-->

Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2016

Τι θυμάμαι από την παλιά Γαλλική Εταιρεία Μεταλλείων Λαυρίου;

O πρωτοποριακός για την εποχή αμερικάνικος τύπος  καμίνου
τήξεως W.J. (Water Jacket) με υδρόψυκτα τοιχώματα  
("ζακέτες"), photo by P. Tzeferis 2016.
Η Γαλλική Εταιρεία Μεταλλείων Λαυρίου, ξεκίνησε τη λειτουργία της το 1875 και έκλεισε οριστικά το 1989. Οι αναπαλαιωμένες, ορισμένες εξ αυτών,   κτιριακές εγκαταστάσεις της Εταιρείας, αποτελούν σήμερα ένα από τα σημαντικότερα μνημεία βιομηχανικής αρχαιολογίας στην Ελλάδα και διεθνώς. Ακόμα πιο σημαντικό όμως  είναι το γεγονός ότι κάποιοι άνθρωποι που δούλεψαν στην Εταιρεία αποτελούν σήμερα ζωντανές πηγές έρευνας, για τη σύνθεση της ιστορίας του Νεώτερου Μεταλλευτικού Λαυρίου.

Το Βιοτεχνικό – Βιομηχανικό Εκπαιδευτικό Μουσείο (ΒΒΕΜ) θεωρώντας ότι η προφορική και η υλική μαρτυρία συμβάλλει στη διαμόρφωση της ιστορίας, σχεδίασε ένα Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα με τίτλο «Ανάκληση Αναμνήσεων: Τι θυμάμαι από την παλιά Γαλλική Εταιρεία Μεταλλείων Λαυρίου». Οι πρώην εργαζόμενοι μοιράζονται με τους συμμετέχοντες τις αναμνήσεις τους, από την περίοδο εργασίας τους στην Εταιρεία, ενώ ο ίδιος ο χώρος, ανενεργός πλέον σήμερα, ζωντανεύει και δίνει νόημα στις αφηγήσεις των παλαιών εργαζομένων. Παράλληλα εξέδωσε κι ένα βιβλίο με ομώνυμο τίτλο,  όπου εβδομήντα (70) προφορικές μαρτυρίες, λειτουργώντας ως γνήσιοι θεματοφύλακες της ιστορίας,  ξαναζωντανεύουν την ιστορική αυτή περίοδο, συμβάλλοντας στην ερμηνεία και την τεκμηρίωση του χώρου αλλά και των "μνημείων" που έχουν διατηρηθεί. Οι συνεντεύξεις συγκεντρώθηκαν από τον κ. Λ. Παρασκευαϊδη, μηχ. μεταλλείων, επιστημονικό σύμβουλο του ΒΒΕΜ.

Στις αφηγήσεις περισσεύει η γλαφυρότητα, η καθημερινότητα της δουλειάς, οι σκληρές εργασιακές συνθήκες αλλά και τα γλωσσικά "μαργαριτάρια" του καθημερινού μόχθου μέσα στο μεταλλουργικό εργοστάσιο, τα πιο πολλά ξενόφερτα, που πολλά από αυτά αξίζουν της προσοχής και της ερμηνείας των ειδικών: οι ζακέτες, το λαμινουάρ, το μπαχάουζ, η μπλέντα, η μάτα, η γκαλένα και το μπεπεζέ, η φλοτασιόν, το γκριλιάζ, το καζαντίδικο και η κουπέλα, τα ταπώνυα, τα μοδέλα, τα τρεμί... 

Λέει χαρακτηριστικά ο Θ. Πιερράκος, εργοδηγός στη μεταλλουργία από τη δεκαετία του '60 μέχρι το τέλος λειτουργίας  της Γαλλικής εταιρείας αλλά και πρωτεργάτης της ελληνικής ΕΜΜΕΛ που λειτούργησε για λίγα χρόνια μετά το 1983:  

"...Η πρώτη επανάσταση που έγινε στη Γαλλική εταιρεία ήτανε το 1910. Ο Σερπιέρης έφερε τότε αμερικανούς που άλλαξαν τον σύστημα εμπλουτισμού του μεταλλεύματος με την καινούργια Φλοτασιόν αλλά και  τον φούρνο τήξεως μολύβδου.  Πριν το 1908-1910 η Φλοτασιόν δούλευε με το σύστημα της βαρύτητας. Τώρα με τα διάφορα "φάρμακα", όπως τα λέμε εμείς, υδροκυάνιο, ασβέστη, αιθέρια έλαια, γαλαζόπετρα και διάφορα άλλα, γινόταν ο διαχωρισμός του μεταλλεύματος, με επίπλευση. 
Ο,τι απέμεινε από τις λεκάνες απαργύρωσης κλπ. του
μολύβδου, photo by P. Tzeferis 2016
...Μετά το 1970 ξανάγινε επανάσταση (τεχνολογική) με τον ερχομό του καινούργιου Γκριλιάζ (δηλ. της φρύξης) κι επίσης μεγάλωσαν το φούρνο τήξης μολύβδου με το Waterjacket αμερικάνικης τεχνολογίας, που είχε υδροχιτώνια ή ζακέτες, όπως τις λέμε, για να κυκλοφορεί το νερό και να πέφτει η πίεση.  Ετσι μπορούσε να απορροφήσει τη μεγαλύτερη παραγωγή από το Γκριλιάζ. Μετά, τα χρόνια που ήρθα εγώ, πρόσθεσαν και την απαργύρωση. Ο καθαρισμός του μολύβδου ήταν σε τρις λεκάνες μικρές και τότες προσθέσανε και άλλες τρεις σε μεγαλύτερο όγκο. Επίσης, κατασκευάστηκε ένα καινούργιο Μπαχάουζ, δηλαδή σύστημα αυτόματων φίλτρων, ώστε να απορροφούνται τα καπναέρια. Ο Σερπιέρης ειχε προβλέψει και ειχε φτιάξει καπναγωγούς για απαγωγή, το λεγόμενο κοινώς τιράγιο, ώστε να τραβούν τις κάπνες και να τις πηγαίνουν στο βουνό. Ομως ήταν αντιοικονομικό διότι η κάπνα περιείχε και πολύ μετάλλευμα..."  

Πράγματι, οι τράπεζες εμπλουτισμού του μεταλλεύματος ήσαν κυρίως γερμανικής και αμερικανικής τεχνολογίας και  οι κάμινοι παραγωγής μεταλλικού αργυρούχου μολύβδου ήσαν οι Pilz του Freiberg της Σαξωνίας, που αντικατέστησαν τις ισπανικές Castiliano και απ’ το 1906 οι αμερικάνικες Water-Jacket στην πρωτοπορία της καμινευτικής τεχνικής. Επίσης, ο  καπναγωγός της μετέπειτα Ελληνικής Εταιρείας που κατέληγε σε δύο λιθόκτιστες καμινάδες, είχε 1700 μ. μήκος. Κατεδαφίστηκε το 1944 από τους Γερμανούς, επειδή αποτελούσε στόχο για τα εγγλέζικα αεροπλάνα, ενώ σήμερα μπορεί κανείς να δει μόνο τη βάση του. Αντίθετα, οι μικρότερες καμινάδες της Γαλλικής Εταιρείας διατηρούνται μέχρι σήμερα.

Επρόκειτο λοιπόν για ένα σύνθετο πυρο- μεταλλουργικό εργοστάσιο που παρήγαγε μόλυβδο, άργυρο, ψευδάργυρο, ματ χαλκού,  μίνιο κλπ. χρησιμοποιώντας  διάφορες πηγές (μετάλλευμα ελληνικό από το Λαύριο ή από άλλες περιοχές όταν μετά το '77 έκλεισαν οι στοές αλλά  και εισαγόμενο από άλλα εργοστάσια της μητρικής Penarroya, από Μαρόκο, Τυνησία κλπ ) με σοβαρά ζητήματα τόσο στα θέματα ασφάλειας και υγείας όσο και περιβάλλοντος.

Το θέμα της μολυβδίασης αλλά και της εντατικοποίησης της εργασίας δίνουν και παίρνουν μέσα από τις αφηγήσεις των πρώην εργαζομένων. Λέει χαρακτηριστικά ο κ. Κ. Σαβουλίδης, εργάτης στην καμινεία:  "Ποτέ μολυβδίαση. Αλλά εγώ δεν έβγαζα τη μάσκα. Ούτε πήγαινα στο σπίτι τα ρούχα της δουλειάς, γιατί  μπορούσε να πάθει μολυβδίαση και η οικογένεια..." 

Ομως οι μάσκες δεν ήταν πάντα εύχρηστες, ειδικά δίπλα στα καμίνια και τις λεκάνες που γινόταν το ξάφρισμα των μετάλλων με τις κουτάλες... Και οι εργάτες ήταν εκτεθειμένοι σε μεγάλο βαθμό  στα καπναέρια της μολυβδίασης, του αρσενικού, του αντιμονίου, του χαλκού και του θειαφιού.

[Πέτρος  Τζεφέρης]