-->

Σάββατο, 16 Ιουλίου 2016

Δείκτες αποτελεσμάτων για τις Ορυκτές Πρώτες Υλες στην Ευρώπη

[του Πέτρου Τζεφέρη] [by Tzeferis Petros]

Οι Δείκτες  αποτελεσμάτων για τις Πρώτες Ύλες είναι μια πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Σύμπραξης για την Καινοτομία (ΕΣΚ) για τις πρώτες ύλες. Σκοπός είναι να παρέχoνται  ποσοτικά δεδομένα σχετικά με στόχους της πρωτοβουλίας και γενικότερα αξιόπιστες πληροφορίες που μπορεί να είναι χρήσιμες  στη χάραξη της Ευρωπαϊκής πολιτικής σε διάφορους τομείς σχετικά με τις πρώτες ύλες. Για παράδειγμα, ο  πίνακας αποτελεσμάτων θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παρακολούθηση της προόδου προς μια κυκλική οικονομία, ένα κρίσιμο ζήτημα για το οποίο το Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε πρόσφατα ένα φιλόδοξο σχέδιο δράσης. 

Ο πίνακας αποτελεσμάτων δημοσιεύεται κάθε δύο χρόνια. Αποτελείται από 24 επιμέρους δείκτες οι οποίοι  ομαδοποιούνται σε πέντε θεματικές ενότητες (βλέπε εικόνα). Όλοι οι δείκτες βασίζονται σε δεδομένα που πληρούν τα «κριτήρια RACER», δηλαδή θεωρούνται κατάλληλα, αποδεκτά και αξιόπιστα.

Στο σύνολό τους, οι βιομηχανίες πρώτων υλών στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ)  αντιστοιχούν σε 280 δις ευρώ προστιθέμενης αξίας και πάνω από τέσσερα εκατομμύρια θέσεις εργασίας [2012]. Η ΕΕ είναι ο τρίτος στον κόσμο μεγαλύτερος παραγωγός  βιομηχανικών ορυκτών μετά από την Ασία και τη Βόρεια Αμερική. Για την παραγωγή ξυλείας (roundwood) το παγκόσμιο μερίδιο της παραγωγής της ΕΕ είναι κοντά στο 20%. Για την παραγωγή μετάλλων, ενώ στη δεκαετία του 1850, η Ευρώπη αντιπροσώπευε περισσότερο από το 50% της παγκόσμιας παραγωγής, το 2009 το μερίδιό της ήταν μικρότερο από 5% (Δείκτης 1).
Παρ 'όλα αυτά, χάρη στη μακρά της μεταλλευτική ιστορία, η ΕΕ εξακολουθεί να είναι ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς και  εξαγωγείς εξορυκτικού εξοπλισμού. Εντούτοις, από τη δεκαετία του 2000,η Κίνα έχει μετεξελιχθεί ένα καθαρό εισαγωγέα σε καθαρό εξαγωγέα κι αυτό έχει να κάνει με το χαμηλό κόστος παραγωγής αλλά και τη διαθεσιμότητα των γνώσεων και των δεξιοτήτων (Δείκτης 2).

Ενώ, όπως αναφέρθηκε,  η ΕΕ είναι κοντά στο να είναι αυτάρκης για μη μεταλλικά μέταλλα και ξύλο, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές για τα μέταλλα και το φυσικό καουτσούκ, ενώ για ορισμένα υλικά αυτή θεωρείται κρίσιμη για την οικονομία της ΕΕ και είναι κοντά στο 100% (Δείκτης 3). Το πρόβλημα καθίσταται πολύ σημαντικό όταν η παραγωγή πρώτων υλών συγκεντρώνεται σε λίγες μόνο χώρες, και επιπλέον όταν η ποιότητα της διακυβέρνησης σε αυτές τις χώρες είναι χαμηλή (Δείκτης 4).  Οι περιορισμοί στις εξαγωγές καθώς και  η γεωγραφική συγκέντρωση ορισμένων υλικών μπορεί να οδηγήσει σε απρόβλεπτες αυξήσεις των τιμών (Δείκτης 5).

Ο επόμενος δείκτης είναι η ανακύκλωση και η παραγωγή δευτερογενών πρώτων υλών  στην ΕΕ (Δείκτης 6). Ωστόσο, η οικονομική σημασία του τομέα των πρώτων υλών επεκτείνεται και πέρα από  τις κατεξοχήν εξορυκτικές και τις  βιομηχανίες μεταποίησης. Πάνω από 11 εκατομμύρια θέσεις εργασίας (το 40% του συνόλου των θέσεων) επηρεάζονται από συναφείς δραστηριότητες που ολοκληρώνουν την αλυσίδα, όπως παραγωγή μεταλλικών προϊόντων, μηχανολογικού κλπ εξοπλισμού (δείκτης 7).

Η καινοτομία, η οποία είναι απαραίτητη για την ΕΕ ώστε να παραμείνει ανταγωνιστική σε διεθνές επίπεδο, είναι ο επόμενος δείκτης (δείκτης 8). Η ΕΕ εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει το 36% των αιτήσεων για διπλώματα ευρεσιτεχνίας  (Δείκτης 9). Η ανάγκη σε ειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό και η εκπαίδευσή του είναι ο δείκτης 10. Δυστυχώς οι πτυχιούχοι των σχετικών με τις ορυκτές πρώτες ύλες επιστημών προέρχονται κατά 90% από  Ασία,  Αφρική και Αμερική, ενώ μόνο το 1% από την ΕΕ.

Η εγχώρια (εντός ΕΕ) εξόρυξη μετάλλων είναι σε μεγάλο βαθμό ανεπαρκής για την κάλυψη των αναγκών της Ευρώπης (Δείκτης 11).  Η  μεταλλευτική έρευνα που αποτελεί  ένα σημαντικό κομμάτι στον κύκλο ζωής των ορυχείων, έχει σταθερά μειωθεί τόσο στην ΕΕ όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο (Δείκτης 12).

Το θεσμικό πλαίσιο των συνθηκών εργασίας, οι εθνικές πολιτικές για την εξόρυξη/επεξεργασία ορυκτών, οι περιβαλλοντικοί  κανονισμοί κλπ - επηρεάζουν είτε εμποδίζοντας είτε επισπεύδοντας την ανάπτυξη των εξορυκτικών δραστηριοτήτων (Δείκτης 13). Η δημόσια αποδοχή είναι ένας άλλος παράγοντας που επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τις δραστηριότητες εξόρυξης. Τα δεδομένα δείχνουν ότι η αποδοχή από το κοινό στην ΕΕ  είναι χαμηλή σε σύγκριση με άλλους τομείς της οικονομίας (Δείκτης 14).

Η συμβολή στην κυκλική οικονομία που απαιτεί αυξημένη επαναχρησιμοποίηση, ανακατασκευή
και ανακύκλωση των προϊόντων είναι ο δείκτης 15. Ωστόσο, για τα περισσότερα υλικά,η συμβολή της ανακύκλωσης στην κάλυψη της αυξανόμενης ζήτησης είναι ακόμη σχετικά χαμηλή (Δείκτης 16).

Οι επόμενοι σημαντικότατοι δείκτες αφορούν την διαχείριση των εξορυκτικών αποβλήτων, την αποδοτικότητα των πόρων (resource efficiency), τις εκπομπές, τα συστήματα διαχείρισης εκπομπών και το χρηματιστήριο των ρύπων, τη χρήση, τη διαθεσιμότητα, την επαναχρησιμοποίηση και ανακύκλωση των υδάτινων πόρων, την μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων της εξορυκτικής βιομηχανίας, την διαχείριση των δασών, την επαγγελματική υγεία και ασφάλεια αλλά και τις εκθέσεις απολογισμού βιωσιμότητας (Global Reporting Initiative)  στις οποίες η ΕΕ ειναι πρωτοπόρα, παράγοντας το 1/3 των εκθέσεων σε  παγκόσμιο επίπεδο (τελευταίος δείκτης 24).