιώσει (κατά 10% περίπου) τις θέσεις του 2009. Το 2010, η παραγωγή στο σύνολο των μαρμαρικών προϊόντων (ογκομάρμαρα, ξοφάρια, λατύπες κλπ) ξεπέρασε το 1 εκατ. tn ενώ οι ελληνικές εξαγωγές του τομέα μαρμάρων έφτασαν συνολικά τα 155 εκατ €, αυξημένες κατά 10,65% σε ποσότητα και 33,6% σε αξία, σε σύγκριση με το 2009.

H Πολιτεία ξεκίνησε (μετά από 27 χρόνια!) την αναμόρφωση του ΚΜΛΕ, κατήρτισε το σχέδιο νόμου για την βιοποικιλότητα που αφορά άμεσα την εξορυκτική δραστηριότητα ενώ, στον τομέα των υδρογονανθράκων προετοιμάστηκε και τέθηκε σε διαβούλευση το νομοσχέδιο για την ίδρυση Εθνικού Φορέα Υδρογονανθράκων. Ολες οι παραπάνω πρωτοβουλίες, όπως και το θέμα της ενσωμάτωσης της ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας για τις πρώτες ύλες (RMI), προωθήθηκαν ή ολοκληρώθηκαν σε μεγάλο βαθμό εντός του 2011.

Εντούτοις, πολλά διαχρονικά αιτήματα παραμένουν και κυρίως η θεσμοθέτηση ενός αδειοδοτικού πλαισίου, απλού, σταθερού και προβλέψιμου κατά το δυνατόν, στα πρότυπα υπηρεσιών μίας στάσης, που θα εμπνέει εμπιστοσύνη στους επενδυτές και θα εξασφαλίζει την πρόσβαση στα κοιτάσματα, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της εξορυκτικής δραστηριότητας αλλά και τις τομεακές πολιτικές ανάπτυξης άλλων δραστηριοτήτων.