-->

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2020

Λιγνίτου Επιτάφιος

 
[Του Κωνσταντίνου Γιαζιτζόγλου ΔΣ  ΓΕΩΕΛΛΑΣ ΑΜΜΑΕ, Αντιπροέδρου ΣΜΕ*]

Ημουν 7 ή 8 χρονών όταν η νονά μου – μηχανικός της ΔΕΗ στο Αλιβέρι – μου έφερε ένα βιβλίο για τα υπόγεια λιγνιτορυχεία. Ήταν ένα ασπρόμαυρο εγχειρίδιο ασφαλείας με πλαστικό εξώφυλλο, γεμάτο με αυστηρές οδηγίες και εντολές. Οι περιγραφές και κυρίως οι φωτογραφίες ανθρώπων, με μουτζουρωμένα αλλά χαμογελαστά πρόσωπα στα έγκατα της γης αποτέλεσαν τροφή για την φαντασία μου και, ίσως, έπαιξαν ρόλο στην επιλογή μου να γίνω μηχανικός. Αυτό που δεν θα μπορούσα τότε να φανταστώ, είναι ότι μισό αιώνα αργότερα θα έγραφα έναν επικήδειο για τον Ελληνικό Λιγνίτη.


Σε καμία περίπτωση δεν είμαι ο ειδικός στο θέμα, αλλά ας κάνουμε μαζί μια υπόθεση. Ας φανταστούμε ότι ηΕλλάδα δεν είχε λιγνίτη ή κάποιο άλλο ενεργειακό ορυκτό. Αυτό σημαίνει ότι ο μεταπολεμικός εξηλεκτρισμός θα έπρεπε αν στηριχθεί αποκλειστικά σε εισαγόμενα καύσιμα. Τι επίπτωση θα είχε αυτό στην ανάπτυξη της χώρας; Πόσο θα επηρέαζε το κόστος παραγωγής; Πως θα τα έβγαζε πέρα το ήδη καχεκτικό ισοζύγιο εξωτερικών πληρωμών; Μήπως το αναπτυξιακό «θαύμα» των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών θα είχε ακολουθήσει βραδύτερους ρυθμούς; Πόσο θα μας είχαν επηρεάσει οι πετρελαϊκές κρίσεις, αν η ηλεκτροπαραγωγή μας δεν βασιζόταν κατά 50% σε εγχώριο καύσιμο; Πολλές από αυτές τις ερωτήσεις έχουν απαντηθεί είτε ποιοτικά είτε και ποσοτικά. Το συμπέρασμα είναι ότι, ίσως να ήμασταν μια άλλη χώρα.

Τα τελευταία χρόνια, εναλλακτικά μοντέλα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που δεν στηρίζονται σε καύσιμα, κερδίζουν συνεχώς έδαφος. Ο γράφων δηλώνει, μετά λόγου γνώσεως, ότι δεν είναι πεπεισμένος για την βιωσιμότητα και την μικρότερη περιβαλλοντική επιβάρυνση των λύσεων που προτείνονται σήμερα. Σε κάθε περίπτωση όμως, τέτοιες εναλλακτικές λύσεις δεν υπήρχαν όταν ξεκίνησε η Πτολεμαΐδα και η Μεγαλόπολη. Τι θα είχαμε χάσει αν δεν αξιοποιούσαμε τον Ελληνικό Λιγνίτη; Κάθε κιλοβατώρα που παράχθηκε από τα δύο λιγνητικά κέντρα, θα έπρεπε να είχε παραχθεί με άλλα, εισαγόμενα καύσιμα, κυρίως πετρέλαιο. Ακόμα και στην περίπτωση που η παραγωγή με πετρέλαιο ήταν φθηνότερη η απώλεια για το ΑΕΠ από την επιλογή του εισαγόμενου καυσίμου θα ήταν τεράστια. Ποια θα ήταν ή επίπτωση στην Ελληνική οικονομία. Και βέβαια, πως θα ήταν σήμερα η Κεντρική Μακεδονία και η Κεντρική Πελοπόννησος;

Σήμερα ο λιγνίτης δαιμονοποιείται. Γίνεται ο εύκολος αποδιοπομπαίος τράγος για τις περιβαλλοντικές ασέλγειές που δεν μπορούμε, ή δεν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε ως κράτος. Σε μια Ελλάδα με εκατοντάδες παράνομες χωματερές, με χιλιάδες ρυπογόνα αυτοκίνητα, με ανεξέλεγκτη διάθεση αποβλήτων, με αμέτρητες πολεοδομικές αυθαιρεσίες με περιβαλλοντική επίπτωση, ξεκινάμε την περιβαλλοντική κάθαρση με έναν σημαντικό εθνικό πόρο. Ναι η χρηση του λιγνίτη επιβαρύνει το περιβάλλον περισσότερο από κάποια αλλα καύσιμα. Σαφώς υπάρχουν τεχνολογίες παραγωγής ενέργειας με χαμηλότερες εκπομπές ρύπων. Όμως, από τις δεκάδες πηγές αερίων του θερμοκηπίου στη χώρα μας, ο λιγνίτης ανήκει σε μια μικρή ομάδα με σημαντική θετική συνεισφορά στο ΑΕΠ. Οι τόνοι του διοξειδίου που εκπέμπονται από τις μονάδες τις ΔΕΗ εισφέρουν πολλές εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ στην Εθνική οικονομία. Οι τόνοι που εκπέμπονται από απορυθμισμένα πετρελαιοκίνητα οχήματα, ασυντήρητες κεντρικές θερμάνσεις και τζάκια, σε τι ακριβώς συνεισφέρουν. Και ακόμα, ποιος μπορεί να ποσοτικοποιήσει την γεωπολιτική αξία του να καλύπτεις σχεδόν το μισό των αναγκών σου σε ηλεκτροπαραγωγή από δικούς σου πόρους.

Δεν είναι στόχος αυτού του άρθρου να αξιολογήσει τις επιλογές για τον λιγνίτη και τις εναλλακτικές μορφές παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Η απόφαση έχει ήδη ληφθεί και μάλιστα σε υπερεθνικό επίπεδο. Μπορεί κανείς να εκφράσει την ανησυχία του για το αν έχει ληφθεί υπόψη το συνολικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα των εναλλακτικών λύσεων, ή να αναρωτηθεί για την βιωσιμότητα μιας οικονομίας που θα πληρώνει το υψηλότερο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη, αλλά μέχρι εκεί. Καλό θα ήταν όμως να συμφωνήσουμε, ότι η εκμετάλλευση του λιγνίτη, όπως και κάθε άλλου ορυκτού πόρου, είχε και έχει θετικά και αρνητικά. Η μέχρι σήμερα αξιοποίηση του, προσέφερε πολύ περισσότερα θετικά από αρνητικά. Για την απόφαση της διακοπής χρήσης του, τα συμπεράσματα θα τα βγάλουν άλλοι, σε είκοσι χρόνια από σήμερα.

Ο Σύνδεσμος Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων παρακολουθεί από κοντά τις εξελίξεις στο θέμα της απολιγνιτοποίησης. Πέρα από το στενά κλαδικό ενδιαφέρον, καθώς πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους ορυκτούς πόρους μας, οι επιπτώσεις στο κόστος του ρεύματος και την ενεργειακή σταθερότητα της χώρας θα είναι κρίσιμες για την Ελληνική οικονομία γενικότερα. Κατά συνέπεια, έχει κεφαλαιώδη σημασία τόσο η κατά το δυνατόν καλύτερη προετοιμασία όσο και η αξιοποίηση του οποιουδήποτε χρονικού περιθωρίου, για την μετάβαση στην επόμενη ημέρα. Προφανώς, ως κλαδικό όργανο, είμαστε στην απόλυτη διάθεση της πολιτείας να συνεισφέρουμε όπου και όπως μπορούμε.

Στη διεθνή βιβλιογραφία υπάρχουν επιστημονικά τεκμηριωμένες καλές πρακτικές για την ομαλότερη και αποδοτικότερη για τον ιδιοκτήτη διακοπή της εξορυκτικής δραστηριότητας. Παραδείγματος χάριν, δεδομένου του ότι σημαντικές ποσότητες του ορυκτού δεν θα αξιοποιηθούν ενεργειακά, έχει νόημα να εξορυχθούν εφ εξής μόνο οι καλύτερες ποιότητες. Αυτό θα βελτιώσει τόσο το κόστος παραγωγής όσο και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Από την άλλη πλευρά, ο λιγνίτης αποτελεί έναν σημαντικό εθνικό πόρο και η οποιαδήποτε εναλλακτική αξιοποίηση του (πχ γεωργικές εφαρμογές) θα πρέπει να μελετηθεί εξαντλητικά και να στηριχθεί οικονομικά.

Στον κλάδο μας, τα τελευταία χρόνια γίνεται μεγάλη συζήτηση για την «κοινωνική επιχειρησιακή άδεια» δηλαδή την αποδοχή της -τοπικής συνήθως – κοινωνίας για την δραστηριοποίηση μιας επιχείρησης. Στην περίπτωση της αξιοποίησης ορυκτών πόρων, πέρα από το θέμα της όχλησης, συχνά μπαίνει και θέμα κατανομής του οφέλους μεταξύ της κοινωνίας και της επιχείρησης. Προφανώς, η κοινωνία έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να αποφασίσει για την διαχείριση των πόρων της, αρκεί να αναγνωρίζουμε ότι πρόκειται για εθνικούς πόρους, των οποίων ο ορίζοντας αξιοποίησης συνήθως ξεπερνάει την τρέχουσα γενεά. Προϋπόθεση όμως για να καταλήξουμε σε μια ορθολογική απόφαση, είναι να έχουν τεθεί υπ’ όψη μας όλα τα δεδομένα και κυρίως, να έχει γίνει μια αντικειμενική εκτίμηση τόσο των βραχυπρόθεσμων όσο και των μακροπρόθεσμων επιπτώσεων της κάθε εναλλακτικής πρότασης. Και βέβαια, να εντοπίσουμε και να απομονώσουμε όσους, για βραχυπρόθεσμα προσωπικά οφέλη, προωθούν τη μια ή την άλλη λύση.

*Το παρόν κείμενο και περιεχόμενο απηχεί σε προσωπικές απόψεις του αρθρογράφου.