-->

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2019

Μάνη: η πηγή του γνήσιου Rosso antico και Nero antico παγκοσμίως; (ΙI)

Εικ.4 Η θέση του αρχαίου λατομείου Ταινάρου πλησίον του Φάρου του ομώνυμου ακρωτηρίου. Φωτ. Π. Τζεφέρης.

Του Πέτρου Τζεφέρη*, αναδημοσίευση από το https://www.huffingtonpost.gr


Για το μαύρο όμως μάρμαρο, η αναζήτηση της προέλευσης του γνήσιου Nero antico, αποδεικνύεται μια πραγματικά δύσκολη και επισφαλής υπόθεση εργασίας. Κι αυτό γιατί σχετικά με την ύπαρξη αρχαίου λατομείου τεφρόμαυρου μαρμάρου στην περιοχή Μάνης υφίσταται σύγχυση. Το τεφρόμαυρο μάρμαρο εξορυσσόταν πιθανότατα από αρχαίο λατομείο της περιοχής του Ταινάρου σύμφωνα με τα γραφόμενα του Παυσανία, του Στράβωνα και Πλινίου, εντούτοις οι παραπάνω δεν εντοπίζουν τη θέση του. Μολαταύτα, ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος (23 μ.Χ. - 79 μ.Χ.) στο βιβλίο XXXVI (ΝΗ 39.29) αναφέρει ότι οι μαύρες πέτρες του Ταινάρου (Cape Matapan) έχουν εκτιμηθεί όσο κανένα άλλο μάρμαρο ενώ οι Ρωμαίοι ποιητές Tibullus και Propertius,   το χαρακτήριζαν ως «μεγάλης πνοής».

Αργότερα, στην σημαντική προσπάθεια ταξινόμησης των μαρμάρων του 190υ αι., ο F. Corsi (1845) διατήρησε την συσχέτιση του Marmor Τaenarium με το Nero Antico των αρχαίων (βλ. και ένθετο Corsi). Λίγο αργότερα, ο Βαυαρός καθηγητής ιδρυτής της πρώτης γλυπτικής σχολής στην Αθήνα, H. C. Siegel αναφέρει ότι βορείως του όρμου Κιστέρνες (ή Porto Sternes, περιοχή Ταινάρου) υπάρχει μέλαν και σε στιλβωμενη επιφάνεια μελανότεφρο μάρμαρο, το οποίο θεωρει ότι είναι αυτό τούτο το Ταινάριο, χωρίς όμως περαιτέρω αναφορά σε ασφαλή ίχνη αρχαίων λατομείων. (Bursian,1855). Ο I. Παπαγεωργάκης (1966) αναφέρει ότι παρ’όλες τις αναζητήσεις διαφόρων νεώτερων ερευνητών στην χερσόνησο του ακρωτηρίου Ταίναρον, η οποία αποτελείται κυρίως από κυανότεφρα έως σχεδόν λευκά μάρμαρα, δεν κατέστη δυνατόν εισέτι (η εργασία είναι του 1966) να ανευρεθεί η θέση όπου γινόταν η εξόρυξη του μαύρου πετρώματος.

Επικρατέστερη, σύμφωνα με τη νεώτερη βιβλιογραφία, η περιοχή ΒΔ του γνωστού φάρου του ακρωτηρίου Ταινάρου, η οποία αναφέρεται από αρκετούς ερευνητές αλλά και από τους ντόπιους ως η «Σπηλιά του Αδη», θέση Πλακολύτες. Πρόκειται για δύσβατη περιοχή νοτιοδυτικά του χωριού Μιάνες, καθώς το απάτητο σκληρό τοπίο ροβολάει προς τα γκρέμια του Ταινάρου βράχου, προσβάσιμη μόνο από τη θάλασσα και όπου απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή λόγω των ευμετάβλητων καιρικών συνθηκών που επικρατούν στην περιοχή του κάβο Ματαπά.

Εικ.4 Η θέση του αρχαίου λατομείου Ταινάρου πλησίον του Φάρου του ομώνυμου ακρωτηρίου. Χερσαία κατάβαση στη θέση, Φωτ. Π. Τζεφέρης.
Προσοχή, ως σπηλιά του Αδη δεν εννοούμε ούτε τις ήπιες εκβολές του …Αχέροντα, ούτε το …τουριστικό Ψυχοπομπείο που βρίσκεται λαξευμένο ανατολικά από το ναϊσκο των Αγ. Ασωμάτων Ταινάρου και που θεωρούνταν το πέρασμα στον κάτω κόσμο, εκεί που σύμφωνα με την μυθολογία κατέβηκε ο Ηρακλής για να ανεβάσει τον Κέρβερο στη Γη. Εννοούμε την θαλάσσια «σπηλιά του Αδη», ΒΔ από τον Φάρο του Ακροταινάρου, ένα φυσικό τοπίο με ανείπωτη άγρια ομορφιά που οι ντόπιοι θεωρούν ότι αυτή είναι η πραγματική είσοδος στην Αδη, εκεί στο νοτιότερο και πιο μυθικό άκρο της ηπειρωτικής Ευρώπης! (βλ. εικ.4)

Εικ. 5 Οι δύο παρακείμενες θέσεις του αρχαίου Μαρμαροκοπείου του Ταινάρου, φωτ. Π. Τζεφέρης.
Εκεί λοιπόν, δίπλα στη Σπηλιά του Αδη, δοκιμάσαμε να βρούμε το αρχαίο μαρμαροκοπείο του μαύρου μαρμάρου. Η αλήθεια είναι ότι ήταν η τρίτη φορά. Τις δύο προηγούμενες, με μικρό πλεούμενο, κατέστη αδύνατο να πλησιάσουμε και να δέσουμε, λόγω κακών καιρικών συνθηκών. Ξεκινούσαμε με μπουνάτσα από το Γερολιμένα για να φτάσουμε με 8 και 9 μποφώρ στον κάβο Ματαπά… Αυτή τη φορά, θα ήταν με το «πόδι» και με εξοπλισμό για ορειβασία!. Δύσκολο, απάτητο τοπίο αλλά ο μόνος σίγουρος δρόμος για να δειγματίσουμε και να οδηγηθούμε σε ασφαλή συμπεράσματα.

Και πράγματι… Η θέση παραπέμπει σε δύο αρχαία λατομεία τεφρού μαρμάρου εξαιρετικώς διατηρημένα, εμφανή μόνο από το θαλάσσιο χώρο, στη θέση περίπου 800-1000 μέτρα βορείως του ακρωτηρίου. Το σχέδιο κοπής για το μεγάλο χώρο, όπως φαίνεται σήμερα είναι περίπου 250 έως 300 μέτρα πλάτος, 50 έως 60 μέτρα βάθος και 20 έως 30 μέτρα ύψος, δυστυχώς χωρίς προφανή ίχνη λατόμευσης λόγω της ισχυρής διαβρωτικής παρουσίας του θαλασσίου ύδατος. Εντούτοις, οι επίπεδες άκρες των στρωμάτων (βαθμίδων) και η μεθοδολογία απόσπασης παραπέμπουν σε ανθρώπινη παρέμβαση.

Ενας δεύτερος χώρος εξόρυξης, μικρότερων διαστάσεων (30 μέτρα μήκος, 10 μέτρα βάθος και 4 έως 5 μέτρα ύψος), έχει επίσης εντοπιστεί λίγο Βορειότερα, ακριβώς νότια του οικισμού Μιάνες στην κατάληξη μεγάλου ρέματος προς τη θάλασσα, κι αυτό με τεφρόφαιο μάρμαρο. Και στους δύο χώρους, δεν διαπιστώθηκαν ημίεργα ή επεξεργασμένα λατομικά προϊόντα ή απορρίμματα τα οποία ρίχνονταν πιθανότατα εντός του νερού (εικ.5)

Εικ.6 Το τεφρόφαιο μάρμαρο Ταινάρου: δυσπρόσιτο και αφιλόξενο στέκεται εκεί απέναντι από το πέλαγος να γροικά τους αιώνες και τα πλήθη του θανάτου…. Πολύ θα’ήθελα να στεκόμουν καρτερικά στη θέση του και να έβλεπα αυτά που έχει δει… «Πεθαίνουμε! Πεθαίνουν οι θεοί μας!...»«Τα μάρμαρα το ξέρουν, που κοιτάζουν» (...) «ξένα, γεμάτα βλέφαρα, συντρίμμια, καθώς περνούν τα πλήθη του θανάτου». (Γ. Σεφέρης, Στέρνα).
Σε κεντρικό σημείο του λατομείου, ακριβώς πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, καταγράφεται μέρος λαξευμένης εξέδρας, προφανώς για τη συγκέντρωση και τη φόρτωση λατομημένων λιθοπλίνθων σε πλοία. Μια καταδυτική έρευνα στη θέση αυτή ίσως δώσει εκπληκτικά αποτελέσματα, τόσο σε ημίεργα όσο και πιθανότατα ύπαρξη βυθισμένης πλατφόρμας που σίγουρα υπήρχε για την προσωρινή αποθήκευση, φόρτωση και μεταφορά των μαρμαροφόρων όγκων.

Τα συγκεκριμένα λατομεία λειτούργησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα και το υλικό τους έχει χρησιμοποιηθεί σε τεχνουργήματα από την κλασική αρχαιότητα και μετέπειτα. Ηδη από τον 6ο αιώνα π.Χ., οι Λάκωνες επέδειξαν περήφανα αυτό το μάρμαρο στην Ολυμπία όπου και χρησιμοποιήθηκε κυρίως για αρχιτεκτονικά έργα και γλυπτικές βάσεις. Επίσης ανιχνεύεται στα ανασκαφέντα ψηφιδωτά της παρακείμενης αρχαίας πολίχνης «Ταίναρον» και σε διάφορα εκθέματα του μουσείου Σπάρτης και μουσείων του εξωτερικού της Ρωμαϊκής κυρίως εποχής. Μάλιστα η προέλευση ορισμένων εξ αυτών έχει εγείρει αμφισβητήσεις και έχει γίνει αντικείμενο περαιτέρω αρχαιομετρικών μελετών πχ. των αρχαίων γλυπτών που απεικονίζουν τους Κενταύρους (Furietti Centaurs) από Nero Antico, σήμερα στο Palazzo Nuovo, Capitoline Museums, Ρώμη, βλ. και άλλη σχετική εργασία μας: Η προέλευση των μαρμάρων στα μνημεία του αρχαίου κόσμου

Η αλήθεια είναι ότι το μάρμαρο αυτό είναι τεφρόφαιο (σκούρο γκρίζο) και όχι απολύτως μαύρο, τεφρόμαυρο (Eικ. 6). Και παρά τις οξειδώσεις της περιεχόμενης οργανικής ύλης που προσδίδει το μαύρο χρώμα και το μετατρέπουν από μαύρο σε μια γκριζωπή απόχρωση, μπορούμε να συμπεράνουμε ακόμη και μακροσκοπικά ότι το δείγμα του F. Corsi (βλ. ένθετο, https://www. huffingtonpost.gr),  πιθανότατα δεν προέρχεται από τον συγκεκριμένο λατομικό χώρο. Επίσης η αλήθεια είναι ότι το Νero antico διακινήθηκε τουλάχιστον κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο και από άλλες περιοχές, τόσο ελληνικές (πχ. Χίος, Βυτίνα, Δολιανά, Ελευσίνα κ.α) όσο και της ευρύτερης Μεσογείου (πχ. Göktepe Μικράς Ασίας, περιοχές Gebel Aziza και Thala Τυνησίας κ.α). Αυτό όμως δεν περιορίζει την αισθητική και ιστορική αξία του Ταινάριου μελανού λίθου, του Lapis Tainarius όπως είχε ονομάσει ο Πλίνιος το μάρμαρο αυτό, που εξορύχθηκε σε πολύ μεγάλες ποσότητες από τη θέση αυτή αλλά σε διαφορετικές παραλλαγές και από άλλες θέσεις της Λακωνικής και Μεσσηνιακής Μάνης. Ένα μάρμαρο τόσο σπάνιο και δαπανηρό που θεωρήθηκε άξιο των θεών και συνδέθηκε με τον θεό του Ακρωταινάρου, τον Ποσειδώνα. Αλλωστε, ίσως ήταν και ο κύριος λόγος που η εξόρυξή του γινόταν υπό τόσο αντίξοες συνθήκες σε έναν τόσο αφιλόξενο τόπο…

Κλείνοντας, θέτουμε 1-2 ερωτήματα και παράλληλα έναν προβληματισμό: παράγεται σήμερα κάποιο από τα ανωτέρω μάρμαρα της Μάνης που παρουσιάσαμε; Η έστω, προστατεύεται και αναδεικνύεται, κάποιος από τους ανωτέρω ιστορικούς -κατά την άποψή μας- χώρους; The answer, my friend, is blowin' in the wind…

Τα μάρμαρα της Μάνης πρέπει να επαναδραστηριοποιηθούν. Όχι με την δημιουργία μαξιμαλιστικών εμπορικών λατομείων που θα βαρύνουν το Μανιάτικο τοπίο αλλά μικρών θέσεων εξόρυξης ποιοτικών λίθων ιστορικής σημασίας που μπορούν να ενταχθούν στη βιωσιμότητα και την παραδοσιακή αισθητική της περιοχής! Και τα αρχαία λατομεία τους να προστατευθούν και να αναδειχθούν, όχι ευκαιριακά και τυχαία αλλά συστηματικά και συντεταγμένα από τις αρμόδιες αρχές, στο πλαίσιο εθνικής πολιτικής για την ανάδειξη της αρχαιο-μεταλλευτικής κληρονομιάς. Όχι επειδή το λέμε εμείς, αλλά επειδή αυτό επιτάσσει το συμφέρον του τόπου, η ιστορία του, ο πολιτισμός του! Επειδή είναι εφικτό και πανταχόθεν ωφέλιμο!

*Δρ. ΕΜΠ- Συγγραφέας. Γεν. Δ/της Ορυκτών Πρώτων Υλών ΥΠΕΝ. 

Μάνη: η πηγή του γνήσιου Rosso antico και Nero antico παγκοσμίως; (Ι)


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Παυσανίας, «Ελλάδος περιήγησις» «Βιβλίο 3:Λακωνικά», https://el.wikipedia.org/wiki/Παυσανίας
Στράβων, 1οςαι. πΧ . Γεωγραφικά, 17 βιβλία.
Pliny's Natural History, translated. Harvard University Press, Massachusetts and William Heinemann, London; 1949–1954.
Corsi, F. 1828. Delle pietre antiche trattato, Rome (2nd and 3rd edns in 1833 and 1845)
Bursian 1853-1855: K. Bursian, Über das Vorgebirge Tainaron, Abhandlungen der Bayerischen, Akademie der Wissenschaften Philosophisch-Philologische Classe. I. Band VII, pp.773-795.
Παπαγεωργάκης, Ι., 1966 : Τα εις την μαρμαρικήν τέχνην χρήσιμα πετρώματα της Ελλάδος, Διατριβή επί υφηγεσία. Αθήνα.
Chiotis Ε. (2001). GeologicaL Aspects of the Laconian Marbles and New Evidence Quarrying in Atniquity.
Bruno, M., and P. Pallante (2002), 'The "Lapis Taenarius" quarries of Cape Tainaron', in L. Lazzarini (ed.), ASMOSIA VI, Proceedings,, Venice, June, 2000.
Κοκκορού-Αλευρά, Γ., Ε. Πουπάκη, Ε., Ευσταθόπουλος, Α και Χατζηκωνσταντίνου, Α (2014). Corpus Αρχαίων Λατομείων.
Lazzarini, L. 2007. Poikiloi lithoi, versiculores maculae: i marmi colorati della Grecia antica. Storia, uso, diffusione, cave, geologia, caratterizzazione scientifica, archeometria, deterioramento (Pisa and Rome). 296 p. (In Italian Language)