-->

Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

Ενταξη του Εισπνεύσιμου κρυσταλλικού πυριτικού στην οδηγία CMD και οι συνέπειες στην εξορυκτική βιομηχανία





Οπως αναφερθήκαμε εκτενέστερα στην παρακάτω δημοσίευση, η Commission έχει θέσει ως προτεραιότητα να προχωρήσει σε εκδόσεις καταλόγων ουσιών και αντίστοιχων ορίων έκθεσης στο πλαίσιο της οδηγίας CMD (περί καρκινογόνων ουσιών), τροποποιώντας την οδηγία:

 Καταρχήν σύμφωνα με απόφαση της Commission  εντάχθηκαν στην  CMD,  13 ουσίες μεταξύ των οποίων το Εισπνεύσιμο Kρυσταλλικό Πυριτικό (RCS), προτείνοντας αντίστοιχα όρια έκθεσης.

Επίσης, προτάθηκε από την Scientific Committee of Occupational Exposure Limits (SCOEL) της Commission, ως όριο έκθεσης στο Respirable Crystalline Silica (RCS) το 0,1 mg/m3. Πολλές χώρες και εκτός ΕΕ εφαρμόζουν ως όριο το 0,05 mg/m3. Η ένταξη τoυ κρυσταλλικού Πυριτικού στο νέο κατάλογο των καρκινογόνων ουσιών, συνεπάγεται ιεραρχικά και κατά προτεραιότητα την εξής αντιμετώπιση:
  •  υποκατάσταση
  •  κλειστά συστήματα παραγωγής
  • δεσμευτικό όριο έκθεσης (binding exposure limit)
To ζήτημα για τον κλάδο της εξορυκτικής βιομηχανίας, όταν αντιμετωπίζει φυσικά υλικά που περιέχουν Eισπνεύσιμο κρυσταλλικό Πυριτικό, είναι ότι δεν μπορεί να προβεί σε υποκατάσταση.

Aναγκαστικά, θα πρέπει να λειτουργήσει με κλειστά συστήματα παραγωγής και με περιβάλλον εργασίας που θα είναι αρκετά κάτω από το δεσμευτικό όριο έκθεσης του 0,1 mg/m3.
Επίσης υπάρχει η υποχρέωση συνεχούς ιατρικής παρακολούθησης του προσωπικού που εργάζεται στο περιβάλλον αυτό. ή Commission εκφράζει την άποψη ότι ιδιαίτερα για τον κλάδο της εξόρυξης, σε όλες τις φάσεις αντιμετώπισης του Respirable Crystalline Silica (RCS) και των υποχρεώσεων που προκύπτουν από την ένταξή τoυ στη CMD, θα ληφθεί σοβαρά υπόψη η «NEPSI agreement».

Η Commission αναγνωρίζει τη «NEPSI Agreement» αλλά θεωρεί ότι μπορεί να λειτουργήσει ως συμπληρωματική στην υιοθέτηση του δεσμευτικού ορίου έκθεσης.
Η τελική πρόταση της Commission για το κρυσταλλικό Πυριτικό ήταν το δεσμευτικό (binding) όριο του 0,1 mg/m3. Στο όριο αυτό, υπάρχει έντονη αμφισβήτηση της επιστημονικής του τεκμηρίωσης και της μελέτης κοινωνικοοικονομικών επιπτώσεων.

Κατά τη Business Εurope, δεν υπάρχει επαρκής επιστημονική τεκμηρίωση εάν το RCS είναι απευθείας καρκινογόνο ή λειτουργεί ως τέτοιο μόνο σε δευτερογενές στάδιο, εάν υπάρχει πιο πριν πυριτίωση (silicosis).Οι επιστημονικές αποδείξεις είναι πράγματι δεδομένες μόνο για το δευτερογενές στάδιο. Με όρια όπως 0,1 mg/m3, η πυριτίωση είναι πολύ σπάνια γιατί δεν υπάρχει επαρκής ποσότητα κρυσταλλικού Πυριτικού για την προξένησή της. Διαφωνεί με την προσπάθεια κανονιστικής αντιμετώπισης του (RCS) από την Commission και ένταξης του στα καρκινογόνα, ανεξάρτητα από το γεγονός του ορισμού ορίου έκθεσης κάτω του οποίου μπορεί κανείς να λειτουργεί.

Θεωρεί βέβαιο ότι οι περιορισμοί για το RCS θα περάσουν και στους κανονισμούς REACH και CLP (Classification Labelling and Packaging) με απρόβλεπτες συνέπειες στη διακίνηση, διαχείριση, πώληση προϊόντων (πχ εξορυκτικών), που περιέχουν κρυσταλλικό Πυριτικό (RCS).

Eπισημαίνει ότι η ένταξη του κρυσταλλικού Πυριτικού στα καρκινογόνα οδηγεί υποχρεωτικά σε μέτρα όπως υποκατάσταση, κλειστά παραγωγικά συστήματα κτλ., δημιουργώντας μεγάλες ανατροπές στη βιομηχανική παραγωγή και στις κατεργασίες όπου το RCS μπορεί να εμφανιστεί. Αυτά θα έχουν  αρνητικό αντίκτυπο σε επιχειρήσεις διαφόρων σημαντικών τομέων της οικονομίας και μεγάλες οικονομικές συνέπειες.

Άγνωστες θα είναι και οι συνέπειες στην αγορά και τους καταναλωτές, οι οποίοι θα προσπαθήσουν να βρουν υποκατάστατα των προϊόντων που χρησιμοποιούν σήμερα (πχ κατασκευές) και που περιέχουν RCS.