-->

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2018

Εργασίες της Σχολής Μηχανικών Ορυκτών Πόρων του Πολυτεχνείου Κρήτης

Μέρος Γεωλογικού και μεταλλογενετικού χάρτης της Κρήτης
Παρουσιάζουμε σήμερα δύο ακόμη εργασίες του καθηγητή Ε. Μανούτσογλου καθώς και φοιτητών κι επιστημόνων από το τμήμα Μηχανικών Ορυκτών Πόρων του Πολυτεχνείου Κρήτης, οι οποίες παρουσιάστηκαν στο 14ο και 15ο Εθνικό Συνέδριο Χαρτογραφίας. Είναι ευχάριστο να παρουσιάζονται εργασίες που προέρχονται από τις Πανεπιστημιακές μας σχολές, και ειδικότερα τις σχολές των επιστημών της γης, τεκμηριώνοντας το έργο το οποίο γίνεται.

Στην πρώτη εργασία "Χαρτογράφηση των παραδοσιακά ιαματικών πηγών των Ασκληπιείων της Κρήτης"  μελετώνται τα αρχαία Ασκληπιεία τα οποία αποτελούσαν  κοινωνικές δομές υγείας που ιδρύθηκαν και διατηρήθηκαν στην αρχαιοελληνική ελληνορωμαϊκή επικράτεια πάνω από μια χιλιετία, παρέχοντας σε ασθενείς ιατρική φροντίδα και περίθαλψη. Βασικό στοιχείο των Ασκληπιείων αποτελούσε στις περισσότερες των περιπτώσεων μια ιερή πηγή που τροφοδοτούσε την κρήνη του ναού.

Στην Κρήτη είναι γνωστά δύο Ασκληπιεία: στην δυτική Κρήτη στην αρχαία πόλη Λισσός και στην κεντρική Κρήτη, στον Λέντα, ένα συνοικισμό που δομήθηκε σχετικά πρόσφατα στην θέση της αρχαίας πόλης Λεβήνας.

Εκτός από τον πλούτο της αρχαιολογικής σκαπάνης άγνωστα παραμένουν κάθε μορφής δεδομένα που αφορούν και σχετίζονται με το γεωλογικό υπόβαθρο και κατ΄επέκταση τις πηγές που τροφοδοτούσαν τις ιερές κρήνες των ναών των Ασκληπιείων. Αν και θα μπορούσε κανείς να τεκμηριώσει ότι η θέση ίδρυσης των Ασκληπιείων στην Κρήτη είναι παραπλήσια (δίπλα σε προστατευμένους φυσικούς κόλπους, άμεση πρόσβαση στην θάλασσα, ήπιο σχετικά τοπογραφικό ανάγλυφο) το γεωλογικό υπόβαθρο των περιοχών είναι εντελώς διαφορετικό.

Στην εργασία αυτή επιχειρείται για πρώτη φορά χαρτογράφηση και μέτρηση φυσικοχημικών παραμέτρων των δύο πηγών που βρίσκονται εντός των χώρων των Ασκληπιείων στην αρχαία Λισσό και στην αρχαία πόλη της Λεβήνα (σήμερα Λέντας). Από τα πρώτα αυτά στοιχεία προκύπτει ότι οι πηγές είναι υπόθερμες και έχουν δημιουργηθεί σε ένα παραπλήσιο δομικά αλλά εντελώς διαφορετικό γεωλογικό υπόβαθρο. Και οι δύο πηγές φαίνεται να εκφορτίζουν υδροφορείς που έχουν δημιουργηθεί εντός αλλουβιακών ριπιδίων. Οι μηχανισμοί που ευθύνονται για την αύξηση της θερμοκρασίας των υδάτων των πηγών παραμένουν άγνωστοι. Τα πρώτα αυτά στοιχεία συμπληρώνουν ιστορικές καταγραφές παραδοσιακά ιαματικών πηγών του ελληνικού χώρου, που ιδιαίτερα στην Κρήτη έχουν για δεκαετίες παραμεληθεί και υποστηρίζουν την ανάδειξή τους, που μπορεί να συμβάλει ποικιλοτρόπως




Στη δεύτερη εργασία "Χωρική απεικόνιση θέσεων ιστορικών μεταλλευτικών δραστηριοτήτων στη Δυτική Κρήτη" διερευνήθηκε η γεωλογία περιοχών της Δυτικής Κρήτης όπου κατά τον περασμένο αιώνα παρουσιάστηκε μεταλλευτικό ενδιαφέρον. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιήθηκαν ο μεταλλογενετικός χάρτη του ΙΓΕΥ, μια αδημοσίευτη έκθεση του ΙΓΕΥ με τίτλο ‘Ο ορυκτός πλούτος της Κρήτης (Παπασταματίου , 1952) και τα δεδομένα του αρχείου για αιτήσεις μεταλλευτικής έρευνας της Νομαρχίας Χανίων (βλ. φωτ.)


Τα στοιχεία που προέκυψαν από τις παραπάνω πηγές συμπληρώθηκαν με δεδομένα από έρευνες πεδίου και φωτογραφική αποτύπωση των υπολειμμάτων της μεταλλευτικής δραστηριότητας. Η βάση δεδομένων που δημιουργήθηκε αποτελεί μια πρώτη προσπάθεια για την συλλογή δεδομένων σχετικά με τις ιστορικές μεταλλευτικές δραστηριότητες στην Δυτική Κρήτη και ειδικότερα στον Νομό Χανιών, η οποία αν εμπλουτιστεί στο μέλλον με δεδομένα και από τους άλλους νομούς της Κρήτης αλλά και δεδομένα άλλων χρονικών περιόδων μπορεί να αποτελέσει ένα χρήσιμο εργαλείο όχι μόνο για την διατήρηση της ιστορικής μνήμης αλλά και για την καλύτερη κατανόηση των διαδικασιών που οδήγησαν στην δημιουργία μεταλλικών αποθέσεων στην Κρήτη.

[Επιμέλεια: Π. Τζεφέρης]