-->

Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2015

Ο απολογισμός του 2014 για τον λιγνίτη και τη ΔΕΗ ΑΕ

[του Πέτρου Τζεφέρη] [by Tzeferis Petros]

Η παραγωγή λιγνίτη από τα ορυχεία της ΔΕΗ ΑΕ υπερέβη τους 48 εκατ. τον. (για το 2014) μειωμένη κατά 12.5% από τους 54 εκατ. τον. (για το 2013) ποσότητα που επίσης είναι μειωμένη κατά 14% από τους 61,7 εκατ. τον. (για το 2012). Αναλυτικότερα οι 39,06 εκατ. τον. προέρχονταν από το Λιγνιτικό Κέντρο Δυτικής Μακεδονίας (ΛΚΔΜ, Κύριο και Νότιο Πεδίο, Πεδίο Καρδιάς και Αμυνταίου) (έναντι 43,6 εκατ. τον. το 2013) και οι 8,9 εκατ. τον. από το Λιγνιτικό Κέντρο Μεγαλόπολης (ΛΚΜ) (έναντι 8,9 εκατ. τον. το 2013).
Επίσης, από τα λιγνιτωρυχεία εκτός της ΔΕΗ ΑΕ (Αχλάδα, Προσήλιο, Σέρβια Κοζάνης  καθώς και ορισμένα μικρότερα λιγνιτωρυχεία που έχουν παραχωρηθεί σε ιδιώτες), παρήχθησαν συνολικά περίπου 2,8 εκατ. τον. λιγνίτη  που κι αυτοί διατέθηκαν σε μεγάλο βαθμό στις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής.

Με βάση τα ανωτέρω δεδομένα η Χώρα μας διατηρεί τη θέση της ως μία από τις μεγαλύτερες παραγωγούς λιγνίτη στην ΕΕ, μετά την Γερμανία (192 Μt) και την Πολωνία (143 Mt), πηγή Euracoal.  Συγκριτικά αναφέρεται η δεσπόζουσα παγκοσμίως παραγωγή της Kίνας με 3.577 Μt άνθρακα σε σύγκριση με την ΕΕ όπου παράγονται συνολικά 407 Mt λιγνίτη και 114 Mt σκληρού γαιάνθρακα (στοιχεία 2013).

Η ΔΕΗ AE διαθέτει μεγάλη υποδομή σε εγκαταστάσεις όχι μόνο ορυχείων λιγνίτη αλλά και παραγωγής, μεταφοράς και διανομής της ηλεκτρικής ενέργειας, με εγκατεστημένη ισχύ 12.9 GW, στην οποία συμπεριλαμβάνονται εκτός από τους λιγνιτικούς, πετρελαϊκοί, υδροηλεκτρικοί σταθμοί, σταθμοί φυσικού αερίου καθώς και μονάδες ΑΠΕ.

Σύμφωνα με τις Οικονομικές Καταστάσεις της χρήσης 2014, τα συνολικά έσοδα του ομίλου της ΔΕΗ ΑΕ (περιλαμβάνονται όλες οι θυγατρικές) ανήλθαν σε 5.863,6 εκατ. Ευρώ, μειωμένα κατά 107,2 εκατ. σε σύγκριση με το 2013.  Τα κέρδη προ φόρων ανήλθαν σε € 137,6 εκατ., έναντι € 34,9 εκατ. το 2013, αυξημένα κατά 294,3%. Σε σχέση με τις ανεξόφλητες οφειλές προς την Επιχείρηση, η Λάρκο οφείλει στη ΔΕΗ ΑΕ περίπου 190 εκατ. ευρώ και η Αλουμίνιον της Ελλάδος 60 εκατ. ευρώ. Στο τέλος του 2014 οι οφειλές της γενικής κυβέρνησης προς τη ΔΕΗ ήταν επίσης 66 εκατ. ευρώ και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (κυρίως, δήμοι) 108 εκατ. ευρώ.

Επισημαίνεται ότι παρά την μειωμένη παραγωγή λιγνίτη για τη διετία 2013-2014 αλλά και το χαμηλό θερμιδικό περιεχόμενο του ελληνικού λιγνίτη, η ΔΕΗ ΑΕ είναι μακράν η μεγαλύτερη ελληνική εξορυκτική βιομηχανία, αφού εξορύσσει για ιδιόχρηση λιγνίτη μεγάλης εμπορικής αξίας (από 10 έως και 35 €/τον. λιγνίτη αναλόγως την θερμογόνο δύναμη και την σχέση αποκάλυψης κατά την εξόρυξη) διατηρώντας την δεσπόζουσα θέση που κατέχει η συγκεκριμένη εταιρεία μεταξύ των λιγνιτοπαραγωγών σε διεθνές επίπεδο (2η θέση στην ΕΕ και μεταξύ των 10 μεγαλύτερων παραγωγών λιγνίτη παγκοσμίως).

Μόνο τα βεβαιωμένα αποθέματα των ορυχείων της περιοχής Φλώρινας (Βεύη, Μελίτη, Αχλάδα, Κομνηνά, Κλειδί, Αμύνταιο, Λακιά) υπερβαίνουν τα 450-500 εκατ. τον λιγνίτη. Σύμφωνα με στοιχεία του ΙΓΜΕΜ, τα γεωλογικά αποθέματα λιγνίτη σε επίπεδο επικράτειας ανέρχονται σε 6,7 δισ. τόνους, από τα οποία τα 3,2 δισ. εκτιμώνται ως δυνητικά εκμεταλλεύσιμα για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

Σύμφωνα με μελέτη σχετικά με το κόστος εξόρυξης του λιγνίτη (από την Booz & Co η οποία διενεργήθηκε για λογαριασμό της ΔΕΗ ΑΕ) το κόστος εξόρυξης λιγνίτη για το 2012 στην Ελλάδα κρίνεται ως ιδιαίτερα ανταγωνιστικό σε σύγκριση με τις λοιπές χώρες της μελέτης, δηλ. Γερμανία, Τσεχία, Πολωνία, Ρουμανία, Σερβία, Τουρκία. Το συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι η εκμετάλλευση του λιγνίτη στην Ελλάδα γίνεται ιδιαίτερα αποδοτικά με βάση τα συγκριτικά στοιχεία άλλων χωρών, αν και το κόστος επιβαρύνεται αναπόφευκτα από το χαμηλό θερμιδικό περιεχόμενο του εγχώριου λιγνίτη.

Η συμμετοχή του λιγνίτη στο ενεργειακό μείγμα υπερέβη το 54,6 % για το 2014 (το ποσοστό για το 2013 ήταν 56,8 %) ενώ η αντίστοιχη συμμετοχή στο σύνολο της Χώρας (συμπεριλαμβανομένων και των μη διασυνδεδεμένων νησιών) ήταν 50,3 % (51,8% περίπου το 2013). Επισημαίνεται ότι τα τελευταία δεκαετία η συμμετοχή του λιγνίτη στο μείγμα ηλεκτροπαραγωγής έχει μειωθεί από το 66% το 2004 στο επίπεδο του 50% περίπου τη διετία 2013-2014 κι αυτό σχετίζεται και με το ζήτημα του Ευρωπαϊκού και εθνικού στόχου για την κάλυψη του 20% των συνολικών ενεργειακών αναγκών της χώρας από ΑΠΕ το 2020, ειδικά δε της ηλεκτροπαραγωγής κατά 40%.

Το ενεργειακό μείγμα της ηλεκτροπαραγωγής, αποτελεί κορυφαίο (αλλά και αμφιλεγόμενο) ζήτημα για την ανταγωνιστικότητα της χώρας μας και ο περιορισμός συμμετοχής του λιγνίτη, με παράλληλη αύξηση των εισαγωγών, ανεξάρτητα από τον ανωτέρω στόχο του 2020 αλλά και τις περιβαλλοντικές προεκτάσεις που σχετίζονται με τα αέρια θερμοκηπίου, οδηγεί σε αύξηση του κόστους της ενέργειας. Η μείωση της ανταγωνιστικότητας του λιγνίτη, καθιστά ελκυστικότερες τις εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας (ενδεικτικά ότι στο τέλος του 2013 οι εισαγωγές κάλυπταν το 4% του φορτίου ενώ στο τέλος του 2014 έφτασαν στο 17% ) αλλά και την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από εισαγόμενο φυσικό αέριο, το οποίο είναι κατά κανόνα σημαντικά ακριβότερο από τον λιγνίτη.

Οι λύσεις αυτές όμως συντελούν στην περαιτέρω επιδείνωση του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών, στην ασταθή οικονομική περίοδο που διέρχεται η χώρα. Eξάλου, οι σημερινές ώριμες τεχνολογίες παραγωγής από ΑΠΕ (κυρίως αιολικά και φωτοβολταϊκά) δεν μπορούν να υποστηρίξουν αδιάλειπτο εφοδιασμό, μπορούν να παρέχουν μόνο συμπληρωματική εξυπηρέτηση της ζήτησης και αυξάνουν σημαντικά το συνολικό κόστος λόγω υψηλών εγγυημένων τιμολογίων.

Η ηλεκτροπαραγωγή, παγκοσμίως, προέρχεται από ορυκτά καύσιμα (κυρίως κάρβουνο αλλά και αέριο, ειδικά μετά το σχιστολιθικό αέριο), από πυρηνικά και από υδροηλεκτρικά. Τα υδροηλεκτρικά είναι η στατιστικά σημαντική συνεισφέρουσα ανανεώσιμη πηγή ενέργειας (ΑΠΕ) σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι άλλες λεγόμενες εναλλακτικές ή ανανεώσιμες πηγές ενέργειας περιλαμβάνουν την γεωθερμία, την βιομάζα (καυσόξυλα), την αξιοποίηση απορριμμάτων, τα αιολικά και τα φωτοβολταϊκά. Παρά τους στόχους που έχουν τεθεί σε Ευρωπαϊκό και Παγκόσμιο επίπεδο για την διείσδυση των ΑΠΕ ειδικότερα στο ενεργειακό μίγμα της ηλεκτροπαραγωγής, αυτή τα τελευταία 40 χρόνια παραμένει σε χαμηλό επίπεδο (σχήμα).

ΔΕΗ ΑΕ: ο απολογισμός του 2013 για τον λιγνίτη