-->

Παρασκευή, 22 Απριλίου 2016

Ο Χωροταξικός Σχεδιασμός (ΧΣ) πρέπει να επιλύει πραγματικά ζητήματα και τομεακές διενέξεις

Η “a priori” χωροθέτηση της εξορυκτικής δραστηριότητας
[του Πέτρου Τζεφέρη][by Tzeferis Petros]

Ο Χωροταξικός Σχεδιασμός είναι μια δυναμική διαδικασία που τροφοδοτείται, τροφοδοτεί και συντονίζει τους διαφορετικούς τομείς πολιτικής, ακολουθώντας τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης (ισορροπία ανάμεσα στην ανταγωνιστικότητα, την κοινωνική συνοχή και την ποιότητα ζωής και περιβάλλοντος) και στοχεύει στην βιώσιμη κοινωνία. Η τουλάχιστον έτσι θα πρέπει να είναι..

Εντούτοις, τόσο το Γενικό, όσο και τα Ειδικά Χωροταξικά είναι γενικόλογα και μη δεσμευτικά και σε μεγάλο βαθμό το ίδιο ισχύει και για τα Περιφερειακά Χωροταξικά που βρίσκονται υπό αναθεώρηση εδώ και 2-3 χρόνια. Περιφερειακά Χωροταξικά και Αξιοποίηση του Ορυκτού Πλούτου

Ο μόνος  σχεδιασμός που οδηγεί σε συγκεκριμένες χωρικές δεσμευτικές παρεμβάσεις είναι ο υποκείμενος της Περιφέρειας Σχεδιασμός δηλ. ενδεικτικά με τα ακόλουθα εργαλεία: οι Ζώνες Οικιστικού Ελέγχου (ΖΟΕ), οι Περιοχές Ειδικά Ρυθμιζόμενης Πολεοδόμησης (ΠΕΡΠΟ), τα Γενικά Πολεοδομικά Σχέδια (ΓΠΣ), τα Σχέδια Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτής Πόλης (ΣΧΟΟΑΠ), οι Περιοχές Οργανωμένης Ανάπτυξης Παραγωγικών Δραστηριοτήτων (Π.Ο.Α.Π.Δ.), οι Περιοχές Ειδικών Χωρικών Παρεμβάσεων (ΠΕΧΠ), κι ακόμη οι περιβαλλοντικά προστατευόμενες περιοχές είτε  του  ν. 3937/2011 είτε  οι περιοχές του Ευρωπαϊκού Οικολογικού δικτύου Νatura 2000 είτε γενικότερα περιοχές που ρυθμίζονται με κανονιστικές διατάξεις για την προστασία και διαχείριση τους.

Εθνικό Χωρικό Σύστημα Σχεδιασμού.
Μέσα χωροταξικού σχεδιασμού/Μηχανισμοί ελέγχου
Μολαταύτα και ο σχεδιασμός αυτός, ο κατώτερου της Περιφέρειας επιπέδου, δεν οδηγεί πάντοτε σε επίλυση των πραγματικών προβλημάτων τομεακών διενέξεων, ακριβώς διότι οι προβλέψεις που περιλαμβάνουν τα προαναφερθέντα εργαλεία ΧΣ, είτε δεν  περιλαμβάνουν προβλέψεις για το σύνολο των υφιστάμενων (ή δυνητικών) αναπτυξιακών δραστηριοτήτων είτε δεν έχουν αρκούντως δυναμικό χαρακτήρα ώστε να μπορούν να αναθεωρούνται εύκολα από την διοίκηση όταν αυτό απαιτείται χάριν της ανάπτυξης και της διασφάλισης του δημοσίου συμφέροντος. Αν τα παραπάνω συνδυαστούν με την ευθυνοφοβία και τις γενικότερες στρεβλώσεις της δημόσιας διοίκησης, το αποτέλεσμα ειναι γνωστό: η αποανάπτυξη της χώρας.

Παλιότερα είχαμε αναπτύξει ένα από τα προβλήματα τομεακών διενέξεων για την εξόρυξη και την βόσκηση.   Βόσκηση ή Εξόρυξη; Ας εξετάσουμε ένα ακόμη παράδειγμα που σχετίζεται επίσης με την έρευνα των ορυκτών πρώτων υλών και ειδικότερα των μαρμάρων.

Για την ολοκλήρωση της  Διαδικασίας υπαγωγής σε καθεστώς Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ) για έρευνα μαρμάρου απαιτείται (ΥΑ  υπ’αρθ 46294 ) μεταξύ άλλων  «Βεβαίωση της αρμόδιας Υπηρεσίας Δόμησης περί υπαγωγής ή μη της περιοχής του έργου σε συγκεκριμένες δεσμεύσεις του χωρικού σχεδιασμού (Περιφερειακό Πλαίσιο, ΓΠΣ, ΣΧΟΑΑΠ, κ.λπ.)»,  όπως άλλωστε προβλέπεται στο άρθρο 4  της ανωτέρω ΥΑ. 

Σε πολλές περιπτώσεις τόσο η αρμόδια υπηρεσία δόμησης, όσο και η αρμόδια Διεύθυνση Χωροταξικής και Περιβαλλοντικής Πολιτικής της οικείας ΑΔ, αδυνατούν να εκδώσουν την ανωτέρω βεβαίωση δηλ.  αν το αιτούμενο εξορυκτικό έργο είναι συμβατό με τις κατευθύνσεις της χωρικής πολιτικής της οικείας περιοχής, μεταφέροντας το ζήτημα στην υπηρεσία που είναι αρμόδια για την έκδοση της υπαγωγής σε ΠΠΔ, εντούτοις δεν έχει ουδεμία αρμοδιότητα σχετικά με θέματα εφαρμογής της περιβαλλοντικής και χωροταξικής πολιτικής, ούτε με θέματα χωρικών δεσμεύσεων, Το θέμα επί της ουσίας είναι γενικότερο  και αφορά κάθε περίπτωση αιτήματος  για ερευνητικές εργασίες σε ορυκτές πρώτες ύλες (μάρμαρα, βιομηχανικά ορυκτά, φυσικοί λίθοι κλπ) όπου δεν  υφίσταται σαφής πρόβλεψη στο αντίστοιχο χωροταξικό σχεδιασμό (Περιφερειακό ή υποκείμενο της Περιφέρειας). Συνεπώς, πρόκειται για σημαντικότατο ζήτημα που σχετίζεται με την αξιοποίηση του ελληνικού ορυκτού πλούτου και δι’ αυτής την ανάπτυξη του τόπου και το οποίο δυστυχώς εκφυλίζεται σε passing game μεταξύ υπηρεσιών...

Αντίστοιχο είναι το ζήτημα πολλών  ΖΟΕ που θεσμοθετήθηκαν στο παρελθόν και επιτρέπουν την συνέχιση των δραστηριοτήτων εξόρυξης για τις υφιστάμενες πλην όμως απαγορεύουν την ίδρυση νέων δραστηριοτήτων ΟΠΥ, μη επιτρέποντας ούτε την έρευνα, θεωρώντας ενδεχομένως ότι θα επηρεαστεί η  φέρουσα ικανότητα της ΖΟΕ, η οποία όμως ουδέποτε έχει διερευνηθεί. Για παράδειγμα, στην περιοχή της λίμνης Δύστου Ευθοίας, έχει θεσμοθετηθεί  η ΖΟΕ Δύστου Ευβοίας, εντούτοις, εντός της ζώνης της ΖΟΕ υφίσταται και ένα εξαιρετικής αξίας μάρμαρο, το "γκρι του Αλιβερίου" με διεθνές όνομα και έτοιμες αγορές.. Το ΠΔ για την προστασία της πρώην λίμνης (ΦΕΚ 60 Δ/08.02.1990), δεν επιτρέπει την ίδρυση νέων λατομείων, ούτε και την έρευνα προς τούτο, χωρίς όμως να υπάρχει ουδεμία τεκμηρίωση που να σχετίζεται με περιβαλλοντικά κριτήρια και κριτήρια βιώσιμης ανάπτυξης! 

Για το λόγο αυτό, έχουμε επανειλημμένα επισημάνει ότι οι  Ορυκτές Πρώτες Ύλες (ΟΠΥ) συνδέονται μονοσήμαντα με τους χώρους στους οποίους αυτές εντοπίζονται και δεν είναι δυνατόν να μετατεθούν αφού συνδέονται άρρηκτα με τα γεωλογικά χαρακτηριστικά της περιοχής υπακούοντας σε μια "a priori" (από πριν) χωροθέτηση των κοιτασμάτων σε συγκεκριμένες θέσεις.Η ανωτέρω ιδιαιτερότητα έχει ληφθεί υπόψιν στις σχετικές νομοθετικές διατάξεις και συγκεκριμένα στην παράγραφο 1α του άρθρου 12 του Ν. 2837/2000 (ΦΕΚ 178/Α), όπου ορίζεται σαφώς ότι: «O χώρος στον οποίο εντοπίζεται κοίτασμα μεταλλευτικών, βιομηχανικών ορυκτών και μαρμάρων, θεωρείται εκ του νόμου χωροθετημένο μεταλλείο ή λατομείο αντίστοιχα».

Για τον ίδιο λόγο είχαμε συνηγορήσει παλαιότερα να γίνει Ειδικό Χωροταξικό για τις Ορυκτές Πρώτες Υλες,   Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ορυκτές πρώτες ύλες σε συνεργασία με τον ΣΜΕ  και οι βασικές κατευθύνσεις να τεθούν στην Εθνική Πολιτική της Χώρας για την Αξιοποίηση του Ορυκτού Πλούτου.

H χωροθέτηση των Εξορυκτικών Δραστηριοτήτων και Συνοδών Εγκαταστάσεων