-->

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2018

ΑΣΒΕΣΤΟΚΑΜΙΝΑ ΚΑΙ ΔΑΣΟΣ (III)

Τα άσπρα νησιά μας «λάμπουν» χάρη στον ασβέστη!
(Χώρα Κυθήρων, δεκαετία 1960,φωτογραφία Παύλος Μυλώφ).
[του Αντώνιου Β. Καπετάνιου, Δασολόγου-Περιβαλλοντολόγου]

Σ΄ ό,τι δε αφορά την έτερη φυσική ύλη που χρησιμοποιούνταν στ’ ασβεστοκάμινα για την παραγωγή ασβέστου, δηλαδή τη δασική ύλη που απαιτείτο για την καύση, εκεί πρέπει να σταθούμε περισσότερο. Ενοχοποιούνται σε πολλές περιπτώσεις τ’ ασβεστοκάμινα για την εις βάρος του δάσους λειτουργία τους· είτε ό,τι λειτούργησαν αυθαίρετα και καταχρηστικά στο φυσικό χώρο, είτε ό,τι υπερκατανάλωσαν δασική ύλη με τη ληστρική απόληψή της από τα δασικά οικοσυστήματα. Υπάρχει αλήθεια σε αυτό, όχι όμως στο βαθμό που παρουσιάζεται. Κατά βάσιν τ’ ασβεστοκάμινα λειτούργησαν θετικά στα δασικά περιβάλλοντα, ως στοιχεία της γενικότερης διαχείρισης του φυσικού χώρου, με τη δραστηριοποίηση του ανθρώπου σε αυτόν, και συνεισέφεραν στη λειτουργία των δασικών οικοσυστημάτων. Η δραστηριότητα των ανθρώπων της υπαίθρου στο φυσικό χώρο πραγματοποιούνταν κατά κανόνα με όρους της φύσης, καθώς είχαν αφομοιωμένη στη συνείδησή τους την αρχή της διηνέκειας της δασικής ύλης για τη συνέχεια του δάσους κατά τη λειτουργία τους στο φυσικό χώρο, στα πλαίσια της φύσει εφαρμογής από αυτούς της αρχής της αειφορίας, μια αρχή που οι συγκεκριμένοι άνθρωποι την ήξεραν καλά ως εμπειρικοί διαχειριστές στη φύση, έχοντας ως προς τούτο ως σταθερή αξία τη μεταβιβαζόμενη γνώση και σοφία των προγόνων.

Παραδοσιακές τεχνικές κατασκευές ενταγμένες στο φυσικό σύστημα
Η δασική ασβεστοποιΐα, εφόσον ενεργούνταν ορθά, αποτελούσε δραστηριότητα συμβατή με τη φύση. Η καταχρηστική δραστηριότητα του ανθρώπου, προκύπτουσα βεβαίως από το συνδυασμό πολλαπλών χρήσεων που ασκούνταν στο φυσικό χώρο και τον επιβάρυναν με αρνητικές συνέπειες στη λειτουργία του (κι όχι αποκλειστικά λόγω της ασβεστοποιΐας), ήταν περισσότερο αισθητή σε τόπους με υπολλειμματική την παρουσία της δασικής βλάστησης, έτσι που η έντονη δραστηριότητα σε αυτούς οδηγούσε στην απώλεια της δασικής ύλης και στην κατοπινή υποβάθμιση των φυσικών περιβαλλόντων (είδαμε αυτόν τον τρόπο λειτουργίας των ανθρώπων στα νησιά μας, καθώς και σε άλλα μέρη της ηπειρωτικής χώρας που συγκροτούντο από οριακά φυσικά περιβάλλοντα, όπου εκεί έφταναν στο σημείο ν’ αφαιρούν ως και το ξυλώδες μέρος του ριζικού συστήματος των φυτών, για να πάρουν ξυλώδη ύλη).

Η δασική ασβεστοποιΐα συνίστατο στην άσκηση μιας χρηστικής δραστηριότητας στη φύση, στα δασικά οικοσυστήματα ειδικώς, η οποία πραγματοποιείτο με όρους της φύσης και με σεβασμό σε αυτήν, καθώς ο νοός υπαίθριος Έλλην λειτουργούσε με την πράξη του στο φυσικό χώρο ως ορθός διαχειριστής του –αρκεί διά τούτο να τηρούνταν ένα «πρωτόκολλο» εμπειρικής πρακτικής, με την εφαρμογή κανόνων άσκησης της εν λόγω δραστηριότητας, ώστε η ανθρώπινη ενέργεια να εντάσσεται ομαλά και να μην αντιβαίνει στη φυσική λειτουργία, κι οπωσδήποτε να μην αποβαίνει αρνητική για τη φύση (για το δασικό οικοσύστημα).

Τίποτα ξένο δεν εισάγονταν στο φυσικό σύστημα με την πραγματοποίηση της ασβετοποιητικής δραστηριότητας του ανθρώπου σε αυτό· τίποτα τεχνητό δεν υποκαθιστούσε φυσικές λειτουργίες και δε δημιουργούσε ανατροπές. Η τεχνική αρκούσε για το αρμόνισμα των φυσικών στοιχείων, καθώς η ύλη η προερχόμενη από τη φύση που θα χρησιμοποιείτο στην ανθρώπινη κατασκευή αποτελούσε και την πρώτη ύλη για να παραχθεί το υλικό που επιδιωκόταν, με την ισόρροπη θετική ανθρώπινη ενέργεια στο φυσικό σύστημα. Πέτρες, ξύλα, χώμα ήταν τα μόνα υλικά που απαιτούνταν, όλα της ντόπιας φύσης, ενώ η ίδια η κατασκευή μετά το πέρας λειτουργίας της, μετά δηλαδή από την εξυπηρέτηση του σκοπού, διαλύονταν, αφομοιωνόμενα τα φυσικά υλικά δημιουργίας της στη φύση, απ’ όπου προήλθαν. Όλα συνεπώς σε σχέση με την εν λόγω δραστηριότητα είχαν ξεκίνημα κι απόληξη στη φύση, και η δραστηριότητα του ανθρώπου σε αυτήν είχε φυσική αναφορά, φυσική σύσταση και φυσική προόρηση.

Η λειτουργία των ασβεστοκάμινων θεωρούνταν κατά βάσιν θετική δραστηριότητα στα δασικά οικοσυστήματα· με την προϋπόθεση βεβαίως να πραγματοποιούνταν αειφορικά και ισόρροπα. Με αυτήν αφαιρούνταν καύσιμα από το δάσος κι εξυπηρετούνταν ο καθαρισμός τους και η υγιής συνέχειά τους. Για το λόγο τούτο και ο αρμόδιος τμηματάρχης του Υπουργείου Γεωργίας Δημήτριος Χηνόπουλος, εκφράζοντας την επίσημη θέση του υπουργείου (της Δασικής Υπηρεσίας) στο θέμα αυτό, αναφέρει το 1965: «Η δασική ασβεστοποιΐα πλην της παραγωγής του προϊόντος ωφελεί και κατ’ άλλον τρόπον, διότι διά της χρησιμοποιήσεως δασικής καυσίμου ύλης αξιοποιεί τα δάση και τας δασικάς εκτάσεις διά της απομακρύνσεως των θάμνων και φρυγάνων που είναι σε σύμπυκνη κατάσταση, ως και των κουφαλερών και γηραιών δένδρων εκεί όπου υπάρχουν τοιαύτα, με αποτέλεσμα να απομένουν κανονικώς τα υπόλοιπα, ενώ διά της αραιώσεως μειούται εις το ελάχιστο δυνατόν και ο κίνδυνος των πυρκαγιών» (Χηνόπουλος Δημ., «Η παραγωγή της ασβέστου», περιοδικό «Δασικά Χρονικά», τεύχος 78ο, Απρίλιος 1965).

Για τη λειτουργία του ασβεστοκάμινου απαιτούνταν η ικανοποίηση δύο προϋποθέσεων: να υπάρχει ασβεστόπετρα στην περιοχή και να γειτνιάζει το ασβεστοκάμινο με δασική περιοχή με αρκετή δασική ύλη. Στη φύση, πέραν του μαρμάρου, στ’ οποίο κατά το πλείστον υφίσταται σε καθαρή μορφή το ανθρακικό ασβέστιο, που δίνει την άσβεστο, αυτό (το ανθρακικό ασβέστιο) το συναντούμε με προσμίξεις μικρού ή μεγάλου βαθμού στον ασβεστόλιθο (ή κοινώς ασβεστόπετρα), που η Ελλάδα, όπως προείπαμε, τον έχει στη δομή της σε μεγάλο βαθμό. Από αυτόν λαμβάνονταν με την πύρωση η άσβεστος (το ειδικό βάρος του ασβεστόλιθου αναλόγως των προσμίξεων, κυμαίνεται από 2,6 έως 2,8). Στοιχεία πρόσμιξης στον ασβεστόλιθο είναι συνήθως η άργιλος, το ανθρακικό μαγνήσιο, το πυρίτιο, το οξείδιο του σιδήρου, διάφορα άλατα κι οργανικές ουσίες.
Κατασκευή ενταγμένη στην ελληνική φύση!

Γιατί ενοχοποιήθηκαν;
Για να παρασκευαστεί καλής ποιότητας άσβεστος έπρεπε ο ασβεστόλιθος να είναι όσο το δυνατόν καθαρός. Κανονική άσβεστος παρήγετο από ασβεστόλιθο με ξένες ανόργανες ουσίες το πολύ μέχρι 5%. Σε αυτή την περίπτωση είχαμε την καλής ποιότητας άσβεστο, που ονομάζονταν «παχειά άσβεστος». Ενώ η άσβεστος με ανόργανες προσμίξεις πάνω από 5% δε θεωρούνταν καλής ποιότητας κι ονομάζονταν «ισχνή άσβεστος». Η συγκεκριμένη αποκλείονταν για τα ασβεστοκονιάματα, καθώς αυτά γίνονταν μη συμπαγή και τριφτά. Η παρουσία οργανικών προσμίξεων και υγρασίας στον ασβεστόλιθο δεν είχε σημασία, καθώς οι οργανικές ουσίες καίγονταν με την καύση του ασβεστοκάμινου, ενώ η υγρασία διευκόλυνε την παραγωγή του υλικού λόγω του ότι, η βίαιη απομάκρυνση της υγρασίας με την καύση προκαλούσε χαλάρωση του ασβεστόλιθου κι ευκολότερη αποσύνθεσή του, με γρηγορότερη παραγωγή ασβέστου.

Το ανθρακικό ασβέστιο του ασβεστολίθου (CaCO₃) θερμαινόμενο γι’ αρκετό χρόνο σε θερμοκρασία 900°-1000°C διασπάται σε διοξείδιο του άνθρακος (CO₂) και σε άσβεστο (CaO) σύμφωνα με την αντίδραση:  CaCO₃=CaO+CO₂−42,5Cal

Η παραπάνω αντίδραση απαιτεί χρόνο για να ολοκληρωθεί, δύναται όμως να επιταχυνθεί αυξανομένης της θερμοκρασίας ή ελλατώνοντας την ατμοσφαιρική πίεση. Στην περίπτωση όμως αυτή δε λαμβάνουμε καλής ποιότητας άσβεστο. Θεωρητικά, η λαμβανόμενη άσβεστος εκ της ανωτέρω διαδικασίας βρίσκεται σε ποσοστό 56% αναλόγως των προσμίξεων του ασβεστολίθου. Γενικώς όμως, ένα ποσοστό της παραπάνω λαμβανόμενης ασβέστου της τάξης του 45-50% θεωρείται ικανοποιητικό και οικονομικά αποδεκτό. Από την αντίδραση βλέπουμε ότι η απαιτούμενη θερμότητα για τη διάσπαση ενός χλγμ ασβεστολίθου ανέρχεται στις 425 θερμίδες. Λαμβάνοντας ως βάση τον λιθάνθρακα για την καύση, που έχει θερμαντική δύναμη 8.200 θερμίδες, τότε για να καύσουμε 1.000 χλγρ ασβεστολίθου και για να παράγουμε 400-500 χλγμ ασβέστου, απαιτούνται 425×1.000/8.200=51,8 χλγμ λιθάνθρακα. Εάν καύσουμε καυσόξυλα θ’ απαιτηθεί τετραπλάσια ποσότητα, σε σχέση με αυτή του λιθάνθρακα, ενώ για θάμνους και φρύγανα θ’ απαιτηθεί πενταπλάσια και μισό ποσότητα (εκτιμήσεις που προκύπτουν σύμφωνα με τη θερμαντική απόδοση της κάθε μορφής καύσιμη ύλη).

Διαπιστώνουμε μετά τούτων την αναγκαιότητα σημαντικής ποσότητας δασικής ύλης που απαιτούνταν για την καύση των ασβεστοκάμινων, η οποία λαμβάνονταν από τις πλησίον σε αυτά δασικές εκτάσεις. Όμως, από την άλλη πλευρά, πρέπει να λάβουμε υπόψη πως τα συγκεκριμένα ασβεστοκάμινα ήταν περιοδικής λειτουργίας και δεν είχαν μόνιμο χαρακτήρα, κάτι που σημαίνει πως δεν πραγματοποιούνταν συνεχής απόληψη δασικής ύλης, αλλά σε συγκεκριμένη ποσότητα και χρονικώς προσδιορισμένη. Ακολουθούντως δε το κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας τους, όπως προέκυπτε από τις διατάξεις που αφορούσαν στη διαχείριση του δάσους (θα τις δούμε παρακάτω), δε θα ήταν δυνατό υπό κανονικές συνθήκες λειτουργίας τους κι αντιστοίχως κανονικότητας στην απόληψη ξυλώδους μάζας για την καύση τους, να έχουμε, εξαιτίας της ύπαρξης ασβεστοκαμίνων, υποβάθμιση των δασικών περιβαλλόντων. Όμως, από την άλλη πλευρά, ο μη ορθός τρόπος λειτουργίας των ασβεστοκάμινων σε δασικά οικοσυστήματα οριακά, που τελούσαν σε υποβάθμιση, βρίσκονταν σε διατάραξη ή σε συγκροτούντο στις δύσκολες από πλευράς συνθηκών ξηροθερμικές περιοχές της χώρας (όπως π.χ. συνέβαινε στα νησιά του κεντρικού Αιγαίου, στη Μάνη κ.ά.), μπορούσε να επιφέρει περαιτέρω υποβάθμιση των δασικών τούτων περιβαλλόντων.

Για τον παραπάνω λόγο εξάλλου, τ’ ασβεστοκάμινα ενοχοποιήθηκαν για το ρόλο τους στην περιβαλλοντική υποβάθμιση περιοχών της χώρας, πάντα όμως σε συνέργεια με άλλους παράγοντες και σε συνδυασμό με δραστηριότητες που ασκούνταν παράλληλα στο φυσικό χώρο. Επίσης ενοχοποιήθηκαν για πυρκαγιές σε δάση και δασικές εκτάσεις της χώρας, λόγω μη τήρησης των κανόνων και μέτρων αντιπυρικής προστασίας που επιβάλλετο να λαμβάνονται, και γιατί, παρά τις απαγορεύσεις, τα καμίνια έκαιγαν καταμεσίς της θερινής περιόδου! Διαβάζουμε σχετικά: «Το κάψιμο του ασβεστοκάμινου γινόταν πάντα καλοκαίρι, τέλη Ιουλίου, αρχές Αυγούστου, μετά το θέρισμα και το αλώνισμα. Την ημέρα που θα άναβαν το καμίνι καλούσαν τον παπά να κάνει Αγιασμό» (Φίλιππας Π.,«Τα ασβεστοκάμινα στη Λευκάδα», www.aromalefkadas.gr, στη στήλη «Ελιξίρια μνήμης», δημοσίευση 20-5-2018).

Ενοχοποιήθηκαν ακόμα τ’ ασβεστοκάμινα για την καταστροφή πολλών αρχαίων μνημείων μας, καθώς οι Έλληνες παλαιότερα έκαιγαν στ’ ασβεστοκάμινα τα μάρμαρα των μνημείων που αποτελούνταν από καθαρή άσβεστο, για να πάρουν εύκολα και γρήγορα καλό υλικό· αυτό συνέβαινε κυρίως στα πρώτα χρόνια της επίσημης νέας θρησκείας, του Χριστιανισμού, ως εναντίωση στην παλαιά αρχαία θρησκεία και για την καταστολή της ειδωλολατρίας, αλλά συνεχίστηκε και στα επόμενα χρόνια, που η προστασία των αρχαίων μνημείων δεν υπήρχε ή δεν ήταν επαρκής.

ΑΣΒΕΣΤΟΚΑΜΙΝΑ ΚΑΙ ΔΑΣΟΣ (IV)