-->

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2015

Ίδρυμα Χάινριχ Μπελ: Ο λιγνίτης στο ελληνικό ενεργειακό σύστημα. Δεδομένα και προκλήσεις


Ολα τα βασικά δεδομένα γύρω από τον λιγνίτη και τις προκλήσεις για μια μετα-λιγνιτική εποχή στην Ελλάδα, συγκεντρώνονται αναλυτικά στην έκδοση του Ιδρύματος Χάινριχ Μπελ Ελλάδας, που τιτλοφορείται «Ο Λιγνίτης στο Ελληνικό Ενεργειακό Σύστημα. Δεδομένα και προκλήσεις».
Ο λιγνίτης αποτελεί ουσιαστικά το μοναδικό ορυκτό καύσιμο που διαθέτει η Ελλάδα. Εισάγοντας το 100% του φυσικού αερίου και το 98% του πετρελαίου που καταναλώνει η χώρα, η ενεργειακή εξάρτηση της Ελλάδας ανέρχεται (2013) στο 62,1% σε σύγκριση με μέσο όρο 53,2% για την ΕΕ των 281.

Η ανάγκη για αξιοποίηση εγχώριων πηγών και το παραδοσιακά χαμηλό κόστος του λιγνίτη ήταν οι αιτίες που η Ελλάδα στράφηκε ήδη από τη δεκαετία του 1950 στην καύση λιγνίτη ως ραχοκοκαλιά του ηλεκτρικού της συστήματος.

Τις τελευταίες δεκαετίες όμως, ένας συνδυασμός παραγόντων ανοίγει –έστω και δειλά– τη συζήτηση γύρω από τη μετάβαση σε μια μετα-λιγνιτκή εποχή για τη χώρα: οι ευρωπαϊκές οδηγίες για τη μείωση των εκπομπών CO2 και της ρύπανσης από βιομηχανικές εγκαταστάσεις, η αυξανόμενη ευαισθησία των πολιτών γύρω από θέματα περιβάλλοντος και δημόσιας υγείας, η σταδιακή εξάντληση των αποθεμάτων, η εισαγωγή φυσικού αερίου στο ενεργειακό σύστημα της χώρας και η ραγδαία μείωση του κόστους των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. 

Ειδικότερα μια σειρά από λόγοι  θέτουν πλέον επιτακτικά το ζήτημα της σταδιακής και σχεδιασμένης μετάβασης της χώρας σε μια μετα-λιγνιτική εποχή. Οι λόγοι αυτοί έχουν να κάνουν με:
  • τις πολιτικές της ΕΕ για το κλίμα και πιο συγκεκριμένα (α) τους στόχους μείωσης εκπομπών για το 2020 και το 2030 και (β) την αυστηροποίηση του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής CO2, 
  • τις πολιτικές της ΕΕ  για την προστασία της δημόσιας υγείας και ιδιαίτερα την οδηγία για τις Βιομηχανικές εκπομπές, 
  • τη σταδιακή εξάντληση των οικονομικά εκμεταλλεύσιμων αποθεμάτων λιγνίτη σε συνδυασμό με την ιδιαίτερα χαμηλή ποιότητά του, 
  • την εντυπωσιακή υπό εξέλιξη μείωση του κόστους των ΑΠΕ καθώς και του κόστους των συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας.
Χαρακτηριστικά και καθοριστικά δεδομένα που προκύπτουν από τα παραπάνω, είναι τα εξής: 
  •  Ως αποτέλεσμα της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις της οδηγίας Βιομηχανικών εκπομπών, οι παλιότερες και πιο ρυπογόνες λιγνιτικές μονάδες θα πρέπει να κλείσουν με συνέπεια μετά το 2020 να είναι σε λειτουργία μόνο οι τέσσερις νεώτερες μονάδες συνολικής ισχύος 1.142 mW και οι οποίες θα πρέπει να κλείσουν το αργότερο το 2045. 
  • Ως αποτέλεσμα των πρόσφατων αποφάσεων της EE  για το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής, όλοι οι αναλυτές συμφωνούν πως η τιμή του δικαιώματος θα έχει μια αυξητική τροχιά από περίπου 7€/t CO2 σήμερα στα περίπου 30€ το 2030 και πιθανά πάνω από 100€ το 2050. αυτό σημαίνει πως σε περίπτωση που κατασκευαστεί νέα λιγνιτική μονάδα, αυτή θα χάσει το ανταγωνιστικό της πλεονέκτημα απέναντι σε μονά- δες φυσικού αερίου ίσως ήδη από το 2030.
[Επιμέλεια: Π. Τζεφέρης]