-->

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

ΦΥΣΙΣ ΕΡΓΟΝ: Νοώντας για τη φύση…

[του Αντώνη Β. Καπετάνιου]

Δέος, ευφροσύνη, ανάταση, τέρψη, μύρια άλλα ρεμβώδη συναισθήματα αισθάνθηκε ο ευτυχής ποιητής, ο Γερμανός λυρικός ποιητής Φρήντριχ Χαίλντερλιν (Johann Christian Friedrich Hölderlin), όταν τον απλό, λιτό ελληνικό κήπο θώρησε νοητά, τον «Αγγελόκηπο» (όπως τον αποκαλούσε) –αισθανόμενος την ευδαιμονία της χώρας μας–, βρίσκοντας σε αυτόν κείνο που οι ειδωλοθύτες της ζήσης δε βλέπουν, γιατί βομβούν κι ατακτούν χωρίς να αισθάνονται και να ερευνούν. Βρήκε σε αυτόν τον παράδεισο της ψυχής του· και είπε: «…πάμε έξω, στη χλωρασιά», πάμε δηλαδή στα «λιβάδια» της Ελλάδας, πάμε να αισθανθούμε και να χαρούμε τη χώρα στο φυσικό της, στο λιτό κι άδολό της.[1]

Στο λίγο βρήκε θεία ομορφιά, στο χλοερό βρήκε δύναμη κραταιά και βαρκαρίσθηκε με το συναίσθημα που ο περίγυρος τού δημιούργησε· κι ανέβηκε ψηλά, χάρη στην αλαφράδα της λυτρωμένης ψυχής. Στη φύση δηλαδή, στη μεγαλειώδη ελληνική, βρήκε το ζητούμενο της καρδιάς, ότι το συναίσθημα επιζητεί για να παράξει ο άνθρωπος, ως πνοός και πονητής του τόπου, ως θεωρός και μύστης του. Μεγάλο τούτο σαν το νοιώσεις –και, πολύ περισσότερο, όταν το πράξεις…–, καθώς, η αίσθηση του δημιουργήματος σημαίνει κοινωνία μαζί του.

Και ο απλός «ευλογημένος» άνθρωπος της υπαίθρου, τα ίδια αισθάνεται, όταν το νιόβγαλτο, λιανό δενδρί με ζέση περιποιείται, όταν το φυτάριο με καρτερία φυτεύει, όταν το σπόρο στην αφράτη γη ανακατεύει, όταν το νεοττό (είτε φυτό, είτε ζώο) θωπεύει, για να γενεί φύση θαλερή –όταν, εν κατακλείδι, σα δημιουργός λειτουργεί στήνοντας μικρούς αθέατους παραδείσους, φτιάχνοντας πληρότη της ψυχής του με την πράξη του. Δε τον συνεπαίρνει η αγαλλίαση του πρωτόπειρου, του ενεού με τη δημιουργία, μα μιαν τερπνότητα υπάρχει, μία έγνοια για την ενησχολή με τη φύση, στα πλαίσια λες ιερής μυσταγωγίας που συντελείται, κει στον αφαλό της ζήσης. Νοιώθει, αισθάνεται το μεγαλείο της ζωής –παρόμοια με τον υψιπετή ποιητή–, και ως ταπεινός δημιουργός φτιάχνει ζωή, φτιάχνει μέλλον, και τούτο πολύ τον συγκινεί και τον πληρώνει˙ είναι η αίσθηση της δημιουργίας. Είναι κι αυτός στην τέτοια του αίσθηση και σε αυτό του το πράξιμο ποιητής, ποιητής της γης –ποιεί εν σκοπώ.

Φύση το λοιπόν είναι η δημιουργία που υψώνει, που μορφώνει κι εξασκεί, που σε κάμει να αισθάνεσαι και να λειτουργείς. Με τα κοινά, με τα γύρα κοινωνείς κι ανέσπερα πάγεις˙ γιατί, μεγάλο πράμα είναι να υψώνεσαι με τ’ απλά, να βρίσκεις πηγή στης ζήσης τους μικρούς, ανύποπτους χλοασμούς, να γίνεσαι «ποιητής» στο γίγνεσθαι όπου συμμετέχεις.

Ο φυσικός χώρος έτσι, γίνεται προορισμός, αποτελεί –και με του ανθρώπου τη συμβολή– ολότητα, αφού «γεμίζει» με έργο, με σχέσεις, μ’ ενέργεια. Είναι οίκος –εξ ου και οικοσύστημα–, όχι καταφύγιο, αλλά θώκος για καταφυγή της ζωής και θεώρηση του όλου. Εκεί ζωές πάγουν –γεννιώνται και πεθαίνουν–, σ’ έναν κύκλο δημιουργίας και συνέχειας. Εκεί ψυχές ευφραίνονται, αναβιβάζονται κι ευφορούν. Ένας παράδεισος εκεί, ένας φλογερός κόσμος, έμπλεος θάλπους, ρέμβους, ήθους, προϊόν λες συνουσίας υπερβατικής· αυτός είν’ ο κόσμος του ποιητή – δημιουργού. Η ποίηση του κόσμου τούτου, το γλυκύ κι υπερβατικό του, είναι εντέλει το νόημα της ζωής, το Έαρ και ο Ιχώρ, γιατί εκεί η δημιουργία βρίσκει την πληρότητά της.

Ο φλογερός τούτος κόσμος, γίνεται μολαταύτα δραματικός στα χέρια τραγικών ανθρώπων, δολίων στην πράξη κι αναίσθητων στην ψυχή, ψυχρών ειδωλοθυτών διαχειριστών, που κρυερά ενησχολή τους είναι η επαφή με τα γήινα προκειμένου να τα εκμεταλλευτούν. Αυτούς δεν τους συγκινεί η ευδία, δεν τους κάμει συνειδητούς το δημιούργημα, ενώ το ρίγος της γλυκείας τέρψης, αποτελεί άγνωστη δοκιμασία. Βλέπουν ύλη, μόνον ύλη στο χώρο –ύλη ψυχρή, σιδηρά!.. –, επιζητώντας, παγερά κι επιβλητικά, την εκμετάλλευσή της. Έχουν πνεύμα υπολογιστικό, ασυγκίνητο, παγερό. Ο αγοραίος, διά τούτο, φυσικός χώρος, γίνεται ουτιδανός, γίνεται πεδίο οικονομικής ενησχολής, παρά πεδίο δημιουργίας, επιζητείται ο πόρος του και μόνον προς εκμετάλλευση, έχοντας χάσει τον προορισμό του, έχοντας χάσει την ουσία του. Ανάρμοστος ως τέτοιος και μακριά από τη φύση του, καταπίπτει στο κενό της χρηστικής ανυπαρξίας, που η απληστία της θεοποιημένης ανάπτυξης διαμορφώνει.

Θεωρώντας το φυσικό χώρο βαθύτερα, αντιμετωπίζοντάς τον ως οίκο, βλέποντας σε αυτόν οντότητες, σχέσεις κι αξίες, αποδίδεται εγγενή αξία στα αισθητά μέρη του. Ο φυσικός έτσι θεωρούμενος χώρος, χάρη στον άνθρωπο που λειτουργεί στη φύση συμμετέχοντας στο γίγνεσθαι, εμπλουτίζεται κι ανάγεται, χαρακτηριζόμενος από ευγένεια, πηγαιότητα κι αξίες. Η εγγενής (ενδογενής) αξία, είναι η αξία που προσδιορίζει το κάθε αισθητό ως οντότητα, ως δημιούργημα φυσικό. Η εξωγενής αξία είναι η αξία του δημιουργήματος όταν ως τέτοιο προσφέρει, όταν «δίδει» στο δημιουργό υποστηρίζοντας τη δημιουργία (που ως ολότητα εννοείται). Οι δε παραγόμενες αντιληπτικές αξίες, όπως οι πολιτιστικές, οι ιστορικές, οι παραδοσιακές, οι αισθητικές, οι πνευματικές/ψυχικές κ.ά., που προκύπτουν ως ειδικότερες θεωρήσεις λόγω της συμμετοχής του ανθρώπου στο γίγνεσθαι, ανάλογα με την κατά περίπτωση θεώρησή τους, καθορίζουν/χαρακτηρίζουν το φυσικό χώρο κάθε φορά. Οι προσφορές της φύσης (υλικές κι άυλες) είναι το παράγωγο των αξιών της, το εμφαινόμενο της δημιουργίας.

[1] Χαίλντερλιν Φρ., «Πάμε έξω, στη χλωρασιά. Υπερίων ή ο ερημίτης στην Ελλάδα», μετάφραση: Λαυρέντιος Γκέμερεϋ, εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα 1982.

(απόσπασμα από το βιβλίο: Αντώνιος Β. Καπετάνιος, “ΦΥΣΙΣ ΕΡΓΟΝ. νοώντας για τη φύση…”, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2017).