-->

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2018

ΑΣΒΕΣΤΟΚΑΜΙΝΑ ΚΑΙ ΔΑΣΟΣ (II)

Το ασβέστωμα αποτελούσε παλαιότερα απαραίτητη συνθήκη λειτουργίας της ελληνικής κοινωνίας. Κατά το εθιμικό των πρωτινών καιρών στην ελληνική επαρχία, πριν παντρευτεί κάποιος έπρεπε να παράγει ασβέστη!
[του Αντώνιου Β. Καπετάνιου, Δασολόγου-Περιβαλλοντολόγου]

Η ευρεία χρήση της ασβέστου, όπως προεκτέθηκε, δεικνύει τη μεγάλη σημασία της για την ελληνική κοινωνία, κάτι που δικαιολογεί την πρωταρχική τάση των Ελλήνων, πριν η τεχνολογία και η εξέλιξη των μέσων αλλάξει τα δεδομένα στην παραγωγή της ασβέστου, να δημιουργούν ασβεστοκάμινα στην ελληνική ύπαιθρο. Η δε χωρική ασβεστοποιΐα, ήτοι η δασική ασβεστοποιΐα, συνέβαλλε στην ενίσχυση της τοπικής οικονομίας περιοχών της Ελλάδας που δεν είχαν αναπτυξιακή δυνατότητα σύμφωνα με τα δεδομένα παλαιότερων εποχών, όπως ήταν οι ορεινές και νησιωτικές περιοχές, με την απασχόληση εργατικών χεριών και την παραγωγή του ασβεστοποιΐτικού προϊόντος (της ασβέστου), που σε ικανή ποσότητα αποτελούσε προϊόν εμπορικής συναλλαγής –ανταλλακτικού ή οικονομικού τύπου.

Κατά το εθιμικό των πρωτινών καιρών στην ελληνική επαρχία, πριν παντρευτεί κάποιος έπρεπε να παράγει ασβέστη! Τούτο κοντολογίς απέρρεε από την απαίτηση κατασκευής οικίας, όπου θα στεγάζονταν η νέα οικογένεια, κάτι που σήμαινε προμήθεια υλικών ανέγερσης της οικίας. Κύριο υλικό της κατασκευής αποτελούσε ο ασβέστης· για το χτίσιμο, το σοβάτισμα και το άσπρισμα του σπιτιού. Ο ιδιοκτήτης, για οικονομικούς κυρίως λόγους, προτιμούσε να παράγει ο ίδιος τον ασβέστη, παρά να τον προμηθευτεί. Έστηνε λοιπόν ασβεστοκάμινο γι’ αυτόν το σκοπό με τη βοήθεια φίλων, συγγενών και γενικώς των συγχωριανών του, κι έτσι, με συνεργατικό πνεύμα, παράγονταν ο απαιτούμενος ασβέστης της οικίας. Μπορούσε να συνεταιριστεί και με άλλους για το σκοπό αυτό, οι οποίοι επιθυμούσαν να παράγουν ασβέστη για ίδια χρήση. Ήταν μια πρακτική των προηγούμενων καιρών, όταν στην απομεμακρυσμένη από τα αστικά κέντρα κι αποξεχασμένη ελληνική επαρχία, που τ’ αγαθά δε διετίθεντο εύκολα, παράγονταν τα υλικά της άμεσης χρήσης από την κοινωνία σε τοπικό περιβάλλον. Ανευρίσκονταν συνεπώς λύσεις για την κατοίκηση σ’ επίπεδο κοινότητας, προκύπτουσες ως έκφραση του κοινωνισμού· με την αλληλοβοήθεια και την αλληλεγγύη.

Συνέπειες της λειτουργίας των ασβεστοκάμινων στο φυσικό περιβάλλον
Συνειδητοποιώντας την ανάγκη γι’ ασβέστη τότε, για όλες τις χρήσεις που αυτός αξιοποιείτο, όπως προείδαμε, και ιδίως στις περιοχές της χώρας που η χρήση του στην οικοδομική τούς δηλοποιούσε, όπως συνέβαινε με τους λευκούς αιγαιοπελαγίτικους οικισμούς, καταλαβαίνουμε την ευρύτατη κατανάλωση πρώτης ύλης που απαιτούνταν, όχι σ’ ό,τι αφορούσε στην ασβεστόπετρα, καθώς αυτή υπήρχε άφθονη −παρά το γεγονός ότι ανοικτές πληγές στο ελληνικό φυσικό περιβάλλον αφέθηκαν από την, εν είδει λατομικής δραστηριότητας, εξαγωγή ασβεστολίθου−, αλλά στην κατανάλωση δασικής ύλης για την καύση των ασβεστοκάμινων. Αυτή η κατανάλωση στον κλειστό κύκλο της κοινότητας και στο επίπεδο της μικρής περιφέρειας, και ιδίως στα μικρά νησιά, δεν ακολουθούσε τον κύκλο ζωής που απαιτούνταν για την επαναδημιουργία της αποληφθείσας δασικής ύλης, καθώς υπήρχε έντονη απαίτησή της και γι’ άλλες χρήσεις, έτσι που η αφαίρεση αυτής από τα δασικά οικοσυστήματα να μην αναπληρώνεται. Η ανάγκη για δασική ύλη για την ασβεστοποιΐα προστίθονταν στην αντίστοιχη ανάγκη για τη λειτουργία άλλων καμινιών, όπως για την κεραμοποιΐα, την αγγειοπλαστική, την ανθρακοποιΐα, τη σιδηροποιΐα κ.τλ., καθώς και για τις ανάγκες θέρμανσης των τοπικών πληθυσμών.

Επίσης, η ανάγκη για γεωργική γη, που εξυπηρετούνταν εις βάρος της δασικής, όπως και για την κτηνοτροφία, δημιουργούσε τελικώς ως ισχυρή πίεση στα υφιστάμενα δασικά οικοσυστήματα, τ’ οποία μοιραία υποχωρούσαν ή υποβαθμίζονταν. Ιδιαίτερα τούτο ήταν εμφανές στα νησιά του Αρχιπελάγους, που η κλειστού τύπου οικονομία η οποία αναπτύχθηκε στους στενεμένους τόπους και στα φτωχά και περιορισμένα νησιωτικά περιβάλλοντα για αιώνες, επέφερε την ανάπτυξη έντονης δραστηριότητας πρωτογενούς παραγωγής στα εκεί εδάφη και συνετέλεσε στη μεταβολή των φυσικών περιβαλλόντων, διαμορφώνοντας τη φυσιογνωμία των νησιών κατά τη σημερινή τους εικόνα· όχι βεβαίως την τουριστική αλλά την περιβαλλοντική.

Είναι ασφαλώς μακρινοί οι καιροί που κάποτε τα νησιά του Αιγαίου πελάγους καλύπτονταν από δασική βλάστηση, κάτι που σήμερα δε θα το φανταζόμασταν βλέποντάς τα βραχοποιημένα ή καλυμμένα με φρύγανα, όμως διερευνώντας τα στην ιστορική πορεία τους σε σχέση με την ανθρώπινη δραστηριότητα σε αυτά, τα ερνηνεύουμε και περιβαλλοντικά, και καταλαβαίνουμε την εξέλιξή τους εξηγώντας την εικόνα τους που από κάποια χρονική περίοδο κι έπειτα τα χαρακτήρισε. Όπως προκύπτει από ιστορικές αναφορές/πηγές, μέχρι και τα βυζαντινά χρόνια τα περισσότερα από τα αιγαιοπελαγίτικα νησιά μας ήταν δασωμένα. Το δένδρο που τα χαρακτήριζε, σχηματίζοντας όμορφα δάση, ήταν η δρυς (απομεινάρια της συναντούμε ακόμα και σήμερα σε κάποια από τα νησιά του Αιγαίου πελάγους).

Μας πληροφορεί σχετικά ο υπουργός και στρατηγός του Βυζαντίου Συμεών ο Μεταφραστής ότι η Πάρος μέχρι και τον 11ο αιώνα μ.Χ. ήταν πλήρως δασωμένη κι ότι είχε πλούσια πανίδα. Μάλιστα η μετακίνηση διά ξηράς από τη Νάουσα (της Πάρου) στη Χώρα ήταν αδύνατη λόγω της σύμπυκνης βλάστησης! Ο δε ιεράρχης Σάμου Ιωσήφ Γεωργειρήνης αναφέρεται το 1678 στην πλούσια βλάστηση της Πάτμου, την οποία μάλιστα χαρακτηρίζει ως «εριβώλαξ και γόνιμο». Παρόμοιες αναφορές από διάφορες πηγές έχουμε για την Αμοργό, τη Σίφνο, την Κύθνο, τη Σέριφο κι άλλα αιγαιοπελαγίτικα νησιά μας. Ο καθηγητής Χ. Α. Διαπούλης αναφέρεται στους λόγους καταστροφής της δασικής βλάστησης των νησιών μας, η οποία συντελέστηκε «για θέρμανση και για τις οικιακές ανάγκες, για την παραγωγή οικοδομικής ξυλείας, για τη λειτουργία των ανθρακοκαμίνων, των ασβεστοκαμίνων και των κεραμοκαμίνων». Καταλήγει δε λέγοντας χαρακτηριστικά ότι, για τους παραπάνω σκοπούς απολήφθηκε «ως και το ξυλώδες μέρος του ριζικού συστήματος των θάμνων και των δένδρων των νησιών» (Διαπούλης, 1961).

Παρόλα ταύτα, η εκ των ασβεστοκαμίνων δραστηριότητα χαρακτηρίζονταν ως ήπιου χαρακτήρα και ως μη βλαπτική για το φυσικό περιβάλλον, αρκεί ν’ ασκούνταν με τον ισόρροπο τρόπο που επιβάλλονταν. Τούτο επέτασσε τη συνειδητή λειτουργία των ενεργούντων στη φύση ανθρώπων της υπαίθρου, τόσο ως προς την απόληψη πρώτων υλών από αυτήν όσο και ως προς τον τρόπο πραγματοποίησης της δραστηριότητας. Κατ’ αρχάς ν’ αναφέρουμε ότι η βασική πρώτη ύλη για την άσβεστο, ο ασβεστόλιθος, υπάρχει σε αφθονία στην ελληνική φύση, καθώς περίπου τα 2/3 της ορεινής και νησιωτικής επιφάνειας της χώρας καλύπτεται από ασβεστολιθικά πετρώματα. Απ’ εκεί και πέρα τίθεται το ζήτημα της ορθής περιβαλλοντικής απόληψης του υλικού, ώστε να μην πληγώνεται η φύση και δημιουργείται αισθητική και περιβαλλοντική ζημιά στο φυσικό χώρο (δημιουργία «ανοικτών πληγών» στο περιβάλλον κι εγκαταλελειμμένων υπολλειμμάτων θραύσης, προερχόμενων από τον κακό και ληστρικό τρόπο απόληψης της ασβεστόπετρας). Τούτο στα πρωτινά κείνα χρόνια του εμπειρικού τρόπου λειτουργίας του Έλληνα στη φύση, επαφείονταν στη συνειδησιακή του λειτουργία, κατά το πώς θα ενεργήσει, καθώς η σχέση του με το περιβάλλον και ο τρόπος έκφρασής του στον περίγυρο συναρτώντο με το βαθμό πρόσληψης της φύσης κι αντίληψής του ως προς τα κοινά πράγματα, που τέτοιο ήταν ο φυσικός χώρος όπου δραστηριοποιούνταν.

Και μπορούμε να πούμε, ζυγιάζοντας τα πράγματα εν σχέσει και με τις δύσκολες καταστάσεις που ο Έλληνας αντιμετώπισε κατά τη βίωσή του στους ελληνικούς τόπους, ότι κατά το μάλλον ή ήττον η φύση δεν προδώθηκε από αυτόν· μπορεί να υπερεκμεταλλεύτηκε τους φυσικούς πόρους για την επιβίωσή του, μπορεί να λειτούργησε αρνητικά στη φύση για την ικανοποίηση των αναγκών του, αλλά ποτέ δε διανοήθηκε ν’ αποστεί από αυτήν, καθώς ζούσε δι’ αυτής κι εννοούνταν σύμφωνα με τους κανόνες της. Γι’ αυτό και στις περιπτώσεις που υποβάθμισε, συνειδητοποιώντας στη συνέχεια τα λάθη του αναδόθηκε κι αναπτύσσοντας μεθόδους και τεχνικές ανάκαμψης της φύσης (οι ξηρολίθινες αναβαθμίδες ήταν μια τέτοια τεχνική), κράτησε όρθια την ελληνική γη κι ανέπτυξε φύση με μιαν άλλη μορφή, κάτι που πραγματοποιήθηκε σταδιακά στη διάρκεια γενεών κι αιώνων. Με τον τρόπο αυτόν «μεταποίησε» ως δημιουργός τον υποβαθμισμένο φυσικό χώρο κι απέδωσε περιβάλλοντα σημαντικά ως προς την οικολογική τους αξία, τα οποία δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε και ν’ αγνοούμε εμείς οι σύγχρονοι, της σιδηράς κι απόλυτης εξέλιξής μας (τέτοια π.χ. είναι τα παραδοσιακά αγροτικά συστήματα)

ΑΣΒΕΣΤΟΚΑΜΙΝΑ ΚΑΙ ΔΑΣΟΣ (III)