-->

Κυριακή, 28 Ιουνίου 2020

ΛΑΡΚΟ: 70% κάτω οι παραγγελίες!

Το 70% των παραγγελιών της έχασε η ΛΑΡΚΟ, καθώς η διεθνής αγορά ανησυχεί για ενδεχόμενο «λουκέτο», ενώ ακόμη και για τις μικρές ποσότητες που έκλεισε συμφωνίες υποχρεώθηκε να προσφέρει μεγάλες εκπτώσεις.

[του Ν. Χαλδούπη*,  https://www.businessdaily.gr/]

Στις τρεις δεκαετίες όπου βρίσκεται υπό κρατική (κακο)διαχείριση, η βιομηχανία νικελίου ΛΑΡΚΟ πάντα κατάφερνε να έχει πελάτες, παρότι βρέθηκε πολλές φορές στο χείλος της οικονομικής κατάρρευσης. Το καλό όνομα της εταιρείας στη διεθνή αγορά ήταν και το τελευταίο σημαντικό asset που διέθετε: παράγοντας προϊόν υψηλής ποιότητας και δείχνοντας πάντα συνέπεια στα συμβόλαια, ήταν ο προτιμώμενος προμηθευτής από μεγάλες βιομηχανίες ανοξείδωτου χάλυβα.

Από τα τέλη του περασμένου έτους, όμως, ακόμη και αυτό το asset χάθηκε για τη ΛΑΡΚΟ και είναι πλέον μια βαριά βιομηχανία που δυσκολεύεται να βρει πελάτες. Όχι επειδή δεν μπορούσε να δει αυτή την αξία ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Κωστής Χατζηδάκης, που δήλωνε στη Βουλή (15 Νοεμβρίου 2019) ότι προσπαθεί να βρει «ένα σημείο το οποίο να το αναδείξω ως παράδειγμα επιτυχούς λειτουργίας αυτής της επιχείρησης και δεν μπορώ να βρω». Αλλά επειδή η διεθνής αγορά αντιλήφθηκε ότι, για πρώτη φορά από τότε που η προβληματική ΛΑΡΚΟ του Μποδοσάκη έδωσε τη θέση της στη «νέα» ΛΑΡΚΟ του Δημοσίου, ο κίνδυνος να βάλει οριστικό «λουκέτο» η τελευταία βιομηχανία νικελίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν υπαρκτός και άμεσος.

Από τα τέλη του περασμένου χρόνου, είχε γίνει σαφές στη διεθνή αγορά ότι η κυβέρνηση θα έθετε σε εφαρμογή το σχέδιο που τελικά ενεργοποιήθηκε με ειδική νομοθετική ρύθμιση τον Φεβρουάριο, το οποίο αποτελεί παραλλαγή του σχεδίου που δεν εφαρμόσθηκε το 2013 και συνοψίζεται στο εξής: η ΛΑΡΚΟ πωλείται ή κλείνει. Δηλαδή, έγινε γνωστό ότι πρόθεση της κυβέρνησης, υπό την πίεση και της Κομισιόν, που θέτει επιτακτικά το θέμα της επιστροφής στο Δημόσιο παράνομων κρατικών ενισχύσεων, είναι να οδηγήσει τη ΛΑΡΚΟ σε τμηματική εκποίηση περιουσιακών στοιχείων και, αν δεν βρεθεί ένας αγοραστής για το εργοστάσιο της Λάρυμνας, αυτό θα οδηγηθεί στο κλείσιμο.

Οι χαμένες παραγγελίες. Η ψυχρή λογική των βιομηχανιών ανοξείδωτου χάλυβα που κάθε χρόνο κλείνουν συμβόλαια με τη ΛΑΡΚΟ έλεγε ότι υπήρχε πλέον άμεσος κίνδυνος η ΛΑΡΚΟ να μην μπορέσει να εφαρμόσει τις υποχρεώσεις της, είτε επειδή θα έκλεινε το εργοστάσιο λόγω αδυναμίας εξεύρεσης επενδυτή, ή επειδή η βιομηχανία θα αντιμετώπιζε δυσκολίες στη λειτουργία της (έλλειψη κεφαλαίου κίνησης, απεργιακές κινητοποιήσεις), που θα την υποχρέωναν να μειώσει την παραγωγή της.

Έτσι, όπως αποκαλύπτει το Business Daily, η διαδικασία της σύναψης συμβάσεων ετήσιας διάρκειας με μεγάλες βιομηχανίες ήταν πραγματικά καταστροφική για τη ΛΑΡΚΟ. Σύμφωνα με πληροφορίες, η βιομηχανία υποχρεώθηκε να κλείσει συμφωνίες μόνο για το 1/3 των ποσοτήτων, για τις οποίες είχε κλείσει συμφωνίες τον αμέσως προηγούμενο χρόνο, καθώς δύο μεγάλες βιομηχανίες, αγόρασαν πολύ μικρότερες ποσότητες, ενώ άλλη μία δεν έκλεισε καν σύμβαση με τη ΛΑΡΚΟ. «Ουσιαστικά, η διεθνής αγορά έκλεισε την πόρτα στη ΛΑΡΚΟ», όπως σχολιάζουν πηγές με βαθιά γνώση του θέματος.

Όμως, ακόμη και για τις μικρές ποσότητες που κατάφερε να κλείσει συμβόλαια η ΛΑΡΚΟ, η βιομηχανία πέτυχε μια πύρρειο νίκη, αφού υποχρεώθηκε να προσφέρει πολύ μεγάλες εκπτώσεις σε σχέση με τις διεθνείς τιμές, όπως αυτές διαμορφώνονται στο Χρηματιστήριο Μετάλλων του Λονδίνου (London Metal Exchange - LME). Χάρη στην καλή ποιότητα των προϊόντων της, η ΛΑΡΚΟ πωλούσε συνήθως με premium έναντι των τιμών LME, αλλά στα τελευταία συμβόλαια υποχρεώθηκε να προσφέρει εκπτώσεις έως και 800 δολ. ανά τόνο.
  • Ειδικότερα, οι πληροφορίες του Business Daily για τις συμφωνίες που έκλεισε η ΛΑΡΚΟ αναφέρουν ότι:Ενώ με τα περσινά συμβόλαια, στην Outokumpu είχαν πωληθεί 7.700 τόνοι με premium 50 δολ. έναντι της τιμής LME, φέτος πωλήθηκαν μόνο 2500 τόνοι, με έκπτωση (discount) 700 δολ. σε σχέση με τη διεθνή τιμή.
  • Στην Acerinox έγινε για την προηγούμενη χρονιά συμφωνία να πωληθούν 2.800 τόνοι με premium 50 δολ., ενώ φέτος συμφωνήθηκε να πωληθούν μόνο 2.200 τόνοι, με έκπτωση 800 δολ. από τη διεθνή τιμή.
  • Ο τρίτος μεγάλος πελάτης της ΛΑΡΚΟ, η Aperam, που είχε αγοράσει πέρυσι 4.400 τόνους νικελίου, φέτος έχει εξαφανισθεί από το πελατολόγιο της ΛΑΡΚΟ, καθώς δεν δέχθηκε να αγοράσει ούτε με έκπτωση.
  • Έτσι, συνολικά η ΛΑΡΚΟ έχει κλείσει συμβάσεις μόνο για 4.700 τόνους, ενώ την περασμένη χρονιά τα συμβόλαιά της κάλυπταν 14.900 τόνους.
Πρόκειται για μια μείωση της τάξεως του 70%, που θα ήταν αρκετή για να «γονατίσει» ακόμη και μια υγιή βιομηχανία, πολύ περισσότερο την ήδη προβληματική ΛΑΡΚΟ, η οποία πλέον λειτουργεί με μια τελευταία κρατική ενίσχυση που έλαβε από την κυβέρνηση και η οποία εξαντλείται πολύ γρηγορότερα από τους αρχικούς υπολογισμούς, με αποτέλεσμα να είναι πλέον αμφίβολο αν η εταιρεία μπορεί να συνεχίσει τη λειτουργία της μέχρι να ολοκληρωθούν οι ξεχωριστοί διαγωνισμοί για τα περιουσιακά της στοιχεία (εργοστάσιο και μεταλλεία).

Ο κερδισμένος ανταγωνιστής. Ανεξάρτητα από τις προθέσεις και τους χειρισμούς της κυβέρνησης, στη διεθνή αγορά η ΛΑΡΚΟ θεωρείται «σβησμένη από το χάρτη» για έναν ακόμη, πολύ σοβαρό λόγο: οι πωλήσεις που χάνει η ελληνική βιομηχανία καταλήγουν στο μεγαλύτερο (και μοναδικό στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο) ανταγωνιστή της. Όπως αναφέρουν καλά πληροφορημένες πηγές, το μεγαλύτερο μέρος των παραγγελιών που έχασε η ΛΑΡΚΟ από βιομηχανίες ανοξείδωτου χάλυβα κατευθύνθηκαν στο εργοστάσιο Euronickel (πρώην FENI Industries), στο Καβάνταρτσι της Βόρειας Μακεδονίας, το οποίο βρίσκεται σε φάση εξυγίανσης μετά τη χρεοκοπία του και την εξαγορά του από το private equity fund, Global Special Opportunities (GSOL). Σύμφωνα με πληροφορίες, η GSOL, διαθέτοντας συνολική παραγωγική δυναμικότητα από τη μονάδα στη Β. Μακεδονία και άλλη μία που ελέγχει, η οποία φθάνει τους 50.000 τόνους ετησίως, ήταν σε θέση με ευκολία να απορροφήσει τις παραγγελίες που έχασε η ΛΑΡΚΟ.

Έτσι, η εκκίνηση της διαδικασίας διάσωσης/εξυγίανσης της ΛΑΡΚΟ ενεργοποίησε το νόμο των μη επιδιωκόμενων συνεπειών: ενώ η ΛΑΡΚΟ έχασε τους πελάτες της και είναι πλέον μια «σκιά» του παλιού της εαυτού, με περιορισμένο ρόλο στη διεθνή αγορά, ο μεγαλύτερος ανταγωνιστής της, το εργοστάσιο νικελίου της Β. Μακεδονίας, πήρε ένα «φιλί ζωής», ακριβώς τη στιγμή που το χρειαζόταν για να ανακάμψει μετά τη χρεοκοπία. Ασφαλώς, στις προθέσεις της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου και του ειδικού συμβούλου για το θέμα της ΛΑΡΚΟ, Γιώργου Παπαγεωργαντά, ο οποίος γνωρίζει καλά την υπόθεση από τη μακρά θητεία του στο ΤΑΙΠΕΔ, δεν ήταν να φθάσουμε σε αυτό το αποτέλεσμα, όμως αυτή είναι η δυσάρεστη πραγματικότητα που διαμορφώνεται.

Θα βρεθεί αγοραστής για το εργοστάσιο;Καθώς η κυβέρνηση «τρέχει» τη διαδικασία που θα καταλήξει στη διενέργεια διαγωνισμών για το εργοστάσιο και τα ορυχεία της ΛΑΡΚΟ, εδραιωμένη είναι η πεποίθηση όσων γνωρίζουν τους συσχετισμούς στον κλάδο διεθνώς ότι πολύ δύσκολα θα βρεθεί αγοραστής για το εργοστάσιο της Λάρυμνας, καθώς χρειάζεται πολύ μεγάλες επενδύσεις εκσυγχρονισμού και προσαρμογής στους περιβαλλοντικούς κανόνες, το ύψος των οποίων υπολογίζεται ότι φθάνει τα 200 εκατ. δολ. Σύμφωνα με πληροφορίες, διεθνείς όμιλοι που είχαν δείξει στο παρελθόν ενδιαφέρον για τη ΛΑΡΚΟ, ορισμένοι εκ των οποίων έχουν βολιδοσκοπηθεί από την κυβέρνηση ανεπίσημα, έχουν αποκλείσει κάθε ενδεχόμενο να υποβάλουν προσφορά για τα περιουσιακά στοιχεία της ΛΑΡΚΟ.

Πληροφορίες που έχει μεταδώσει το πρακτορείο Reuters από τον Ιανουάριο, λίγο πριν κατατεθεί στη Βουλή η νομοθετική ρύθμιση για τη ΛΑΡΚΟ, ανέφεραν ότι «ένα asset που μπορεί να ενδιαφέρει την GSOL είναι η ελληνική ΛΑΡΚΟ, η οποία είχε υπάρξει η μεγαλύτερη παραγωγός νικελίου στην Ευρώπη, αλλά αγωνίζεται να αντεπεξέλθει στα μεγάλα χρέη της».

Όμως, από πολλές πλευρές εκφράζεται έντονη αμφιβολία αν ακόμη και η GSOL, που φαίνεται να είναι ο μόνος διεθνής «παίκτης» ο οποίος παρακολουθεί την υπόθεση της ΛΑΡΚΟ, διατηρεί ενδιαφέρον για εξαγορά του εργοστασίου της Λάρυμνας, αφού ήδη διαθέτει την «αναγενημμένη», με επενδύσεις 100 εκατ. ευρώ, μονάδα παραγωγής στη Β. Μακεδονία, αλλά και μία ακόμη μονάδα, που αγόρασε από την Glencore στη Δομινικανή Δημοκρατία. Εξάλλου, οι συνθήκες της διεθνούς αγοράς, με τη μεγάλη αβεβαιότητα που υπάρχει για τη ζήτηση νικελίου λόγω της πανδημίας, δεν ευνοούν σχεδιασμούς για αύξηση παραγωγικής δυναμικότητας -το αντίθετο, υπάρχει ανάγκη περιορισμού της παραγωγής για να «αναπνεύσουν» οι τιμές.

Το πιθανότερο, όπως εκτιμούν στελέχη της αγοράς, είναι ότι το ενδιαφέρον της GSOL περιορίζεται στα ορυχεία της Καστοριάς, τα οποία έχουν σημαντικά αποθέματα λατερίτη και μπορούν να δώσουν λύση στο πρόβλημα εξάντλησης των αποθεμάτων της Β. Μακεδονίας. Τα μεταλλεία της Καστοριάς, άλλωστε, εκ της γεωγραφικής θέσης τους, προσφέρονται για μεταφορά του μεταλλεύματος στη Βόρεια Μακεδονία, σε απόσταση μόλις 40 χιλιομέτρων. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, δύσκολα μπορεί κανείς να φαντασθεί ένα σενάριο, στην κατάληξη του οποίου διασώζεται και συνεχίζει τη λειτουργία του το ιστορικό εργοστάσιο της Λάρυμνας.

*To περιεχόμενο του κειμένου απηχεί σε προσωπικές απόψεις του αρθρογράφου.