-->

Τρίτη, 9 Ιουνίου 2020

Η εκμετάλλευση της φύσης και τη "Τραγωδία των Κοινών"

Η έννοια της «Τραγωδίας των Κοινών» διατυπώθηκε από τον οικολόγο Garrett Hardin το έτος 1968, σ ’ ένα άρθρο του που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Science, κι είχε ακριβώς αυτόν τον τίτλο, «The tragedy of the commons».
Η κλίμακα θεώρησης του οικοσυστήματος διαφέρει κάθε φορά, εξαρτώμενη από το κριτήριο του θεωρού -μια ενέργεια, λίγο έως πολύ, υποκειμενική-, ο οποίος αντιλαμβάνεται το οικοσύστημα, όπως ήδη έχουμε πει, σε μικροτοπικό, τοπικό, υπερτοπικό, περιφερειακό, εθνικό ή και παγκόσμιο επίπεδο, ανάλογα με το πώς τίθεται ή γίνεται αντιληπτή η οικοσυστηματική μονάδα. Η κτίση στο επίπεδο της φύσης είναι το άφθαρτο οικοδόμημα, σε αντίθεση με το φθαρτό ανθρώπινο, τ ’οποίο μετά από κάποιο χρόνο χρήσης και συνεχούς συντήρησης, αντικαθίσταται, αφού φτιάχνεται για να εξελίσσεται ώστε να υπάρχει στο διηνεκές. Άλλο αν ο άνθρωπος το υποβαθμίζει με τις πράξεις του ή το καταστρέφει˙ στη φυσική του πορεία αυτό, κατά την οργανική του αρχή, τείνει στην εξέλιξή του, και ποτέ δεν αυτοκαταστρέφεται.

Ως μέρος του κόσμου ο άνθρωπος όφειλε να συμβιώνει με ό,τι τον περιβάλλει, λειτουργώντας με αρχές και κανόνες, για νάναι σε θέση ν’ απολαμβάνει χωρίς το «φόβο» της καταστροφής (της συντέλειας) -που όμως ο ίδιος δημιουργεί!-, τ’ αγαθά της πλάσης. Η φύση προσφέρει όσο παραμένει «οίκος» και λειτουργεί στα πλαίσια της κτίσης, ενός δηλαδή συγκροτημένου συστήματος ζωής, στ ’ οποίο συμμετέχει ο άνθρωπος, π ’αποτελεί μέρος του φυσικού όλου. Δυστυχώς όμως , επιβεβαιώνοντας την κατάσταση του «έκπτωτου», αυτός τούτος ο καταπίπτων άνθρωπος επίλεξε να λειτουργεί με επιβουλή, έχοντας ρόλο κυρίαρχου, οδηγώντας τελικά σε ανισορροπία τον σοφά πλασμένο κόσμο του, χαλνώντας έτσι την τάξη του και καταστρέφοντας την κτίση. Η ιδιοκτησία αυτής, ως μια ιδιότητα της εν λόγω εγωιστικής αντιμετώπισης του ανθρώπου που επιθυμεί να κατέχει, του δίνει το δικαίωμα της δραστηριοποίησής του στη φύση και της χρήσης της.

Θεωρεί ότι η ιδιότητα του κυρίαρχου κι όχι του ορθού διαχειριστή, του αρμόζει και πως του δίδει το δικαίωμα να εξουσιάζει, πως του παρέχει τη δυνατότητα της ελεύθερης άσκησης του πράττειν, κάτι που οδηγεί σε παρεκτροπές κι επιζήμιες/αρνητικές συμπεριφορές στη φυσική κτίση. Αυτή υπάρχει για να προσλαμβάνεται για τον φύσει ρόλο της από το σύνολο των ανθρώπων , από την κοινότητα ως κοινωνία , κι όχι αποκλειστικά, μονομερώς και μονότροπα, κατά τη χρήση της και την εξουσίασή της από τον «έναν» άνθρωπο. Ο Mancur Olson στο βιβλίο του «Εξουσία και ευημερία. Υπερβαίνοντας τις κομμουνιστικές και τις καπιταλιστικές δικτατορίες» (Olson Μ., «Εξουσία και ευημερία. Υπερβαίνοντας τις κομμουνιστικές και τις καπιταλιστικές δικτατορίες», εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2003), αναφέρεται στην ιδιοκτησία στη γη των ανθρώπων, διασυνδέοντάς την με τα καθεστώτα διεκυβέρνησης που ίσχυσαν, αυτά της αναρχίας, της τυραννίας και της δημοκρατίας, επινοώντας για την εξήγησή της την ιστορία των περιπλανώμενων και των εγκατεστημένων ληστών.

Λέγει λοιπόν ότι στα παλιά χρόνια , σπείρες περιπλανώμενων ληστών επέδραμαν και καταλήστευαν, γιατί αν δεν το έκανε αυτό μια σπείρα θα το έκανε άλλη , αφήνοντας πίσω την απόλυτη καταστροφή –βλπ τις περιστώσεις της ληστοκρατίας και της πειρατείας στην Ελλάδα, που για αιώνες την βασάνισαν. Οι χωρικοί έπρεπε ν’ αρχίσουν από το μηδέν την παραγωγή των προϊόντων τους. Σ’ αυτό το καθεστώς αναρχίας, δηλαδή της κλοπής πόρων και της απουσίας θεσμών προστασίας τους , οι μεν ληστές δεν είχαν κανένα κίνητρο να προστατέψουν τη γη κι ό,τι ήταν πάνω της, οι δε χωρικοί δεν είχαν κίνητρο να επενδύσουν, να παράγουν ή να σωρεύσουν οτιδήποτε. Τελικά κανείς δεν ήταν κερδισμένος.

Τότε, μια σπείρα περιπλανώμενων ληστών αποφάσισε να εγκατασταθεί σε μια περιοχή και μετατράπηκαν σε εγκατεστημένους ληστές. Ο αρχηγός της αυτοανακηρύχθηκε μονάρχης ακολουθώντας απολυταρχική διοίκηση. Υπό καθεστώς διοίκησης, η κλοπή των υπηκόων, με την παλιά μορφή της , δεν είχε νόημα αλλά εξορθολογίσθηκε και έλαβε τη μορφή της φορολογίας. Ο μονάρχης δεν είχε συμφέρον να φορολογεί τη σοδειά με φόρο 100%, αλλά με μικρότερο συντελεστή, ώστε να μπορεί να κινείται το σύστημα της προσφοράς και της απόδοσης επ’ ωφελεία του . Έχοντας βεβαία τη μακροχρόνια εξουσία του, είχε συμφέρον να ενθαρρύνει την οικονομική παραγωγή με κίνητρα (χαμηλότερους φόρους) και παροχή δημόσιων αγαθών (προστασία, τάξη, ασφάλεια κ.λπ.) Η διοίκηση απαιτούσε κρατικές λειτουργίες, ώστε να εισπράττει περισσότερους φόρους συνεχώς, χωρίς πρόβλημα . Υπό αυτές τις συνθήκες ήταν ευχαριστημένοι και οι υπήκοοι διότι απολάμβαναν την προστασία και την ευημερία που τους παρείχε το σύστημα διοίκησης του μονάρχη. Όταν όμως διέβλεπε ο μονάρχης ότι η εξουσία του θα ήταν αβέβαιη, δεν έδινε κίνητρα και δήμευε τους πόρους που θ’ απέδιδαν φόρους χαμηλότερους από την αξία τους στο διάστημα της εξουσίας του.

Οι περισσότερες τέτοιες εξουσίες αποδείχθηκαν πεπερασμένες, απέδωσαν οικονομικά όχι πέραν της μιας γενεάς (30‐35 χρόνια), και η συμπεριφορά των μοναρχών διολίσθησε σε αυτή των περιπλανώμενων ληστών. Όταν αναπτύχθηκαν ομάδες συμφερόντων και η κυριαρχία του ενός μονάρχη αμφισβητήθηκε, διαμορφώθηκε σταδιακά το καθεστώς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας όπου θεσπίσθηκαν καθεστώτα ιδιοκτησίας, συναλλαγών , διοίκησης κ.ά. Στην ιδεατή της μορφή, η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, με το να δίνει την εξουσία σ ’ αυτούς που προάγουν τις επιθυμίες του πληθυσμού, προσφέρει κίνητρα για διαρκή και καλή διακυβέρνηση που ευνοούν την οικονομική ανάπτυξη και διασφαλίζουν το δημόσιο ή κοινό συμφέρον. Η διαδοχή έτσι της εξουσίας οδήγησε από την αναρχία στη μοναρχία και κατόπιν στη δημοκρατία. Αντίστοιχα με το καθεστώς διακυβέρνησης καθορίστηκε κάθε φορά το καθεστώς ιδιοκτησίας της γης και των πόρων που, ανάλογα με τη ζήτηση και τις κρατούσες περιβαλλοντικές, οικονομικές, τεχνολογικές και κοινωνικο‐πολιτισμικές συνθήκες , οδηγεί σε υπερεκμετάλλευση γης, νερού, εδάφους, και να καταλήξει στην υποβάθμιση ή και την απώλεια των φυσικών αγαθών. Όταν η ζήτηση είναι χαμηλή, τα τεχνολογικά μέσα και τα κοινωνικο‐οικονομικά πρότυπα παραδοσιακά, τότε, ανεξάρτητα από το καθεστώς ιδιοκτησίας των πόρων, οι παρεμβάσεις είτε των περιπλανώμενων είτε των εγκατεστημένων ληστών (μικροί ή/και μεγάλοι παραγωγοί και καταναλωτές) δεν προκαλούν υποβάθμιση της γης κι απώλεια πόρων. Όταν οι πόροι είναι ελεύθερης πρόσβασης, αλλά η ζήτηση μεγάλη, ο ανταγωνισμός έντονος, η τεχνολογία προηγμένη και το κίνητρο για κέρδος ισχυρό ή και αποκλειστικό, οι «ληστές» υπερ‐εκμεταλλεύονται τους έγγειους πόρους, εντείνοντας την υποβάθμιση τους και αυξάνοντας τον κίνδυνο απώλειάς τους˙ μια περίπτωση της κλασικής «τραγωδίας των κοινών».
(…)
Ο ατομικός άνθρωπος καταδικάζει τον μέσα του κοινωνικό (και φύσει) άνθρωπο σε αποβολή , κάτι που εντέλει συνιστά απώλεια του εαυτού του. Το άτομο στην κοινωνική του διάσταση αποβάλλεται από το Είναι του, και τούτο συγκροτεί μιαν αρνητική κατάστασή του που ως φαινόμενο με αναφορά στην κοινωνία ονομάστηκε τραγωδία των κοινών. Η «τραγωδία των κοινών» ως έννοια αναφέρεται στο πρόβλημα της ατομικής συμπεριφοράς απέναντι σε συλλογικά αγαθά. Ειδικότερα, όταν κάποια αγαθά είναι κοινά τότε η εκμετάλλευσή τους αποφέρει ατομικά πλεονεκτήματα αλλά και κοινά μειονεκτήματα. Επειδή τα μειονεκτήματα είναι κοινά, το άτομο τ’ αγνοεί . Επικεντρώνεται στα πλεονεκτήματα που αντλεί ατομικά από τη χρήση του κοινού αγαθού κι έτσι οδηγείται στην υπερβολική κι αλόγιστη χρήση των κοινών τούτων πόρων. Αυτό φαίνεται νάναι και το εγγενές πρόβλημα του νεοφιλελεθερισμού, καθώς η ανάγκη για συνεχές κέρδος από το άτομο, κατά το πνεύμα λειτουργίας του συστήματος και σύμφωνα με τις επιταγές του, οδηγεί σε απώλεια κοινών αγαθών , σε απώλεια πόρων, προκειμένου να ικανοποιηθεί η επιδίωξη του κέρδους.

Η έννοια της «Τραγωδίας των Κοινών» διατυπώθηκε από τον οικολόγο Garrett Hardin το έτος 1968, σ ’ ένα άρθρο του που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Science, κι είχε ακριβώς αυτόν τον τίτλο, «The tragedy of the commons». Την πατρότητα όμως της ιδέας φέρει ο βικτωριανός οικονομολόγος William Forster Lloyd, ο οποίος τη χρησιμοποίησε σ’ ένα δοκίμιό του το έτος 1833. Ο Lloyd δημιούργησε ένα υποθετικό σενάριο των επιπτώσεων της ανεξέλεγκτης βόσκησης στην κοινή γη, που στη συνέχεια ονομάστηκε «commons», στα βρετανικά νησιά. Ο Hardin αντίστοιχα αναφέρθηκε στο παράδειγμα ενός βοσκότοπου όπου βόσκουν βοοειδή, που αποτελεί το κοινό λιβάδι κτηνοτρόφων, ιδιοκτητών των βοοειδών. Εάν, μας λέγει , ένας κτηνοτρόφος αποφασίσει ν’ αυξήσει τα ιδιόκτητα βοοειδή του στο βοσκότοπο, για ν’ αυξήσει το κέρδος του , τότε αντιστοίχως κι άλλοι κτηνοτρόφοι θα τον ακολουθήσουν διότι και αυτοί επιδιώκουν αύξηση του κέρδους τους. Όμως τούτο θα σημαίνει υποβάθμιση του λιβαδιού, της κοινής γης, του κοινού αγαθού, του φυσικού πόρου, καθώς η βοσκοϊκανότητά του είναι συγκεκριμένη , και η συνεχής αύξηση της βόσκησης θα το καταστήσει μη δυνάμενο ν ’ ανταποκριθεί στην τέτοια πίεση. Συνεπώς τότε θάχουμε συνολική ζημιά για όλους τους κτηνοτρόφους, ακόμα και για κείνους που δεν αύξησαν τα βοοειδή τους, και το επιδιωκώμενο κέρδος όχι απλώς δε θα υπάρχει , αλλά θα δημιουργούνταν ολική απώλεια. Τούτη την κατάσταση εύστοχα τη χαρακτήρησε ως «τραγωδία των κοινών», και τούτο διότι , «… ενώ ο καθένας επιδιώκει το δικό του συμφέρον για μια κοινωνία που πιστεύει στην ελευθερία των κοινών , εντούτοις η ελευθερία σ ’ έναν κοινό πόρο προκαλεί καταστροφή σε όλους όταν η χρήση του δεν πραγματοποιείται ορθολογικά και λελογισμένα».

(του Αντώνη Καπετάνιου, από το βιβλίο του «ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΚΑΙ Η ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΣΤΗ ΦΥΣΗ», έκδοση ιδίου, Αθήνα 2020, https://www.bookstation.gr/Product.asp?ID=55012).