-->

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Γνωριμία με τα φυσικά διακοσμητικά πετρώματα

Λατομείο μαρμάρου, Στενωπός Καβάλας, photo by P. Tzeferis

Ως διακοσμητικά πετρώματα χαρακτηρίζονται όλοι οι φυσικοί λίθοι, οι οποίοι εξορύσσονται σε λατομεία που διανοίγονται σε γεωλογικούς σχηματισμούς, οι οποίοι έχουν τα απαιτούμενα αισθητικά και τεχνικά χαρακτηριστικά για την παραγωγή τελικών προϊόντων κατάλληλων για εφαρμογές στην οικοδομική, σε έργα αστικού σχεδιασμού και γενικότερα στην αρχιτεκτονική και διακόσμηση.
Κάθε διακοσμητικό πέτρωμα, ως φυσικός λίθος, αποτελείται από ορυκτά που ποικίλουν, κατά περίπτωση, και τα οποία έχουν συσσωματωθεί με τη βοήθεια, συνήθως, ορυκτής συγκολλητικής ύλης.

Το είδος των ορυκτών που περιέχονται σε κάθε πέτρωμα, η ποσοτική τους αναλογία στην ορυκτολογική του σύσταση, η δομή τους, το χρώμα τους, η κοκκομετρία τους και ο τρόπος και ο βαθμός συσσωμάτωσής τους διαμορφώνουν, τελικά, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε υλικού.

Για αυτό και τα φυσικά διακοσμητικά πετρώματα, ως υλικά που τα δημιούργησε η φύση, δεν έχουν τυποποιημένες μορφές και χαρακτηριστικά, όπως συμβαίνει με όλα τα υλικά βιομηχανικής παραγωγής. Αντίθετα, ως φυσικά υλικά, έχουν το καθένα τη δική του προσωπικότητα, αφού η μορφή, ο χρωματισμός και γενικότερα τα αισθητικά, τα ποιοτικά και τα τεχνικά χαρακτηριστικά του κάθε υλικού εξαρτώνται όχι μόνο από την ορυκτολογική του σύσταση, αλλά και από τη διαδικασία σχηματισμού του, δηλαδή από παράγοντες πολύ διαφορετικούς, ανάλογα με τις γεωλογικές εποχές και τις εκάστοτε συνθήκες στις διάφορες γεωγραφικές ζώνες.

Τα φυσικά διακοσμητικά πετρώματα, επομένως, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και ως υλικά με ονομασία προέλευσης, αφού είναι σπάνιο, έως πρακτικά αδύνατο, να βρεθούν δύο ακριβώς ίδια υλικά, που να προέρχονται από διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές.

Ονοματοδοσία. Στην αγορά των διακοσμητικών πετρωμάτων έχουν καθιερωθεί να ονοματίζονται τα διάφορα υλικά από τις επιχειρήσεις που τα παράγουν ή τα εμπορεύονται, με ονόματα τα οποία είτε παραπέμπουν στην περιοχή όπου εξορύσσεται το πέτρωμα, όπως πχ. Λευκό Μάρμαρο Θάσου ή Λευκό Διονύσου Πεντέλης ή Πράσινο μάρμαρο Τήνου, είτε είναι ονόματα καθαρώς εμπορικά με την έννοια του brand name (επώνυμο προϊόν), όπως χρυσή αράχνη ή goldenspider, Kyknos, Dorian Grey, Aristonwhite, Goldenbrown κ.α ώστε το κάθε υλικό να αποκτήσει τη δική του ταυτότητα.

Mock up of DORIAN GREY marble from Greece
Η πληθώρα των υλικών όμως που διατίθενται στην αγορά, σε συνδυασμό με την πληθώρα εμπορικών ονομάτων. που σε πολλές περιπτώσεις αφορούν το ίδιο υλικό ή σε διαλογές του ίδιου υλικού, δημιουργεί σύγχυση στην αγορά, ιδιαίτερα όταν τα υλικά αναφέρονται με τα εμπορικά τους ονόματα στις προδιαγραφές δημοπράτησης σημαντικών έργων.Η σύγχυση επιτείνεται περαιτέρω, όταν το όνομα του υλικού δε προσδιορίζει τον τύπο του πετρώματος, που σε πολλές περιπτώσεις πρέπει να είναι γνωστός στον τεχνικό κόσμο του τομέα των κατασκευών, που επιλέγει υλικά για διάφορες εφαρμογές..
Σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί το παραπάνω θέμα έτσι ώστε το όνομα του κάθε υλικού να αποδίδει πληρέστερα την ταυτότητα του, συντάχθηκε η πρότυπη ευρωπαϊκή προδιαγραφή ΕΝ 12440:2000 η οποία καθιερώνει τυπικό όνομα για τα διακοσμητικά πετρώματα, το οποίο βασίζεται σε συγκεκριμένα κριτήρια ονοματολογίας των φυσικών λίθων.Πιο συγκεκριμένα η παραπάνω προδιαγραφή προβλέπει ότι για κάθε υλικό, πέρα από το εμπορικό του όνομα, πρέπει να ορίζεται στις εμπορικές συναλλαγές και το τυπικό του όνομα, δηλαδή ένα σύνθετο όνομα, το οποίο θα πρέπει να περιλαμβάνει όρους που σχετίζονται με :
  •  το επιστημονικό όνομα του πετρώματος, όπως αυτό καθορίζεται από τα πετρογραφικά του χαρακτηριστικά,
  •  το τυπικό χρώμα του υλικού,
  • τη θέση του λατομείου εξόρυξης, η οποία πρέπει να είναι όσο γίνεται πιο ακριβής
  • άλλα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως είναι η παρουσία φλεβών, η υφή, η γεωλογική ηλικία του πετρώματος κ.α.
Για παράδειγμα, για την γνωστή στην διεθνή αγορά ιταλική πέτρα PietraSerena, το παραδοσιακό όνομα της οποία δεν προσδιορίζει το πετρογραφικό της χαρακτηριστικό, ούτε την προέλευση της αφού παρόμοια πέτρα εξορύσσεται σε τρεις περιοχές Ιταλίας (Ascoli, Trasimeno, Firenzuola) θα πρέπει σύμφωνα με την προδιαγραφή ΕΝ 12440:2000, να αναφέρεται στις εμπορικές συναλλαγές , εκτός από το παραδοσιακό όνομα και το τυπικό όνομα του υλικού, δηλαδή και η ονομασία «Ανοικτόγκριζος ψαμμίτης Firenzuola», εφόσον η πέτρα προέρχεται από τα λατομεία της περιοχής Firenzuola, στην Τοσκάνη της Ιταλίας.Ωστόσο στην πράξη και σε διεθνές επίπεδο, η παραπάνω προδιαγραφή ελάχιστα εφαρμόζεται μέχρι σήμερα τουλάχιστον με αποτέλεσμα το τεχνικός κόσμος να χρειάζεται, όταν αυτό είναι απαραίτητο, να αφιερώνει χρόνο για να προσδιορίσει με ακρίβεια την ταυτότητα διαφόρων νέων υλικών που προέρχονται από διάφορες χώρες.

[Πηγή: Περιοδικό Architectural STONE ANNUAL, Εκδότης : BUSINESS DATA ΕΠΕ]
[Eπιμέλεια:  Πετρος Τζεφέρης]