-->

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015

Αποκατάσταση Περιβάλλοντος σε Λατομεία Μαρμάρου Ανατολικής Μακεδονίας & Θράκης

Στο πέρασμα των αιώνων δεν έχει βρεθεί άλλο υλικό, με τόσες χαρισματικές ιδιότητες που να συγκινεί βαθιά την ανθρώπινη ύπαρξη όσο τα μάρμαρα και δη τα Ελληνικά λευκά μάρμαρα. Τα μάρμαρα αυτά με τη φημισμένη ποιότητά τους, η τέχνη και η παράδοσή των οποίων χάνεται στα βάθη των αιώνων, έχουν καταστεί σημαντικός παράγοντας στην ανάπτυξη του εξορυκτικού κλάδου και της εθνικής οικονομίας και θεωρούνται ένα από τα σημαντικότερα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας μας.

Στην ευρύτερη περιοχή της Αν. Μακεδονίας και Θράκης καταγράφονται πολλές περιπτώσεις, κατά τις οποίες, σε εξοφλημένα λατομεία μαρμάρου και παλαιότερες αδρανοποιημένες εκμεταλλεύσεις δεν υλοποιήθηκαν οι εργασίες  αποκατάστασης μετά το κλείσιμο, είτε λόγω υψηλού κόστους αποκατάστασης, είτε λόγω ιδιαίτερα δυσμενών συνθηκών είτε και λόγω αδιαφορίας των εκμεταλλευτών και των αρμόδιων αρχών.

Στην περιοχή δραστηριοποιούνται κατά το παρόν έτος (2014), περίπου 80 ενεργά λατομεία μαρμάρου, με τους άμεσους εργαζόμενους σε αυτά να εκτιμώνται περί τα 4.000-5.000 άτομα και πολύ περισσοτέρους εμμέσως απασχολούμενους. Η ευρύτερη περιοχή Δράμας – Καβάλας –Θάσου αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα κέντρα παραγωγής μαρμάρου της χώρας, με περισσότερους από 40 εμπορικούς τύπους, καλύπτοντας περί το 40% της συνολικής παραγωγής μαρμάρων στην Ελλάδα. Τα μάρμαρα της περιοχής οδηγούνται κυρίως προς τις διεθνείς αγορές (70% των συνολικών εξαγωγών μαρμάρου) με τις εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην περιοχή να λαμβάνουν ένα σημαντικότατο ποσοστό των εσόδων από εξαγωγές, που το 2010, συνολικά για τον κλάδο του ελληνικού μαρμάρου, έφτασε τα 156 εκατ. €.

Τα παραγόμενα στείρα υλικά από τις εκμεταλλεύσεις των λατομείων μαρμάρων και η συνακόλουθη διαχείρισή τους, αποτελούν ένα σημαντικότατο περιβαλλοντικό ζήτημα, ειδικά για την γεωγραφική περιοχή ενδιαφέροντος της παρούσας εργασίας. Πράγματι, τα στείρα που σχετίζονται με τα λατομεία μαρμάρων σε ευρύτερο επίπεδο επικράτειας εκτιμώνται ετησίως σε πάνω από 10 εκατ. τον. και στην περιοχή Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης σε πάνω από 7 εκατ. τον. καθιστώντας την ως την πιο επιβαρυμένη περιοχή, με αναπόφευκτη τη χωροθετική εξάρτηση από τις παραγόμενες εξορυκτικές πρώτες ύλες.

Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από τα επικαιροποιημένα στοιχεία της Δ/νσης Πολιτικής και Ερευνών του ΥΠΑΠΕΝ, πρώην ΥΠΕΚΑ (Π. Τζεφέρης, 2014) σύμφωνα με τα οποία η εκτιμώμενη παραγωγή σε επίπεδο επικράτειας για το έτος 2012, ανήλθε σε 0,9 εκατ. τον. και για το 2013 σε 1,02 εκατ. τον. Η επίτευξη της παραπάνω παραγωγής, με δεδομένη μια μέση αποληψιμότητα 10%, απαίτησε την παραγωγή εξορυκτικού όγκου, ήτοι στείρων υλικών της τάξης του 8 εκατ. τον. για το 2012 και 9 εκατ. τον. για το 2013, που με μέσο συντελεστή επιπλήσματος 1,4 ανέρχονται σε περίπου 11 εκατ. τον. και 12,6 εκατ. τον. αντίστοιχα.  Η απαιτούμενη ορθολογική διαχείριση των παραπάνω ποσοτήτων των στείρων υλικών καταδεικνύουν και την έκταση του προβλήματος.

Επίσης, στην παρούσα εργασία με οδηγό τη γεωχωρική κατανομή των λατομικών χώρων στην Αν. Μακεδονία και Θράκη, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων (Latomet) του ΥΠΑΠΕΝ (πρώην ΥΠΕΚΑ), συνδυαζόμενη με την υπηρεσία θέασης ορθοφωτογραφιών του Κτηματολογίου (EKXA) και του ArcGIS, καταγράφεται το οπτικό αποτύπωμα των λατομικών κέντρων (επεμβάσεις) και εστιάζεται σε περιοχές με έντονη λατομική δραστηριότητα τα τελευταία χρόνια.

Επιπροσθέτως, με την μορφή μιας «ειδικής περίπτωσης μελέτης» (“case study”) η οποία υλοποιείται για ένα υψηλής παραγωγικότητας λατομείο μαρμάρου της υπό εξέταση περιοχής, αναλύεται η πορεία υλοποίησης των σταδίων αποκατάστασης και επιχειρείται να συνδυαστούν στην ισχύουσα περιβαλλοντική νομοθετική διαδικασία, το οικονομικό κόστος υλοποίησης καθώς και η δασοπονική επιλογή ως προς την αποτελεσματικότητά της.

[του Πέτρου Τζεφέρη]