-->

Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

Aποκατάσταση περιβάλλοντος λατομικών χώρων και «ανενεργά λατομεία»: η νομική διάσταση

Περιβαλλοντική αποκατάσταση λατομείου στη Βόρειο Ελλάδα
[του Πέτρου Τζεφέρη] [by Tzeferis Petros]

Τα τελευταία χρόνια έχουν ψηφιστεί διατάξεις και έχουν ανακύψει  ζητήματα που συσχετίζουν την χωροθέτηση εγκεκριμένων συστημάτων εναλλακτικής διαχείρισης ΑΕΚΚ σε ανενεργά λατομεία με σκοπό την παράλληλη ανάπτυξη μιας νέας οικονομικής δραστηριότητας αλλά και την περιβαλλοντική αποκατάσταση των χώρων αυτών.
  • N. 4030/2011 (ΦΕΚ 249/Α 25.11.2011) Εκδοση αδειών δόμησης, ελέγχου κατασκευών και λοιπές διατάξεις. (άρθρο 40 για τα ΑΕΚΚ).
  • Ν.4001/2011 (ΦΕΚ 179)Α)22.8 (άρθρο 181 για ΑΕΚΚ)
  • Ν.4280/2014 (ΦΕΚ Α’ 159) (άρθρο 52 παρ. 4 για ΑΕΚΚ)
Η ιδέα είναι καταρχήν ενδιαφέρουσα και σκόπιμη και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί win-win αν δεν υπήρχαν προβλήματα στην εφαρμογή των σχετικών διατάξεων. Οι διατάξεις αυτές απαιτούν περαιτέρω αποσαφήνιση, έχουν σημαντικά κενά (πχ. Ν.4030/2011, άρθρο 40 παρ. 3) και επιπλέον λανθασμένα συσχετίζουν ορισμένοι τις διατάξεις αυτές με την υφιστάμενη λατομική νομοθεσία, η οποία επιλαμβάνεται την ενεργό λατομική δραστηριότητα και όχι τους ανενεργούς πρώην λατομικούς χώρους.Με τον τρόπο όμως αυτό, αντί η αποκατάσταση να γίνεται όπως προβλέπει η λατομική νομοθεσία,  διαμορφώνονται προϋποθέσεις για προσχηματική συνέχιση της λειτουργίας λατομείων που στερούνται νομίμου ερείσματος παραγωγικής δραστηριότητας και έχουν καταστεί πλέον ανενεργοί λατομικοί χώροι.

Από νομική άποψη, λατομικοί χώροι ή λατομεία είναι οι ενιαίοι χώροι από όπου εξορύσσονται τα λατομικά ορυκτά, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 5 του ΝΔ 210/1973 και για τους οποίους έχουν χορηγηθεί και βρίσκονται σε ισχύ οι προβλεπόμενες από την κείμενη λατομική νομοθεσία, άδειες και εγκρίσεις.

Τα  "ανενεργά λατομεία" αποτελούν πρώην λατομικούς χώρους, που δεν διαθέτουν πλέον άδειες ή λοιπές εγκρίσεις περί εκμετάλλευσης και για τους οποίους δεν υφίστανται νομικές δεσμεύσεις, σύμφωνα με την ισχύουσα περί λατομείων νομοθεσία, ανεξάρτητα αν έχουν αποκατασταθεί ή χρήζουν αποκατάστασης. Κατόπιν τούτου, οι ανωτέρω χώροι, δεν εμπίπτουν στις διατάξεις της λατομικής νομοθεσίας.

Η αποκατάσταση του περιβάλλοντος των (ενεργών) λατομικών χώρων, πρέπει να πραγματοποιείται παράλληλα με τη διενέργεια των εξορυκτικών εργασιών και σταδιακά (άρθρο 90 του Κανονισμού Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών (ΦΕΚ 1227/Β/2011)) εντός του χρόνου που προβλέπεται στην εκάστοτε χορηγηθείσα άδεια εκμετάλλευσης, ώστε η τελική του διαμόρφωση, μετά τη λήξη των εργασιών, να καθίσταται κατάλληλη για τυχόν μελλοντικές χρήσεις των χώρων στο πλαίσιο των προβλέψεων του χωροταξικού σχεδιασμού της ευρύτερης περιοχής.

Άλλωστε αυτό είναι και το νόημα και η σκοπιμότητα της εγγυητικής επιστολής (παρ. 3 άρθρου 8 του Ν. 1428/1984 όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 8 του Ν. 2115/1993 και αντικαταστάθηκε τελικά με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 41 του Ν. 4409/2016), η οποία δεσμεύεται για τους σκοπούς της αποκατάστασης και καταπίπτει όταν, μετά το πέρας της αδειοδότησης, αυτή δεν έχει συντελεστεί κατά τα δέοντα, σύμφωνα προς τις ΑΕΠΟ.

Σημειωτέον, ότι σύμφωνα με τις πλέον πρόσφατες διατάξεις της λατομικής νομοθεσίας, όπως της παρ. 3 του άρθρου 183 του ν.4001/2011 (αντικαταστάθηκε από το άρθρο 17 του Ν.4203/2013 και το άρθρο 22 του ν.4351/2015) η πρόβλεψη αποκατάστασης λατομείου πέραν της αδειοδότησης για τακτική λειτουργία, υφίσταται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις λατομείων που διακόπτουν τη λειτουργία τους χωρίς υπαιτιότητα του έχοντος την εκμετάλλευσή τους, απαιτείται δε σχετική προς τούτο τεκμηρίωση ενώ η όλη διαδικασία πραγματοποιείται επί τη βάση ειδικής μελέτης και περιορίζεται σε συγκεκριμένα χρονικά πλαίσια.

Αλλά και οι παλαιότερες διατάξεις, τόσο του άρθρου 20 του Ν.2115/93 όσο και του  άρθρου 7  του Ν. 2837/2000,  δεν αποσκοπούσαν στην  αποκατάσταση ανενεργών λατομείων, αλλά την  αποκατάσταση για τα λειτουργούντα εκτός λατομικών περιοχών λατομεία, πριν οριστικά σταματήσουν την όποια δραστηριότητά τους εκτός ΛΠ.  Οι παρ. 5 και 8 του άρθρου 20 του Ν.2115/93 (οι λοιπές παραγραφοι 2,3 και 4 του ιδίου άρθρου κρίθηκαν αντισυνταγματικές σύμφωνα με νομολογία του ΣτΕ) ουσιαστικά επέτρεψαν για μια πενταετία συνολικά την εν λειτουργία αποκατάσταση των λατομικών χώρων, ενώ μετά την ως άνω ακώλυτη άσκηση της δραστηριότητας δεν ήταν επιτρεπτή η οποιαδήποτε παράταση. 

Για την εφαρμογή του άρθρου 7 παρ. 1(β) του Ν. 2837/2000, παρατηρούμε ότι η συγκεκριμένη διάταξη αναφέρεται σε λατομεία που είχαν εξαρχής χωροθετηθεί και συνέχιζαν να λειτουργούν εκτός λατομικών περιοχών (του άρθρου 20 του Ν. 2115/1993), ώστε να δοθεί η δυνατότητα αποκατάστασης του διαταραχθέντος χώρου, πριν τα λατομεία σταματήσουν οριστικά τη λειτουργία τους. Μάλιστα, στις κανονιστικές διατάξεις του ανωτέρω νόμου (Δ10/Φ68/οικ.4437/2001), ετίθετο μέγιστο χρονικό όριο για την ολοκλήρωση της αποκατάστασης, εφόσον η σκοπιμότητα ήταν έκτοτε τα λατομεία (πλην ειδικών εξαιρέσεων του άρθρου 8 του Ν 2115/93, πχ. για έργα εθνικής σημασίας κλπ) να εντάσσονται και να λειτουργούν μόνο εντός λατομικών περιοχών. Κατόπιν των ανωτέρω, η συγκεκριμένη διάταξη δεν αναφέρεται, ούτε στοχεύει στην αποκατάσταση ανενεργών λατομείων.

Οι παραπάνω απόψεις συνάγονται στο πλαίσιο εφαρμογής της λατομικής νομοθεσίας και δεν αποκλείουν τη δυνατότητα εφαρμογής άλλων διατάξεων που αφορούν εργασίες αποκατάστασης/ανάπλασης/αξιοποίησης ”πρώην λατομικών χώρων” – ”ανενεργών λατομείων” (πχ. εγκατάσταση συστημάτων ΑΕΚΚ εντός αυτών) στο πλαίσιο της εν γένει δασικής/περιβαλλοντικής νομοθεσίας (ν.4030/2011, ν.4280/2014 κλπ) αλλά και της γενικότερης υποχρέωσης για την αποκατάσταση περιβάλλοντος συμφώνως προς την παρ. 1 του άρθρου 24 του Συντάγματος. 

Εντούτοις, οι διατάξεις αυτές δεν θα πρέπει να συγχέονται με τη λατομική δραστηριότητα και τη σχετική λατομική νομοθεσία, ούτε θα πρέπει με την εφαρμογή τους να συντείνουν στην προσχηματική συνέχιση της λειτουργίας λατομείων που στερούνται νομίμου ερείσματος παραγωγικής δραστηριότητας και έχουν καταστεί πλέον ανενεργοί λατομικοί χώροι.