-->

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2018

Uganda’s mining industry: μία εικόνα, χίλιες λέξεις!

Women look for gold in a rock at Acerere Gold Mining Site in Nakapiripirit District last year. PHOTO BY STEVEN
ARIONG.
Ουγκάντα: Συνολικές επενδύσεις στη μεταλλευτική βιομηχανία: 3 τρισ. Shs. Αριθμός αδειών εξόρυξης που εκδόθηκαν από το 2017: 818. Συνεισφορά του εξορυκτικού τομέα στην οικονομία: 1% από το 30% της δεκαετίας 1950 – 1960.
Η Ουγκάντα διαθέτει ποικίλους φυσικούς πόρους  ενώ τα εμπορικά βιώσιμα αποθέματα πετρελαίου της σήμερα υπολογίζονται σε 6,5 δισ. βαρέλια. Για πολύ καιρό, πριν από την ανακάλυψη του πετρελαίου, η χώρα καυχιόνταν για τα κοιτάσματα ορυκτών της.Πόλεις όπως η Kasese στα νοτιοδυτικά για τα οφέλη της εξόρυξης χαλκού /κοβαλτίου,  το Tororo στα ανατολικά με την εξόρυξη φωσφόρου, τα Kabale και Kisoro με βολφράμιο, κασσίτερο και βηρύλλιο και ο Buhweju ήταν ένας κόμβος για την εξόρυξη χρυσού. Στην πραγματικότητα, σε κάθε περιοχή εντοπίζονται τουλάχιστον ένα ή δύο μέταλλα.

Σήμερα, η εξόρυξη χρυσού στο Buhweju και άλλες νέες τοποθεσίες, όπως το Mubende, συντηρούνται από μεμονωμένους χρυσοθήρες, συμπεριλαμβανομένων κερδοσκόπων, αλλοδαπών και μεγαλοστελεχών της κυβέρνησης, ενώ στο Kabale και το Kisoro συμβαίνει ακριβώς το ίδιο με παράνομους ανθρακωρύχους – λαθρεμπόρους και κερδοσκόπους. Η κατάσταση αυτή εξηγεί εν μέρει γιατί ο τομέας των μεταλλείων βρίσκεται σε αδιέξοδο και παρά τις διάφορες παρεμβάσεις της κυβέρνησης τα τελευταία 30 χρόνια, συμπεριλαμβανομένου του εξορθολογισμού του ρυθμιστικού περιβάλλοντος μέσω της υιοθέτησης της μεταλλευτικής πολιτικής το 2001 (που βρίσκεται υπό αναθεώρηση), σε έναν τομέα ο οποίος κάποτε αντιπροσώπευε σχεδόν το 30% των εξαγωγών της Ουγκάντα και το 7% του Α.Ε.Π. και εξακολουθεί να αποδίδει πολύ κάτω από το μέσο όρο.

Είναι γνωστό το φαινόμεντο της "κατάρας" του ορυκτού πλούτου. Η γειτονική Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό θεωρείται, για παράδειγμα, ως μία από τις πλουσιότερες χώρες του κόσμου όσον αφορά τους φυσικούς πόρους με τεράστια κοιτάσματα διαμαντιών, χρυσού, κολτανίου, ουρανίου, κασσίτερου, χαλκού, κοβαλτίου, πετρελαίου, βολφραμίου και πολλών άλλων, αλλά οι πολίτες της καταστραφείσας από τον πόλεμο χώρας παραμένουν από τους φτωχότερους στον κόσμο. Οι οικονομολόγοι και οι πολιτικοί επιστήμονες συζητούν διαρκώς αυτή την αντίφαση. Πριν από 50 χρόνια, η μεταλλευτική βιομηχανία βρισκόταν στο επίκεντρο πολλών αφρικανικών οικονομιών – πριν και λίγο μετά την ανεξαρτησία πολλών χωρών. Η McKinsey σε έκθεση που δημοσιεύθηκε το 2010, σημείωνε ότι ο τομέας της εξόρυξης της Αφρικής παρουσιάζει ένα παράδοξο. Ότι παρόλο που η ήπειρος είναι γεμάτη ορυκτά, η εξόρυξη δεν είναι η συνεχής κινητήρια δύναμη της οικονομικής ανάπτυξης που ελπίζουν οι άνθρωποι σε πολλές χώρες.

Η εξορυκτική ιστορία της Ουγκάντα χρονολογείται από τις προαποικιακές περιόδους, αλλά απέκτησε δυναμική κατά τη διάρκεια της βρετανικής αποικιοκρατικής διοίκησης μεταξύ 1902 και 1939. Αυτό έγινε όταν το 1902 εκδόθηκαν οι πρώτες άδειες για αναζήτηση χρυσού σε ιδιώτες και επιχειρήσεις στα Butiaba και Bunyoro. Μέχρι το τέλος του 1908, εκδόθηκαν 22 άδειες αναζήτησης για να καλύψουν όλο το προτεκτοράτο.Το 1913 ο Βρετανός χρυσοθήρας W. Brittlebank, πήρε την πρώτη άδεια για αναζήτηση πετρελαίου που κάλυπτε 898 τετραγωνικά μίλια με κέντρο το Kibiro κοντά στη λίμνη Albert όπου ανάβλυζε πετρέλαιο. Ωστόσο, το ξέσπασμα του Α ‘Παγκοσμίου Πολέμου σταμάτησε τις δραστηριότητές του μέχρι τη λήξη της αδείας του το 1922. Το 1920, ο Capt A. W. Hills και ο Sir Phillip Lee Brocklehurst αγόρασαν αποκλειστικά δικαιώματα εκμετάλλευσης πετρελαίου σε μια μεγάλη περιοχή του Δυτικού Νείλου για 50 λίρες Αγγλίας.

Πλέον καταγράφονται αρκετά κοιτάσματα ορυκτών: του κασσίτερου ανακαλύφθηκε το 1925, του χρυσού το 1915 του βολφραμίου το 1933, του διαμαντιού το 1933, του βηρύλλιου το 1922 και το 1959 όπου η Ουγκάντα εξήγαγε 1.063 τόνους, αντιπροσωπεύοντας το 11% της συνολικής παγκόσμιας παραγωγής. Άλλα ορυκτά ήταν ασβεστόλιθος, χαλκός, φωσφορικό άλας, κοβάλτιο, χάλυβας κλπ.Την εποχή της ανεξαρτησίας, ο χαλκός – κοβάλτιο από την Kilembe αντιπροσώπευε το 5% της αξίας των εξαγωγών της Ουγκάντας ενώ η συνεισφορά του μεταλλευτικού τομέα ήταν γενικά μέτρια. Με την πάροδο τον ετών μειώθηκαν σταδιακά φτάνοντας στην τρέχουσα συνεισφορά που είναι λιγότερο από 1% στο Α.Ε.Π..

Στην πραγματικότητα η έρευνά της McKinsey έδειξε ότι η περίοδος μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2007 – 2008 χαρακτηρίστηκε από “λιγότερη διάθεση για τον σχετικά υψηλό κίνδυνο που συνήθως χαρακτηρίζει την εξόρυξη σε πολλές αφρικανικές χώρες. Παρά την πρόσφατη αναταραχή στην αγορά, οι περισσότεροι παρατηρητές αναμένουν ότι η ζήτηση σημαντικών εξορυκτικών προϊόντων θα αυξηθεί έντονα τα επόμενα 10 έως 20 χρόνια, για να υποστηριχθεί η αύξηση της αστικοποίησης, η ανάπτυξη των υποδομών στην Κίνα και η ανάπτυξη της μεσαίας τάξης της Ινδίας. Η Αφρική, δεδομένου του μεριδίου της στους παγκόσμιους πόρους, θα διαδραματίσει σίγουρα σημαντικό ρόλο στην ικανοποίηση αυτής της ζήτησης”, αναφέρει εν συντομία η McKinsey.

Σύμφωνα με τις στατιστικές του Υπουργείου Ενέργειας, οι ξένες άμεσες επενδύσεις στον τομέα αυξήθηκαν από τα 18 δισ. Shs το 2003 σε 3 τρισ. Shs κατά το οικονομικό έτος 2015 – 2016, ιδίως όσον αφορά τον χρυσό, τον κασσίτερο, τον φώσφορο, τον χαλκό και της μεταποίησης. Η πολυαναμενόμενη επένδυση ύψους 620 εκατ. δολαρίων (2,2 τρισ. Shs) στο συγκρότημα φωσφόρου Sukulu στο Τορόρο είναι η κύρια κινητήρια δύναμη των τρεχουσών εκτιμήσεων.

Η Hima Cement και η Tororo Cement είναι οι μεγαλύτεροι "παίκτες" στην εξόρυξη αδρανών για την παραγωγή τσιμέντου. Πέρυσι, μια κινεζική εταιρεία, η Dao Marble, ξεκίνησε την εξόρυξη και την παραγωγή προϊόντων μαρμάρου από το Karamoja. Το 2013, η κυβέρνηση προσπάθησε να επαναφέρει τα ορυχεία χαλκού Kilembe, με την μίσθωση τους σε μια κινεζική εταιρεία ωστόσο προέκυψαν αρκετά προβλήματα.

Ομοίως, τα έσοδα από τα τέλη αδειών εκμετάλλευσης και τα δικαιώματα αυξήθηκαν από τα 1,8 δισ. Shs το 2003 στα 52 δισ. Shs το 2011, αλλά μεταξύ 2011 και 2014 υπήρξε συνεχής μείωση των εισοδημάτων από τα ορυκτά τα οποία υποχώρησαν στα 7,2 δισ. Shs μέχρι το τέλος του οικονομικού έτους 2014 – 2015, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του υπουργείου. Δεδομένης της έκτασης της παραδοσιακής και παράνομης εξόρυξης στη χώρα, η κ. Alaba είπε ότι “πολλά στατιστικά στοιχεία δεν καταγράφονται”.

Σύμφωνα με τη Διεύθυνση Γεωλογίας, Έρευνας και Μεταλλείων (DGSM) του υπουργείου Ενέργειας, η οποία εποπτεύει τον τομέα, στα τέλη του 2015, εκδόθηκαν 818 άδειες μεταλλείων σε όλη τη χώρα, από τις 100 του 2003. Ωστόσο, αρκετές εταιρείες δεν υποβάλλουν τα αποτελέσματα των εργασιών εξερεύνησης που πραγματοποίησαν.

Επιπλέον, οι περιοχές που διαθέτουν άδειες για εργασίες εξερεύνησης για τον προσδιορισμό των ορυκτών κοιτασμάτων είναι στην πραγματικότητα κατανεμημένα εκτός της πραγματικής εξορυκτικής δραστηριότητας. Ως αποτέλεσμα, ο Γενικός Ελεγκτής John Muwanga, σε διάφορες εκθέσεις αναφέρει ότι η χώρα έχασε πολλά έσοδα όπως και στον λογιστικό έλεγχο του περασμένου χρόνου που υπέβαλε στο Κοινοβούλιο τον Ιανουάριο όπου υποδείκνυε ότι εκκρεμούσαν 2,7 δισ. Shs ετήσιες αμοιβές μίσθωσης ορυχείων.

Ο λογιστικός έλεγχος δείχνει επίσης ότι τον Ιούνιο του 2017 δεν είχαν πληρωθεί μισθώματα ύψους 354 εκατ. Shs, με αποτέλεσμα οι ιδιοκτήτες της γης να μην λαμβάνουν τα έσοδα που προκύπτουν από την χρήση της γης τους, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει τη σχέση μεταξύ κατόχων ορυκτών δικαιωμάτων και ιδιοκτητών γης. Επίσης μια ιδιωτική εταιρεία εξόρυξης δεν είχε καταβάλει δικαιώματα ύψους 679 εκατ. Shs που λόγω της ανικανότητας της DGSM να επιβάλει την πληρωμή.

Η κατάσταση επιδεινώνεται και από άλλες προκλήσεις όπως η πρόσβαση στη γη  και η κακές υποδομές στην ύπαιθρο όπου βρίσκονται τα κοιτάσματα. Η κυβέρνηση αυτή τη στιγμή βρίσκεται στο στάδιο της αναθεώρησης της μεταλλευτικής πολιτικής, η οποία  “θα οδηγήσει τον τομέα σε ένα νέο καθεστώς” με στόχο την αύξηση της οικονομικής συμβολής της εξόρυξης στην οικονομία μέσω περισσότερων ιδιωτικών επενδύσεων.Επιπλέον, θα υπάρχουν διατάξεις που θα καθορίσουν τελικά την χειρωνακτική εξόρυξη (χρυσοθήρες) στην Ουγκάντα που θα προβλέπει τις διαδικασίες για το πώς μπορεί να νομιμοποιηθεί. Η πολιτική της κυβέρνησης στοχεύει επίσης σε ένα μείγμα ανταγωνιστικών προσφορών και άμεσης εξυπηρέτησης στις αιτήσεις για άδειες εξερεύνησης.

Το Αναπτυξιακό Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών (UNDP) και η Ευρωπαϊκή Ένωση δημοσίευσαν πρόσφατα μια έκθεση με τίτλο: Baseline Assessment and Value Chain Analysis of Development Minerals in Uganda με λεπτομερή περιγραφή των προκλήσεων και ευκαιριών για τα Αναπτυξιακά Ορυκτά (μεταλλεύματα και υλικά που εξορύσσονται, μεταποιούνται, κατασκευάζονται και χρησιμοποιούνται εγχωρίως σε βιομηχανίες όπως η κατασκευή, η μεταποίηση, η υποδομή και η γεωργία).

Η άλλη πρόκληση,  είναι έρευνες για κοιτάσματα πετρελαίου οι οποίες, με την έναρξη της παραγωγής, αναμένεται να συνεισφέρουν στα έσοδα της χώρας μεταξύ 1,5 δισ. και 2 δισ. δολάρια.“Ωστόσο τα ορυχεία θα συνεισφέρουν πολλά περισσότερα από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, διότι η χώρα είναι προικισμένη με διαφορετικούς τύπους ορυκτών. Καμία οικονομία δεν μπορεί να αναπτυχθεί χωρίς χάλυβα ή τσιμέντο και έχουμε αρκετά αποθέματα χάλυβα για περισσότερο από 100 χρόνια ενώ το πετρέλαιο δεν μπορεί να διαρκέσει 100 χρόνια”, αναφέρει ο Elly Karuhanga.

Η έκθεση Global Witness που δημοσιεύθηκε τον περασμένο Ιούνιο με τίτλο: “UGANDA: UNDERMINED, πώς η διαφθορά, η κακοδιαχείριση και η πολιτική επιρροή υπονομεύουν τις επενδύσεις στον τομέα εξόρυξης της Ουγκάντας απειλώντας ανθρώπους και περιβάλλον”, αναδείκνυε εξέχοντα ονόματα της κυβέρνησης που βρίσκονται στο επίκεντρο του χάσματος του εξορυκτικού τομέα της Ουγκάντα.

Πηγή: www.monitor.co.ughttps://stonenews.eu