-->

Τρίτη, 7 Μαΐου 2019

Η φλέβα της γης: εξορύσσοντας την ιστορία (Ι)


Το βιβλίο της Λήδας Παπαστεφανάκη, Η φλέβα της γης, φέρνει στο φως την ιστορία των μεταλλευτικών επιχειρήσεων στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα μέχρι και το πρώτο μισό του 20ου. Η ιστορικός τοποθετεί τις ελληνικές επιχειρήσεις στο ευρύτερο πλαίσιο της διεθνούς οικονομίας και αγοράς, συνθέτοντας μια υποδειγματική μελέτη στην οποία η οικονομική και κοινωνική ανάλυση ισορροπούν με σκοπό τη διερεύνηση και την κατανόηση ενός σημαντικού -και συχνά ιδεολογικά φορτισμένου - κλάδου της εθνικής παραγωγής.

Δρ. Σταυρούλα Βερράρου, https://marginalia.gr/author/stavver/

Το βιβλίο της Λήδας Παπαστεφανάκη, Η φλέβα της γης, ερευνά μια ιστορικά αχαρτογράφητη μέχρι σήμερα περιοχή, εκείνη της εκμετάλλευσης του ορυκτού πλούτου της χώρας, από τις απαρχές της ίδρυσης του ελληνικού κράτους και μέχρι το πρώτο μισό περίπου του 20ου αιώνα. Ως προς τη κεντρική θεματολογία αλλά και το χρονικό-γεωγραφικό εύρος της, η μελέτη συνεχίζει το παράδειγμα ερευνητικών έργων της δεκαετίας του 1980 και των αρχών της δεκαετίας του 1990, οι οποίες επιχείρησαν να ερευνήσουν σε εθνικό επίπεδο και σχετικά μακρό χρόνο τις προϋποθέσεις και τις συνθήκες υποδοχής του καπιταλισμού στην Ελλάδα, εστιάζοντας κυρίως στο φαινόμενο της εκβιομηχάνισης (αναφέρομαι κυρίως σε: Αγριαντώνη, Χρ. 1986, Οι απαρχές της εκβιομηχάνισης στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα, Χατζηιωσήφ, Χρ. 1993, Η γηραιά σελήνη: Η βιομηχανία στην Ελλάδα 1830-1940).

Παράλληλα, η συγγραφέας, μία από τους λίγους Έλληνες ιστορικούς που επιμένουν στην ιστορία της βιομηχανίας και της βιομηχανικής εργασίας, μπολιάζει το κεντρικό της θέμα με σύγχρονες αναζητήσεις, που εμπίπτουν στα ιδιαίτερα ερευνητικά ενδιαφέροντά της, όπως οι έμφυλες σχέσεις, η ιστορία της υγείας, η ιστορία των πόλεων ή, οριακά, ακόμη και η ιστορία των Εβραίων (στην περίπτωση των εβραϊκού ενδιαφέροντος μεταλλευτικών επιχειρήσεων της Χαλκιδικής).

Στα έξι κεφάλαια του βιβλίου γίνεται κατανοητό γιατί, παρά την περιθωριακή θέση του σε διεθνές επίπεδο, ο εξορυκτικός και μεταλλευτικός κλάδος υπήρξε πράγματι παράγοντας αλλαγής στη μικροκλίμακα της ελληνικής οικονομίας αλλά και της κοινωνίας. Πέρα από το αξιόλογο στατιστικό του αποτύπωμα στα εξαγωγικά εμπορικά δελτία και την προφανή σημασία του για την εθνική οικονομία, αποτέλεσε πεδίο έλξης εγχώριων και ξένων επενδυτικών κεφαλαίων· έδωσε την ευκαιρία για εφαρμογή – έστω σε περιορισμένο εύρος – τεχνολογικών καινοτομιών· ώθησε στον εκσυγχρονισμό της νομοθετικής σκευής της χώρας· ευνόησε τη δημιουργία μιας έντονης σε παρουσία, παρά το μικρό μέγεθός της, ομάδας καταρτισμένων μηχανικών· πρόσφερε δουλειά σε χιλιάδες ανθρώπους, αλλάζοντας παράλληλα τη φυσιογνωμία των τοπικών κοινωνιών· αποτέλεσε προνομιακό χώρο μύησης των εργατών στη συλλογική δράση για τη διεκδίκηση ανθρώπινων συνθηκών εργασίας και ικανοποιητικής αμοιβής. Καθώς το εγχώριο ιστορικό παράδειγμα όχι μόνο διερευνάται με επάρκεια αλλά επιπλέον εντάσσεται με υποδειγματικό τρόπο στη μεγάλη εικόνα του διεθνούς ιστορικού πλαισίου, η μελέτη της Λήδας Παπαστεφανάκη συμβάλλει ουσιωδώς στον εμπλουτισμό της ελληνικής ιστοριογραφίας.

Η μελέτη διαρθρώνεται ως εξής: Στο πρώτο κεφάλαιο παρατίθεται το θεσμικό πλαίσιο της ίδρυσης, της οργάνωσης και λειτουργίας των μεταλλευτικών επιχειρήσεων. Εδώ εντάσσονται επίσης ζητήματα που αφορούν τις συνθήκες εργασίας, την υγεία, την ασφάλεια και την ασφάλιση των εργαζομένων. Στο δεύτερο κεφάλαιο παρουσιάζεται «η μετάβαση από τη “μεταλλευτική φρενίτιδα” του 19ου αιώνα στη συστηματική προμήθεια πρώτων υλών για τις ευρωπαϊκές βιομηχανίες». Η έρευνα εστιάζεται στην εκμετάλλευση τριών χαρακτηριστικών ορυκτών, του λιγνίτη, του λευκόλιθου και των σιδηρομεταλλευμάτων. Στο τρίτο κεφάλαιο η Παπαστεφανάκη μελετά την τεχνική εκπαίδευση με έμφαση στις σπουδές των μηχανικών μεταλλείων. Εδώ αξιοποιούνται πηγές, όπως τα αρχεία της Ėcole des Mines του Παρισιού. Στο τέταρτο και στο πέμπτο κεφάλαιο εξετάζονται οι όροι συγκρότησης της αγοράς εργασίας και η οργάνωση της εργασίας στα μεταλλεία αντίστοιχα. Στο έκτο και τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου αναφέρονται χαρακτηριστικά παραδείγματα της συλλογικής δράσης και των αγώνων των μεταλλωρύχων, όπως οι απεργίες στο Λαύριο (1896) και στη Σέριφο (1916). Η μελέτη πλαισιώνεται με τέσσερα παραρτήματα που παραθέτουν πληροφορίες για τις μεταλλευτικές-εξορυκτικές επιχειρήσεις, τα βιογραφικά στοιχεία των μεταλλειολόγων μηχανικών, καθώς και διαγράμματα σχετικά με την παραγωγή και εμπορία των ορυκτών υλών και πίνακες με ποσοτικά στοιχεία σχετικά με την αριθμητική δύναμη, την ηλικία και την καταγωγή των εργαζομένων σε συγκεκριμένες μεταλλευτικές επιχειρήσεις.

Ήδη από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου γίνεται αντιληπτό ότι το εγχείρημα της αποτύπωσης της εγχώριας μεταλλευτικής ιστορίας για ενάμιση περίπου αιώνα δεν υπήρξε μια εύκολη υπόθεση. Τα μεταλλεία και τα ορυχεία στην Ελλάδα δεν ήταν μόνο γεωγραφικά διασκορπισμένα και επιχειρησιακά κατακερματισμένα σε πολλές μικρές, και σπανίως μεγάλες, επιχειρήσεις αλλά κυρίως ήταν αρχειακά ανεξιχνίαστα. Όπως μας πληροφορεί η συγγραφέας, δεν έχουν διασωθεί τα αρχεία των περισσότερων μεταλλευτικών επιχειρήσεων, ενώ ένα θεμελιακής σημασίας αρχείο, όπως αυτό της Γαλλικής Εταιρείας Μεταλλείων Λαυρίου, δεν έχει ακόμη αποδοθεί στην έρευνα!

Μια πρόσθετη δυσκολία συνιστά το γεγονός ότι οι συνθήκες λειτουργίας των ορυχείων δεν υπάγονταν στην κοινωνικά πιο ευαίσθητη – με τα όποια προβλήματά της – Υπηρεσία της Επιθεώρησης Εργασίας αλλά στην τεχνοκρατικής σύνθεσης Επιθεώρηση των Μεταλλείων, η οποία παρέθετε κυρίως στεγνά ποσοτικά στοιχεία σχετικά με την παραγωγή, την πώληση και την εμπορία των ορυκτών, τον αριθμό των εργαζομένων και τα εργατικά ατυχήματα. Ποιοτικές «λεπτομέρειες» σχετικά με την υγιεινή, τις συνθήκες εργασίας, τη διαβίωση των εργατών δεν απασχολούσαν τους μηχανικούς-υπαλλήλους της Επιθεώρησης των Μεταλλείων.

Η ιστορικός είχε, επομένως, να διαχειριστεί ένα ετερόκλητο, αποσπασματικό και άνισο, ανά διαφορετικές χρονικές περιόδους ή ανά γεωγραφικούς τόπους, υλικό προερχόμενο από διάφορους χώρους, όπως είναι τα κυβερνητικά αρχεία, οι προξενικές εκθέσεις ξένων χωρών, το ιστορικό αρχείο της Εθνικής Τράπεζας και πολλά άλλα. Με δεδομένη την «αχάριστη» φύση του διαθέσιμου αρχειακού υλικού, ο ρητά διατυπωμένος σκοπός της εισαγωγής «να ξεπεραστεί η πολυδιάσπαση του χώρου και του χρόνου» προσκόπτει σε εμφανείς αντικειμενικές δυσκολίες.

Ως ενοποιητική ύλη των ποικίλων και διαφορετικών αρχειακών ψηφίδων και ως βασικό μεθοδολογικό εργαλείο, η Παπαστεφανάκη επιλέγει την αναλυτική έννοια του καταμερισμού της εργασίας. Η εγχώρια μεταλλευτική δραστηριότητα εξετάζεται μέσα από το πρίσμα της εφαρμογής του καταμερισμού εργασίας σε τρία επίπεδα: το πρώτο αφορά τον διεθνή καταμερισμό εργασίας και την ένταξη των εθνικών επιχειρήσεων σε αυτόν, το δεύτερο τον εγχώριο καταμερισμό εργασίας και την ιεραρχική διάρθρωση των επιχειρήσεων εντός του και το τρίτο αφορά τον καταμερισμό εργασίας στο εσωτερικό της επιχείρησης. Η επιλογή αυτή προσδίδει σε ικανοποιητικό βαθμό συνεκτικότητα στην ιστορική αφήγηση, ενώ ταυτόχρονα επιτρέπει την παράλληλη εξέταση της ελληνικής περίπτωσης αφενός ως περιφερειακού τμήματος ενός ιστορικά διαμορφωμένου παγκοσμίου συστήματος και αφετέρου ως μέρους μιας εγχώριας πραγματικότητας με συγκεκριμένα ιστορικά χαρακτηριστικά.

Με την ιστορικοποιημένη παρουσίαση του χώρου των μεταλλείων «οι παθογένειες και οι ιδιαιτερότητες» του ελληνικού καπιταλισμού εκλογικεύονται και ερμηνεύονται, χωρίς, όπως δυστυχώς συχνά συνηθίζεται, να δαιμονοποιούνται. Για παράδειγμα, διαβάζουμε ότι η ευνοϊκή συγκυρία οδήγησε αρκετές φορές σε σημαντικές παρεμβάσεις εκσυγχρονισμού της εξορυκτικής και μεταλλευτικής διαδικασίας αλλά η αστάθεια της διεθνούς αγοράς δεν αποζημίωσε τους επενδυτές. Χαρακτηριστικά, επομένως, της «ελληνικής παθογένειας», όπως ο χαμηλός βαθμός εκσυγχρονισμού των επιχειρήσεων, η προτίμηση στις επιχειρήσεις εντάσεως εργασίας αντί κεφαλαίου, η κυκλικά υψηλή ανεργία και η υποαπασχόληση των εργαζομένων, διαπιστώνονται και στον μεταλλευτικό κλάδο αλλά ερμηνεύονται με γνώμονα την ισχύουσα διεθνή οικονομική πραγματικότητα και τις δυνατότητες των εγχωρίων επιχειρήσεων να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της.

Θα ήθελα να σταθώ σε μερικά – από τα πολλά – ενδιαφέροντα σημεία του βιβλίου με πρώτο την τεχνική εκπαίδευση. Έχει ήδη παρατηρηθεί ότι η φτωχή, ελλιπής και ανεπαρκής ελληνική τεχνική εκπαίδευση απηχεί τη γενικότερη αποτυχία της να συνδεθεί με την παραγωγή. Σε τριτοβάθμιο επίπεδο η έλλειψη αυτή αναπληρωνόταν με τη φοίτηση αρκετών Ελλήνων σε εξειδικευμένες σχολές του εξωτερικού, κυρίως σε Γαλλία, Βέλγιο και Γερμανία. Επισημαίνεται, άλλωστε, ότι ο «ζωτικός χώρος» των Ελλήνων μηχανικών δεν υπήρξε ποτέ αποκλειστικά η Ελλάδα αλλά ο ευρύτερος χώρος της Εγγύς Ανατολής. Εννοείται ότι σε πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο επίπεδο η εκπαίδευση καρκινοβατούσε. Ήταν εξάλλου αμφίβολο αν ο μεταλλευτικός χώρος, ταλανιζόμενος από την αστάθεια των αγορών, θα μπορούσε να εγγυηθεί σταθερή και ικανοποιητικά αμειβόμενη εργασία σε ένα καλά καταρτισμένο και εξειδικευμένο εργατικό προσωπικό.

Ενδιαφέρον, επίσης, παρουσιάζουν οι επιχειρηματικές και πολιτικές καριέρες κάποιων υψηλόβαθμων μηχανικών, όπως του Κωνσταντίνου Νέγρη που γίνεται πρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων (ΣΕΒ), του Φωκίωνος Νέγρη, υπουργού Οικονομικών, Εσωτερικών, Συγκοινωνίας και του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη, υπουργού Οικονομικών και ενός από τα εξιλαστήρια θύματα της δίκης των έξι μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Οι δυο τελευταίοι θα συνταχθούν με κόμματα πολιτικών που εκπροσωπούσαν την αυτόχθονα παλαιοελλαδίτικη ελίτ. Πρόκειται για τα κόμματα του Ζαΐμη και του Γούναρη, τα οποία ακολουθούσαν ως ένα βαθμό την παράδοση του Δηλιγιάννη υπερασπιζόμενα τις αυτόχθονες παραγωγικές τάξεις και τις παραδοσιακές αξίες της μικρής, πλην εντίμου, Ελλάδος. Η ενδεχόμενη σχέση μεταξύ των πολιτικών επιλογών των δυο μηχανικών-πολιτικών και της επαγγελματικής θέσης τους σε έναν εθνικό κλάδο παραγωγής με πραγματική και συμβολική σημασία δεν εξετάζεται στην παρούσα μελέτη. Διάσπαρτες, ωστόσο, αναφορές στο βιβλίο υποδεικνύουν ότι μια πιο συστηματική διερεύνηση της σχέσης του πολιτικού χώρου με τον συγκεκριμένο κλάδο θα παρουσίαζε μεγάλο ενδιαφέρον.

Η φλέβα της γης: εξορύσσοντας την ιστορία (ΙΙ)