-->

Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2016

Η εκμετάλλευση των κοιτασμάτων χρυσού στην Ελλάδα. Νομικό Καθεστώς και προοπτικές ανάπτυξης


Μεταλλείο Χρυσού El Valle Boinas (Ισπανία) πριν και μετά την αποκατάσταση
Οι κυριότεροι προβληματισμοί και τα συμπεράσματα της εργασίας δίνονται παρακάτω:

Η Ελλάδα είναι μια Xώρα πλούσια σε ορυκτές πρώτες ύλες (ΟΠΥ) μεταξύ των οποίων και χρυσού, ο οποίος είναι από τα σπανιότερα στοιχεία του πλανήτη. Επιπλέον, η χώρα μας έχει ένα ικανοποιητικό σώμα περιβαλλοντικών διατάξεων αποτελούμενο τόσο από την εθνική νομοθεσία όσο και από την κοινοτική και τις διεθνείς συμβάσεις.

Από την άλλη πλευρά βέβαια τα τελευταία έξι χρόνια δοκιμάζεται από μια βαθιά ύφεση, χωρίς μέχρι στιγμής αξιόλογες προοπτικές ανάπτυξης και εξόδου από την κατάσταση αυτή. Αυτή την περίοδο λοιπόν που θα έπρεπε κατά μείζονα λόγο  να τεθεί ως προτεραιότητα η ολοκληρωμένη διαχείριση του ελληνικού ορυκτού πλούτου με την ανάδειξη και εφαρμογή συγκεκριμένων αναπτυξιακών εργαλείων αλλά και την τήρηση όρων και δεικτών σχετικών με την βιώσιμη αξιοποίησή του, αυτό δεν έχει συμβεί. Ο λαϊκισμός αλλά κυρίως η άγνοια και η χωρίς λόγο άρνηση όχι μόνο αμφισβήτησαν αλλά ματαίωσαν επενδύσεις που θα μπορούσαν να είχαν αποβεί εξαιρετικά σημαντικές και για την ανάπτυξη της εκάστοτε περιοχής (Σακκάς Ν. 2013).  Για τον λόγο αυτό είναι σημαντικό να εξετάζεται η κάθε επένδυση με τρόπο -κατά το δυνατόν- αντικειμενικό.

Η παραπάνω είναι η μισή αλήθεια! Η υπόλοιπη μισή αλήθεια είναι ότι η εξορυκτική δραστηριότητα έχει πέσει σε ανυποληψία σε όλο τον κόσμο, λόγω της περιβαλλοντικής και κοινωνικής παρακαταθήκης που έχει κληροδοτήσει. Σε αυτό συμβάλλει, σε πολλές περιπτώσεις, η αδυναμία των κρατικών ή περιφερειακών αρχών να παρακολουθούν και να επιβάλλουν την περιβαλλοντική νομοθεσία, λόγω περιορισμών του προϋπολογισμού, ανεπαρκούς προσωπικού και έλλειψης εξοπλισμού. Η δημόσια δυσπιστία αυτή ενισχύεται περαιτέρω από την αποτυχία των οικονομικών μηχανισμών (π.χ. εγγυητικές επιστολές) να διασφαλίσουν τη "θεραπεία" της εξορυσσομένης γης (Damigo D. et al 2006).
Εντούτοις, η εξορυκτική δραστηριότητα μπορεί να αποκαθιστά το περιβάλλον μετά την ολοκλήρωση της εκμετάλλευσης. Κι ακόμη μπορεί να συνυπάρχει και με άλλες π.χ. τουρισμό, γεωργία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το μεταλλείο στην Ισπανία όπως φαίνεται στις εικόνες. Εξάλλου, όπως προκύπτει από σχετική μελέτη, οι αυστηρές περιβαλλοντικές νομοθετικές ρυθμίσεις δεν φαίνεται να επηρεάζουν αποτρεπτικά τις αποφάσεις για εγκατάσταση ενώ σε κάποιες περιπτώσεις θα μπορούσαν και να προσελκύσουν ακόμη τις επενδύσεις. Κι αυτό γιατί οι εταιρείες προτιμούν να αρχίσουν δράσεις σε χώρες όπου το περιβαλλοντικό κανονιστικό πλαίσιο είναι σαφές και συνεπές, ανεξαρτήτως αυστηρότητας. Αυτό δείχνει ότι θα πρέπει να δοθεί έμφαση σε μια απλή διαδικασία που να βασίζεται σε αυστηρούς κανόνες για τη χορήγηση αδειών ώστε, όσο είναι δυνατόν, να ελαχιστοποιείται η αβεβαιότητα των επενδυτών και να ενισχύεται η προβλεψιμότητα (Kristina Söderholm et. al. 2014).

Από την άλλη μεριά, η προσέλκυση  ξένων κεφαλαίων δεν είναι απλή υπόθεση. Απαιτεί ένα σταθερό φορολογικό σύστημα, με μείωση των φορολογικών συντελεστών, εξάλειψη της πολυπλοκότητας και εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας ενώ και ο τομέας της ενέργειας και των μεταφορών επιβάλλεται να βελτιωθούν.

Αυτό που απαιτείται σήμερα είναι μια δυναμική μεταλλευτική πολιτική, θαρραλέα σκέψη, απόφαση, δραστηριότητα και κυρίως απαγκίστρωση από κάθε φύσεως ανεδαφικές παραδοχές και προλήψεις. Αυτή η πολιτική θα πρέπει να αποτελέσει το βασικό συστατικό της εθνικής αλλά και της περιφερειακής αναπτυξιακής πολιτικής της χώρας. Ειδικότερα θα πρέπει να δοθεί η δυνατότητα αξιοποίησης των κοιτασμάτων μέσω κατάλληλων παρεμβάσεων στο θεσμικό πλαίσιο, να προωθηθεί η έρευνα, να ενισχυθούν οι ερευνητικοί φορείς αλλά και να επαναξιολογηθεί η λειτουργία των δημόσιων μεταλλευτικών χώρων με ολοκλήρωση της μεταλλευτικής έρευνας όπου χρειάζεται και δημοπράτηση εν συνεχεία των χώρων αυτών με διεθνείς όρους, έχοντας απώτερο στόχο την βέλτιστη αξιοποίησή τους.

Αν το τελικό ζητούμενο είναι η διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, δεν ενδιαφέρει η πηγή προέλευσης του επενδυτικού κεφαλαίου από κρατικούς ή ιδιωτικούς πόρους. Χαρακτηριστικό είναι το μεταλλευτικό παράδειγμα της Σουηδίας. Συγκεκριμένα είναι αδύνατο να διακρίνει κάποιος διαφορετικές πρακτικές στην παραγωγική λειτουργία των δύο μεγάλων Σουηδικών μεταλλευτικών εταιριών, της απόλυτα ιδιωτικής BOLIDEN και της απόλυτα κρατικής LKAB, αφού και οι δύο επιχειρούν μέσα στο ίδιο πλαίσιο δημόσιου συμφέροντος προς όφελος των πολιτών και του αναπτυξιακού καλού γενικότερα. Στο ίδιο λειτουργικό πλαίσιο προσαρμόζονται και οι ξένες ιδιωτικές εταιρίες με το 95% όμως του παραγόμενου πλούτου να παραμένει στη χώρα (Αρβανιτίδης Ν. 2014).

[Επιμέλεια Π. Τζεφέρης]