-->

Σάββατο, 12 Μαΐου 2018

Η συμβολή του Ελληνα γεωλόγου στην έρευνα και αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου της Χώρας μας

Βιβλίο του Ανδρέα Κορδέλλα (1888) για την μεταλλευτική-μεταλλουργική δραστηριότητα του νεώτερου Λαυρίου
Η συμβολή του Ελληνα γεωλόγου στην έρευνα και αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου τής Χώρας παρουσιάζει μια ιδιαίτερη ιδιορρυθμία, γιατί το θέμα αυτό συνδέθηκε από την αρχή τής νεοελληνικής ιστορίας με τη δήθεν φτώχεια τού τόπου, πού είχε σαν αποτέλεσμα την αδιαφορία του Κράτους και την παραμέληση της αξιοποίησης του εθνικού μας γενικού πλούτου.

Δείγμα της αδιαφορίας αυτής αποτελεί και ή καθυστερημένη εμφάνιση Ελλήνων γεωλόγων (του  πρώτου το 1860 και τού δεύτερου το 1875). Ο πρώτος  Έλληνας λοιπόν, πού  ήταν στην πραγματικότητα ειδικός για τον ορυκτό πλούτο παρουσιάστηκε το 1860. Ηταν ο Ανδρ. Κορδέλλας, πού είχε σπουδάσει στη Μεταλλευτική Ακαδημία τής Freuberg. Ο Κορδέλλας άρχισε αμέσως τη μελέτη και έρευνα τής Ελληνικής γης με βάση τα στοιχεία, πού είχαν δώσει οι Γάλλοι και Γερμανοί γεωλόγοι. Πρωτοστάτησε στο άνοιγμα του Λαυρίου και εργάστηκε όχι μόνο στην έρευνα και εξόρυξη τού μεταλλεύματος, αλλά και στην εκκαμίνευση. 

Την ίδια περίπου εποχή ο καθηγητής τής Χημείας Κ. Χρηστομάνος, πού κτυπούσε την επικρατούσα τότε ιδέα για το φιλολογικό ή μάλλον αρχαιολογικό χαρακτήρα τού Πανεπιστημίου, πρότεινε την εισαγωγή των φυσιογνωστικών μαθημάτων στη Μέση και Κατώτερη Εκπαίδευση. Έτσι πείστηκε ο Υπουργός Παιδείας να στείλει υποτρόφους στο εξωτερικό με τούς τόκους των κληροδοτημάτων. Και τότε ή Σύγκλητος του Πανεπιστημίου «στρέψασα τούς όφθαλούς είδεν, ότι δι' είδικάς τινάς καί αχαρίστους έπιστήμας εύρέθησαν εύάριθμοι μέχρι τούδε άνδρες νά γίνωσι έκούσια θύματά των». 

Βιβλία του Κωνσταντίνου Μητσόπουλου (1894), τα πρώτα βιβλία Γεωλογίας και Ορυκτολογίας της νεώτερης Ελλάδος 
Λίγο πριν είχε παρουσιαστεί ένα άλλο εκούσιο θύμα, ο Κ. Μητσόπουλος, καθηγητής αργότερα της ορυκτολογίας και γεωλογίας. Ετσι από το 1875 ή χώρα μας είχε επιτέλους δύο ειδικούς για τον ορυκτό πλούτο, και από το 1882 καί τούς δύο καθηγητές, γιατί και ό Κορδέλλας έγινε καθηγητής τής Γεωλογίας και ορυκτολογίας αλλά στη Σχολή των Εύελπίδων. Και οι δύο τους έκδοσαν επιστημονικά συγγράμματα, πού είχαν μεγάλη συμβολή στην αναζήτηση τού ορυκτού  πλούτου. Ή έκδοση των συγγραμμάτων ορυκτολογίας αποτελεί τεράστιο άθλο για κείνη την εποχή.
Αυτοί χωρίς τη βοήθεια τού Κράτους κατάφεραν να εξερευνήσουν ένα μέρος τού τόπου καί παράλληλα, διακηρύσσοντας όσα βρήκαν, να κινήσουν το ενδιαφέρον τού Κεφαλαίου για τήν εκμετάλλευση τού ορυκτού μας πλούτου. Χρειάστηκαν δεκάδες χρόνια για να πειστεί το Κράτος, ότι το ελληνικό υπέδαφος είναι πλούσιο και να ιδρύσει μια Γεωλογική 'Υπηρεσία, πού κι' αυτή μέχρι τήν Κατοχή ήταν υποτυπώδης. Παρ' όλ' αυτά οι έλληνες γεωλόγοι και μεταλλειολόγοι μπόρεσαν να αύξήσουν σημαντικά την παραγωγή μας σε μεταλλεύματα.

Τή μεγαλύτερη όμως ώθηση στόν τομέα τού όρυκτοϋ πλούτου έδωσε ή ίδρυση του Ι.Γ.Ε.Υ., καί ή πρόσληψη από τις μεταλλευτικές έταιρίες έλλήνων γεωλόγων καί μεταλλειολόγων, πού βγήκαν από τό δικό μας Πολυτεχνείο.

Πράγματι, το 1952 ή ΥΕΥΠ (Υπηρεσία Ερευνών Υπεδάφους ) συγχωνεύτηκε στην υπηρεσία Ινστιτούτου Γεωλογίας και 'Ερευνών 'Υπεδάφους (ΙΓΕΥ) με Γενικό Διευθυντή τον Κ. Ζάχο. Το ΙΓΕΥ είχε τέσσερις διευθύνσεις:  την Α' Γεωλογίας μέ προϊστάμενο τον I. Παπασταματίου,  τη Β' Ορυκτού Πλούτου με προϊστάμενο το Γ. Μαρίνο, τη  Γ. Ύδάτων καί 'Εδαφών με προϊστάμενο το Γ. Άρώνη καί τη Δ. Γεωφυσικών Έρευνών με προϊστάμενο τον Κ. Ζάχο. Το ΙΓΕΥ άρχισε τη γεωλογική χαρτογράφηση τής χώρας μας σε φύλλα 1:50000 και παράλληλα την έρευνα τού ορυκτού πλούτου μας.

Στο μεταξύ είχε ιδρυθεί στο Πολυτεχνείο τό Τμήμα Μηχανικών Μεταλλειολόγων - Μεταλλουργών πού μπόρεσε να καλύψει αργότερα τις ανάγκες μας σε μηχανικούς. Στην αρχή οί μεταλλειολόγοι μας χρησιμοποιήθηκαν στις μεταλλευτικές επιχειρήσεις, πού είχαν πάρει δάνεια από το Σχέδιο Μάρσαλ και κατόπιν στις κρατικές Ύπηρεσίες.

Αυτό πού πρέπει να τονιστεί εδώ ιδιαίτερα είναι ότι τόσο οι ιδιωτικές επιχειρήσεις όσο καί οί Κρατικές Υπηρεσίες, προτιμούσαν να χρησιμοποιούν ξένους γεωλόγους καί μεταλλειολόγους και σε περιπτώσεις ακόμα πού ύπήρχαν καλύτεροι "Ελληνες.

Αυτό δεν οφείλεται μόνο στη λεγόμενη ξενομανία ή στην επιβολή την ξένων από πάνω, αλλά καί σε άλλα αίτια πχ. οι ξένοι δεν είναι πολιτικοί αντίπαλοι, ούτε προκαλούν υπολογίσιμες επαγγελματικές αντιζηλίες, ενώ παράλληλα δεν έχουν διαφορετική γνώμη από τον εργοδότη τους πού αρκετές φορές τούς χρησιμοποιεί σαν προβολή τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό.

Θα ήταν μεγάλη παράλειψη, αν δεν αναφέραμε την ιδιαίτερη συμβολή, πού είχε στην έρευνα τού ορυκτού πλούτου τής χώρας μας ή ίδρυση από το 1951 της Ελληνικής Γεωλογικής Εταιρίας με σκοπό την έρευνα και γνώση τής ελληνικής γης από γεωλογική πλευρά. Ή ΕΓΕ με τις επιστημονικές ανακοινώσεις, δημοσιεύσεις και ομιλίες από τη μιά μεριά συμβάλλει στην προαγωγή της ελληνικής επιστήμης και από την άλλη βοηθάει στην τεχνικοοικονομική ανάπτυξη και εκβιομηχάνιση τού τόπου μας. Και όλα αυτά χωρίς την ηθική και υλική υποστήριξη του Κράτους.

Απ' όσα ειπώθηκαν και πολλά ακόμη που αναφέρονται με λεπτομέρειες στο συνημμένο άρθρου του αείμνηστου  Δημ. Κισκύρα, Δρα Γεωλόγου και Γεωφυσικού, βγαίνει το συμπέρασμα, ότι οι Ελληνες γεωλόγοι εργάστηκαν με το παραπάνω για την έρευνα και αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου και ιδιαίτερα οι γεωλόγοι τής πρώτης γενιάς, πού αντιμετώπισαν κοντά στις δυσμενείς συνθήκες τής εποχής εκείνης τήν αμάθεια τού κοσμάκη και την αδιαφορία τού Κράτους.

Χώρια από τον ορυκτό πλούτο, ενδιαφέρθηκαν και για την ανάπτυξη των τεχνικών κλάδων τής επιστήμης καί την εξύψωση του βιοτικού επιπέδου τού ελληνικού λαού. Τί θα έλεγαν αλήθεια οι άνθρωποι αυτοί, όταν θα μάθαιναν ότι σήμερα  το μάθημα τής Γεωλογίας δεν διδάσκεται στα γυμνάσια (έχει συγχωνευτεί με το μάθημα τής Γεωγραφίας);

[του Πέτρου Τζεφέρη]