-->

Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

H γεωλογική αποθήκευση CO2

Το CO2 εγχέεται σε βαθιά γεωλογικά στρώματα πορωδών και
περατών πετρωμάτων των οποίων υπέρκεινται αδιαπέρατα
πετρώματα που εμποδίζουν τη διαφυγή του CO2 στην επιφάνεια.
Από την έναρξη της Βιομηχανικής Εποχής στη δεκαετία του 1750, ο κόσμος μας έχει εξαρτηθεί πολύ από τα ορυκτά καύσιμα, κι έτσι δεν μας εκπλήσσει το γεγονός ότι η μετατροπή της κοινωνίας μας σε μια άλλη, η οποία θα βασίζεται σε φιλικές προς το κλίμα ενεργειακές πηγές, θα χρειαστεί και χρόνο και χρήμα. Αυτό που χρειαζόμαστε, σαν ένα πρώτο βήμα, είναι μια βραχυπρόθεσμη λύση που θα βοηθά στη μείωση της εξάρτησής μας από τα ορυκτά καύσιμα και τη χρησιμοποίησή τους με τρόπο που δεν θα μολύνει, δίνοντάς μας έτσι τον απαιτούμενο χρόνο για να αναπτυχθούν τεχνολογίες και υποδομές προκειμένου να οικοδομηθεί ένα μέλλον βασισμένο σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Μια τέτοια επιλογή είναι η δημιουργία ενός κλειστού «κύκλου» στο σύστημα παραγωγής ενέργειας, δια του οποίου ο άνθρακας που εξορύσσεται αρχικά από το έδαφος υπό μορφή αερίου, πετρελαίου και κάρβουνου (γαιάνθρακα) θα επιστρέφει πάλι υπό μορφή CO2.

Έχει ενδιαφέρον το γεγονός ότι η αποθήκευση του CO2 στο υπέδαφος δεν αποτελεί ανθρώπινη ανακάλυψη, αλλά ένα εξ' ολοκλήρου φυσικό, πολύ διαδεδομένο φαινόμενο, που εκδηλώνεται με την παρουσία ταμιευτήρων CO2, οι οποίοι υφίστανται εδώ και χιλιάδες έως εκατομμύρια χρόνια.

Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η σειρά οκτώ φυσικών ταμιευτήρων CO2 στη νοτιο-ανατολική Γαλλία που ανακαλύφθηκε κατά τη διάρκεια ερευνών πετρελαίου τη δεκαετία του 1960 . 

Αυτές και πολλές άλλες φυσικές τοποθεσίες σε ολόκληρο τον κόσμο αποδεικνύουν ότι οι γεωλογικοί σχηματισμοί είναι ικανοί να αποθηκεύσουν CO2 με αποτελεσματικό και ασφαλή τρόπο για πολύ μεγάλες χρονικές περιόδους.

Από τη δεκαετία του 1990 έχουν εκτελεστεί μεγάλα ερευνητικά προγράμματα CCS σε Ευρώπη,  Ηνωμένες Πολιτείες, Καναδά, Αυστραλία και Ιαπωνία. Έχει ήδη αποκτηθεί πολλή γνώση από τα πρώτα παγκόσμια μεγάλης κλίμακας έργα επίδειξης, όπου το CO2 έχει εγχυθεί υπόγεια σε μεγάλο βάθος για αρκετά χρόνια: Στο Sleipner της Νορβηγίας (περίπου 1 εκατ. t/έτος από το 1996), στο Weyburn του Καναδά (περίπου 1,8 εκατ. t/έτος από το 2000) και στο In Salah της Αλγερίας (περίπου 1 εκατ. t/έτος από το 2004). Η διεθνής συνεργασία για την έρευνα της αποθήκευσης του CO2, που ενθαρρύνθηκε από τον IEAGHG και το CSLF στις παραπάνω τοποθεσίες και αλλού, ήταν ιδιαίτερα σημαντική για τη διεύρυνση της κατανόησης και των γνώσεών μας και την ανάπτυξη μιας παγκόσμιας επιστημονικής κοινότητας για την αντιμετώπιση αυτού του θέματος. Ένα εξαίρετο παράδειγμα αποτελεί η ειδική έκθεση του IPCC για τη δέσμευση και αποθήκευση του CO2 (2005), η οποία περιγράφει τη σημερινή κατάσταση της γνώσης και τα εμπόδια που πρέπει να ξεπεραστούν ώστε να επιτραπεί η ευρεία εφαρμογή αυτής της τεχνολογίας. Υπάρχει ήδη σημαντική τεχνική εμπειρία και ο κόσμος προχωρεί σήμερα με σιγουριά στη φάση της επιδεικτικής εφαρμογής. Επιπλέον, εκτός από την τεχνική ανάπτυξη, έχουν καταρτισθεί και νομοθετικά, κανονιστικά, οικονομικά και πολιτικά πλαίσια και έχει αξιολογηθεί η κοινωνική αντίληψη και υποστήριξη.

Περισσότερα στο συνημμένο πλήρες ένθετο του Δικτύου Αριστείας CO2GeoNet που δημιουργήθηκε υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σαν μια ομάδα ερευνητικών ινστιτούτων που μπορούν να διατηρήσουν την Ευρώπη στην πρώτη γραμμή των διεθνών ερευνών μεγάλης κλίμακας.




[Επιμέλεια: Π. Τζεφέρης]