-->

Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2015

Ορυκτοθήρες, στα μεταλλεία της Λαυρεωτικής

Lavreotiki Minerals
Ορυκτά της περιοχής του Λαυρίου, ιδιωτική συλλογή
[του Ν. Βουρλάκου]

«Α , όχι … όχι! …πάντα βιαστικός είσαι! Κάθισε και το καφεδάκι σε περιμένει ».

Είμαστε στην αυλή! Σ’ αυτές τις παραδοσιακές αυλές με τις ασβεστωμένες αλτάνες, τα γεράνια και την κληματαριά γεμάτη κέρινα ζουμερά σταφύλια να κρέμονται. Είχα έρθει για κάποιο λησμονημένο πια λόγο, τελείως απροετοίμαστος για την εξέλιξη της επίσκεψης .
«Δεν είναι ότι δε θέλω κυρ Κώστα , αλλά ο χρόνος μου είναι περιορισμένος»… ο χρόνος! Και μαζί με τούτον τα καθήκοντα , οι δεσμεύσεις, εν τέλει , που δε μ’ άφηναν ρούπι. Σκίασε τα μάτια με το χέρι του και με κοίταξε.

«Δεν θα σε κρατήσω αν θες να φύγεις, αλλά έχω κάτι για σένα…. κι έπειτα ο καφές στο μπρίκι είναι πια έτοιμος». Η άρνησή μου θα έφτανε στα όρια της ακαταδεξιάς, της σχεδόν προσβολής. Υποχώρησα… «Ας είναι, δεν θα πω “όχι” στο καφεδάκι σου… μα για λίγο Δουλειές βλέπεις!»…Να ‘τες πάλι οι υποχρεώσεις να παραδέρνουνε στα πλακάκια της αυλής, να τυλίγουν σκοινιά στα ποδάρια μου. Ο δίσκος με τα φλυτζάνια όλο καϊμάκι.

«Ευχαριστώ!» Καθίσαμε οι διό μας στο στρογγυλό τραπέζι. Οι βυσσινιές αχτίδες ενός δειλινού ήλιου διέσχιζαν διαγώνια τα φυλλώματα. Αν και στην αρχή στα λόγια ήμουν φειδωλός, γρήγορα ξανοίχτηκα. Μιλήσαμε για διάφορα. Εγώ για βιβλία, εκείνος για σιδεροκάλεμα … για το πώς το πυρωμένο σίδερο με εμβάπτιση γίνεται ατσάλι και πώς στομώνει μετά στη στοά απ’ το σκάψιμο.
Σώπασε ύστερα κι ακούμπησε στο πιγούνι του σκεφτικός. «Αλήθεια», ρώτησε επιφυλακτικά «μπήκες καμιά φορά στη γαλαρία;» «Στη γαλαρία;» «Δείχνεις πως ξαφνιάστηκες. Δεν έχεις ακούσει τίποτα για τις στοές;»

Είχα ακούσει, ελάχιστα όμως. Κόμπιασα και για να πω κάτι , ξεφούρνισα… «Εσύ κυρ Κώστα φαίνεται πως ασχολείσαι πολύ. Κατεβαίνεις κιόλας;» «Αμ δεν κάνω και τίποτ’ άλλο! Κατεβαίνω. Ειδικά όποτε είμαι χάλια από διάθεση. Εκεί του δίνω και καταλαβαίνει !» «Και σε βοηθάει αυτό;»

Ήπιε μονορούφι τον υπόλοιπο καφέ του, αφαιρέθηκε ως να’ ταν φευγάτος, έπειτα .άναψε τσιγάρο και φύσηξε τον καπνό. Ασταθή ερωτηματικά αναδεύτηκαν ανάμεσά μας. «Θέλεις λοιπόν να σου μιλήσω για τις γαλαρίες; Να πω για δαύτες; Θέλεις;» Ξέχασα όλες μου τις αναστολές. Να προαισθανόμουν άραγε πόσο καθοριστικές θα ήταν ετούτες οι στιγμές για τα μετέπειτα; Η συγκατάβαση στην έκφρασή μου του’ δωσε θάρρος …

«Άκου λοιπόν, φίλε μου, κι ας μη το πιστέψεις ! Όσες στεναχώριες και να’ χεις όσα προβλήματα και αν ταλανίζουν και σμπαραλιάζουν τα λογικά σου, όταν αφήσεις το φως και χωθείς στα σκοτεινά μονοπάτια… όλα εξαφανίζονται μονοκοντυλιά ! Μόνο εσύ υπάρχεις και οι λάσπες που πατάς, τα σημάδια που βάζεις μη χαθείς, ο κίνδυνος που ανά πάσα στιγμή παραμονεύει , το απρόοπτο που καιροφυλαχτεί σε κάθε κόγχη. Είσαι εσύ κι ο εαυτός σου, είσαι το παν και το τίποτα , το νυν και το αιέν του κόσμου!» Είπε πολλά … άλλα τρόμος να τα’ ακούς, κι άλλα υπέροχα

Μιλούσε σαν ποιητής ή σαν φιλόσοφος, η έκφρασή του άλλαξε, έγινε υπερβατική. Ποιος να το περίμενε από τούτον εδώ το σκληρό άνθρωπο, όπως τον έκαναν τα τερτίπια της ζωής, να μιλά έτσι !

«Θα’ θελα να το ζήσω αυτό!» μονολόγησα σιγανά. Μ’ άκουσε . «…Στάσου, μη παίρνεις φόρα … για να κατέβεις εκεί χρειάζονται κότσια ! Τα ‘χεις;» «Ας πούμε … δε ξέρω!» μικρός δισταγμός και στη συνέχεια ένα βήμα μπρος, χωλό, ασυμπλήρωτο … «θα μπορούσα όμως να δοκιμάσω!... αλλά για πες μου κυρ Κώστα, αφού είναι τόσο επικίνδυνα γιατί το ρισκάρεις;» Δε το σκέφτηκε διόλου … «Ρισκάρω; Χμ… η μοίρα φίλε, έχει μεγάλο κατάστιχο, ό,τι γράφει δε ξεγράφει για τον καθένα μας. Ό,τι σου λάχει που λένε. Εφήμεροι είμαστε… τί Σάββατο βράδυ, τι Κυριακή πρωί! Κι άλλωστε για την περιπέτεια ρισκάρω, για την αδρεναλίνη στο αίμα μου, για το που νιώθω νικητής σε κάθε βήμα!» Κοπάνησε απότομα το φλυτζάνι του στο πιατάκι ως μόλις τώρα να θυμήθηκε. Τρίχα να πεταχτούνε τα κατακάθια … «α… και για κάτι ακόμα. Περίμενε και θα δεις !»

Μπήκε στο σπίτι με τα κεραμίδια, ίδιο με τα Νυχτοχωρίτικα που ‘χαμε κάτω, εκείνα που χτίζανε τις αλλοτινές εποχές, λάθρα, για να στεγάσουν τη φτώχεια τους. Βγήκε σχεδόν αμέσως… «Ορίστε. Γι’ αυτό. Η και για παρόμοια σαν κι αυτό !» Κοίταξα έκπληκτος το κομμάτι στα χέρια του. Ορυκτό σε μπλε βαθύ χρώμα. «Αζουρίτης είναι !» με διαβεβαίωσε. Εγώ σχεδόν δεν ανάσαινα βλέποντας τις εκπεμπόμενες λάμψεις, τις λαμπηδόνες που διαχέονταν προς όλες τις κατευθύνσεις Φανταζόμουν τα ορυκτά πέτρες κατάσχημες, ατσούμπαλες και να σου μπροστά ένα θαύμα, μία ευλογία του Πανάγαθου στη στέρφα ύλη.

« Τι όμορφο !» σκέφτηκα. Ο Κώστας έπιασε το θαυμασμό μου… «Έχω κι άλλα μέσα, έλα να δεις». Μπήκα διστακτικά . Σε μιαν άκρη του καθιστικού βρέθηκα μπροστά στη βιτρίνα … και τι δεν είχε! Κλαδωτούς κρυστάλλους , πολύμορφους, κυβικούς σε χρυσό ή μολυβένιο χρώμα, αναπτύγματα κόκκινα της φωτιάς, λευκά ή καταγάλαζα σαν στερεοποιημένα τμήματα ουρανού! Στην προσθήκη φύρδην μίγδην συνωστίζονταν αβάσταγες συγχορδίες χρωμάτων που καταλύουνε τις ψυχές και τις γεμίζουνε βάλσαμο κι αγαλλίαση. Κατάπια το σάλιο μου …

«Μόλις τώρα τ’ αποφάσισα. Θα’ θελα να’ ρθω μαζί σου, αν γίνεται αύριο κιόλας!» Έτσι ήμουν εγώ! Πάντα παρορμητικός και για ό,τι δήλωνα δεν έκανα πίσω. «Έλα λοιπόν, δίνουμε τα χέρια . Ανίδεος είσαι, μα θα σε μάθω . Θα γίνεις κολλήγας* μου. Ο άλλος, ο Γιάννης, γύρισε στο χωριό και μόνος του είναι ψυχρό και παράτολμο να κατεβαίνει κανείς! Έχεις λάμπα;» «Τί λάμπα;» «Ασετυλίνης βέβαια, είναι πιο σίγουρες. Ασετυλίνη, νερό, ένα άναμμα, ένα τσαφ δηλαδή και φύγαμε . Θα βρω εγώ μια δεύτερη που έχω στην αποθήκη να σου δώσω και πρωί , πρωί πέντε τα χαράματα ξεκινάμε».

Η προσμονή στοίχειωσε μέσα μου. Ήταν Μάρτιος του 1972.