-->

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2018

ΑΣΒΕΣΤΟΚΑΜΙΝΑ ΚΑΙ ΔΑΣΟΣ (V)


Οι έντεκα συμμέτοχοι στη λειτουργία του
καμινιού!.. (Αρχ. εφημερίδας ΚΥΘΗΡΑΪΚΑ)
[του Αντώνιου Β. Καπετάνιου, Δασολόγου-Περιβαλλοντολόγου]

Στο πλαίσιο της διαχείρισης των δασών…
Η δασική νομοθεσία ενέταξε τα ασβεστοκάμινα στη διαχείριση των δασικών οικοσυστημάτων και τα προέβλεψε ως το άρθρο 39 του Π/Δτος της 19ης-11-1928 (ΦΕΚ 252/Α΄/30-11-1928).

Σύμφωνα με αυτό, επιτρέπεται η κοπή θάμνων, και μόνο του υπέργειου ξυλώδους τμήματός τους, χωρίς εκρίζωση, καθώς και κοπή φρυγάνων. Υψίκορμα δένδρα επιτρέπεται να κοπούν μόνο εάν έχουν πυκνή συστάδα, για την αραίωσή τους, κι εφόσον έχουν υπόροφο θάμνων. Θάμνοι επί κεκλιμένων εδαφών, προστατευτικών του εδάφους, κόπτονται σποραδικώς απαγορευμένης της κοπής επί συνεχούς εκτάσεως που υπερβαίνει τα 40 τμ. Επίσης, προτεραιότητα δίδεται στα γηραιά, σηπόμενα, ξερά και κατακείμενα άτομα, προς καθαρισμό του δάσους. Χρήσιμος δε ξυλεία απαγορεύεται να χρησιμοποιηθεί για την καύση των ασβεστοκαμίνων. Η θέση του ασβεστοκάμινου, καθώς και η χωρητικότητα αυτού καθορίζεται με άδεια της δασικής υπηρεσίας.

Σημειώνουμε εν προκειμένω ότι, λόγω της μη δημιουργίας πια ασβεστοκάμινων, οι παραπάνω διατάξεις θεωρούνται σήμερα ξεπερασμένες/παρωχημένες!

Πέραν τούτων, στη δασική νομοθεσία περιλαμβάνονται διατάξεις περιοριστικές ή ρυθμιστικές της ασβεστοποιΐας, όπως οι παράγραφοι 1 και 3 του άρθρου 168 του Ν/Δτος 86/1969, που προβλέπει την υλοτομία μετά αδείας της δασικής Αρχής δασικής βλάστησης με μίσθωμα για τα δημόσια δάση και με δασικό φόρο για τα ιδιωτικά, για την παραγωγή καυσοξύλων από θάμνους γι’ ασβεστοποιΐα. Επίσης, οι παράγραφοι 1β και 1γ του άρθρου 176 του Ν/Δτος 86/1969, προβλέπουν περιπτώσεις ατελούς απόληψης καυσοξύλων από τα δάση για ασβεστοποιΐα, καθώς και η παράγραφος 1β του άρθρου 177 του Ν/Δτος 86/1969, που προβλέπει απόληψη ξύλου γι’ ασβεστοποιΐα επί καταβολή μισθώματος.

Τέλος, η παράγραφος δ του άρθρου 206 του Ν/Δτος 86/1969 απαγορεύει την καύση ασβεστοκαμίνων κατά την περίοδο από 1/6 έως 30/9 εκάστου έτους (αντιπυρική περίοδος), που όμως, όπως προείδαμε, δεν τηρείτο, αφού ασβεστοκάμινα έκαιγαν μέχρι και τα μέσα καλοκαιριού· και τούτο συνιστούσε πρόβλημα για τον κίνδυνο έκρηξης πυρκαγιών στα δάση! Πρέπει εν προκειμένω να επισημάνουμε ότι το εν λόγω νομοθετικό διάταγμα του 1969 ήταν κώδικας, κάτι που σημαίνει πως συγκέντρωσε τις προϊσχύσασες δασικές διατάξεις, και συνεπώς η απαγόρευση της καύσης των ασβεστοκάμινων ίσχυε και πριν το έτος 1969, που εφαρμόστηκε ο παρών κώδικας. Οι απαγορεύσεις επομένως της καύσης των ασβεστοκάμινων προϋφίσταντο και ήταν διαρκείς.

Η τελευταία παραπάνω διάταξη καταργήθηκε με το άρθρο 23 του νόμου 998/1979, χωρίς στις νεότερες διατάξεις να υπάρχει σχετική πρόβλεψη για το χρόνο καύσης των ασβεστοκάμινων, προφανώς διότι θεωρήθηκε ότι ισχύουν οι γενικές κανονιστικές διατάξεις της αντιπυρικής προστασίας. Όμως το παρόν άρθρο στην παράγραφο 1δ κάνει ειδική αναφορά στ΄ ασβεστοκάμινα και στη μη δυνατότητα εγκατάστασής τους άνευ αδείας του οικείου δασάρχη εντός δασών ή δασικών εκτάσεων, και μέχρι 100 μέτρων απόστασης από τις εν λόγω εκτάσεις.

Η δασική ασβεστοποιΐα ήταν ήπιας μορφής περιβαλλοντική δραστηριότητα, η οποία σκούνταν στα πλαίσια της διαχείρισης του δάσους, σύμφωνα με το θεσμικό και κανονιστικό πλαίσιο που προαναφέρθηκε· και τούτο δεικνύει τη σημασία της στη λειτουργία των δασικών οικοσυστημάτων. Ενταγμένη στη δασική διαχείριση αποτελούσε μέρος της δραστηριότητας στο δασικό χώρο, η οποία ασκούμενη στο πλαίσιο των τιθέμενων κανόνων λειτουργούσε θετικά για τα δασικά οικοσυστήματα. Τ’ ασβεστοκάμινα αποτελούσαν κατασκευές που σε αυτές βασικό ρόλο έπαιζε το δομικό στοιχείο του ελληνικού φυσικού χώρου, η πέτρα, και ειδικώς ο ασβεστόλιθος. Για τη λειτουργία τους δε, χρησιμοποιούνταν η δασική ύλη, που προέρχονταν από τον οικείο φυσικό χώρο.

Με τη δασική ασβεστοποιΐα δεν εισάγονταν ξένη ύλη στο φυσικό χώρο, ενώ η πρώτη ύλη άσκησής της και τα υλικά για την πραγματοποίησή της ήταν φυσικά κι αντλούνταν από τη ντόπια φύση. Είχε συνεπώς ως δραστηριότητα φυσικό χαρακτήρα και δεν επιβάρυνε το δασικό οικοσύστημα, αλλά αντιθέτως το αποφόρτιζε και βοηθούσε στη φυσική λειτουργία του, με τον άνθρωπο ενεργό και συμμέτοχο στο φυσικό γενόμενο.

Στοιχεία της ελληνικής παράδοσης
Απ’ όσα προεκτέθηκαν σε σχέση με την κατασκευή του ασβεστοκάμινου, διαπιστώνουμε πως ακολουθούνταν τεχνικές ανάλογες με άλλες κατασκευές της λαϊκής παράδοσης που είχαν ως βάση την πέτρα, όπως ήταν η τεχνική κατασκευής του πηγαδιού ή των γεφυρών. Διαπιστώνουμε μετά τούτων τη κοινή έδραση των λίθινων κατασκευών της υπαίθρου ως προς την τεχνική τους, έχοντας αυτές κατά την εφαρμογή τους από τον Έλληνα μάστορα κοινούς κώδικες τεχνικής που παρέπεμπαν στη μαστορική ως τέχνη. Για την πραγματοποίηση αυτής απαιτούνταν η έφεση του δημιουργού στην εφαρμογή της τεχνικής, γνώση αυτής, αλλά και συνείδηση σε σχέση με το σκοπό του έργου κατά την άσκηση της τέχνης. Τούτα συνέθεταν τον τρόπο λειτουργίας του ανθρώπου της υπαίθρου στο φυσικό χώρο, ο οποίος απέρρεε από την επαφή του με τη γη και την πρόσληψή της στο βίο του, εδραζόμενη η λειτουργία του σε μια γήινη φιλοσοφία ζωής σε σχέση με το φυσικό αντικείμενο και τα στοιχεία του.

Τα ασβεστοκάμινα σύμφωνα με τη φύση της κατασκευής τους, αποτελούσαν τεχνικές κατασκευές μη προορισμένες ν’ αντέξουν στο χρόνο, μα ν’ αφομοιωθούν στη φύση, παρά το γεγονός ότι γι’ αυτές δαπανούνταν προσπάθεια τέχνης για τη μαστορική του έργου και τεχνικής για την κατασκευή του. Ήταν συνεπώς τα έργα αυτά, που φτιάχτηκαν με τέχνη για νάν’ προσωρινά!, ωσά τα έργα του χιονιού ή της άμμου των καλλιτεχνών −μόνον που εδώ έμενε ο πρακτικός σκοπός. Κι ήταν, για τη διαφορετική τους τέτοια διάσταση, εμβληματικά του φυσικού χώρου.

Πολλοί δεν θεωρούν τα ασβεστοκάμινα στοιχεία τέχνης του ανθρώπου στο φυσικό χώρο κατά την πράξη του (την πρακτική του) στην ελληνική ύπαιθρο και δεν τ’ αξιολογούν για τον ρόλο τους στην παράδοση και στον πολιτισμό των Ελλήνων. Μάλλον διότι αποτέλεσαν ταπεινές κατασκευές εστιασμένες στο σκοπό που εξυπηρετούσαν, μη ιδωμένα στο επίπεδο της παραδοσιακής τεχνικής και της χρηστικής τέχνης. Βλέπονταν αποκλειστικά για το λειτουργικό τους ρόλο, ακριβώς διότι δεν προορίζονταν να παραμείνουν στο χρόνο· αφού συνδυάζονταν η κατασκευή τους με τη χρήση τους και μόνον, η οποία ήταν μικρή και με την ολοκλήρωσή της απαιτούνταν η διάλυση της κατασκευής για τη λήψη του υλικού.

Σφάλλουν όλοι κείνοι που απαξιώνουν τις κατασκευές αυτές, καθότι τ’ ασβεστοκάμινα αποτελούν στοιχεία της πρακτικής τεχνικής και της αρχετυπικής τέχνης του Έλληνα στο φυσικό χώρο, που έλκουν την καταγωγή τους από τ’ αρχαία χρόνια και βρίσκουν τη συνέχειά τους διά των αιώνων στις προβιομηχανικές κοινωνίες και εν προκειμένω στον Έλληνα της υπαίθρου. Αυτός συνέχισε ν΄ ασκεί τη συγκεκριμένη δραστηριότητα για την εκπλήρωση των αναγκών του, στα πλαίσια της συνέχισης της παράδοσης των προγόνων του, μεταβιβαζόμενη ως τεχνική και τέχνη. Η παράδοση αυτή εντάσσονταν στη γενική της λειτουργίας καμινιών στον ελληνικό χώρο για διάφορες χρήσεις, όπως τ’ ασβεστοκάμινα, τ’ ανθρακοκάμινα, τα σιδεροκάμινα ή γυφτοκάμινα, τα κεραμιδοκάμινα ή τσουκαλοκάμινα, τα πυθαροκάμινα κ.ά. Στην κατασκευή των ασβεστοκάμινων εμπεριέχονταν η πατροπαράδοτη τέχνη της τεχνικής κατασκευής τους, που εντάσσονταν στην εθιμική λειτουργία του ανθρώπου της υπαίθρου στο φυσικό χώρο. Όλα τούτα, ως δραστηριότητα, ως πρακτική και ως τέχνη, συγκροτούν τον πολιτισμό των Ελλήνων.

Θα πρέπει συνεπώς, για όλα που πρόσφεραν τ’ ασβεστοκάμινα στην ελληνική κοινωνία και στην τοπική οικονομία, καθώς και για το ρόλο τους στη λειτουργία του ελληνικού φυσικού χώρου και στη διαχείριση των δασικών περιβαλλόντων σε δύσκολες εποχές για τα περιβάλλοντα αυτά και για τον Έλληνα, να τα επαναξιολογήσουμε και να τα επαναθεωρήσουμε στο ιστορικό κοινωνικό, πολιτιστικό και περιβαλλοντικό γίγνεσθαι των Ελλήνων, επαναπροσδιορίζοντάς τα ως προς την αρχετυπική τους αξία και το λειτουργικό τους ρόλο στην ελληνική παράδοση.