-->

Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015

Ιαματικές πηγές στην Ελλάδα

Τα ιαματικά νερά που αναβλύζουν από το έδαφος της χώρας μας,της δίνουν προνομιούχο θέση ανάμεσα στις χώρες που έχουν προικιστεί από την φύση με τον φυσικό αυτό πόρο. Η Χώρα μας θεωρείται ως έχουσα  τις περισσότερες ιαματικές πηγές απ’ όλες τις ευρωπαϊκές χώρες.

Οι αρχαίοι Έλληνες ήταν από τους πρώτους που χρησιμοποίησαν τα λουτρά, καθώς επίσης αρχαίοι Έλληνες γιατροί, φυσικοί, ιστορικοί και γεωγράφοι ήταν οι πρώτοι που ασχολήθηκαν με τις πηγές και τα μεταλλικά νερά. Στα Ασκληπιεία, από τον 13ο π.Χ. αιώνα, χρησιμοποιούσαν τα λουτρά για θεραπευτικούς λόγους. Πρώτος παρατηρητής των ιαματικών νερών ήταν ο ιστορικός Ηρόδοτος, που προηγήθηκε του Ιπποκράτη, περιγράφοντας μάλιστα αρκετές ιαματικές πηγές. Στην Ελλάδα οι θεραπευτικές ιδιότητες ορισμένων πηγών, όπως της Ικαρίας, της Αιδηψού κ. ά., ήταν γνωστές από την αρχαιότητα.
Τα ιαματικά νερά αποτελούν μια ειδική περίπτωση εκείνου του κύκλου του νερού που εκτυλίσσεται κάτω από την επιφάνεια . Από τις ειδικές φυσικοχημικές συνθήκες του ιαματικού νερού πιο σημαντικές είναι εκείνες, στις οποίες οφείλει την χημική του σύσταση και την θερμοκρασία του.

Τα φυσικοχημικά χαρακτηριστικά των ιαματικών νερών είναι τα ακόλουθα:

1. Η χημική σύσταση
2. Η θερμοκρασία
3. Η ραδιενέργεια
4. Τα τυχόν περιεχόμενα αέρια
5. Οι φυσικοχημικές παράμετροι (το pH, η ηλεκτρική αγωγιμότητα, το δυναμικό οξειδοαναγωγής, η πυκνότητα κλπ)
6. Τα λιγότερο γνωστά συστατικά τους
7. Οι αποθέσεις που δημιουργούν στην έξοδό τους


Στην Ελλάδα υπάρχουν πάνω από 200 ιαματικές πηγές. Σε λειτουργία βρίσκονται περίπου 70,  45 εκ των οποίων λειτουργούν υπό την αρμοδιότητα του ΕΟΤ. Οι πιο φημισμένες από αυτές για τις θεραπευτικές τους ιδιότητες είναι οι ιαματικές πηγές των Καμμένων Βούρλων, της Αιδηψού και της Ικαρίας, λόγω της ραδιενεργού σύνθεσης των νερών τους. Στη Λέσβο συναντάται, επίσης, η θερμότερη πηγή στον κόσμο (92,5° C). Πολλές ιαματικές πηγές στην Ελλάδα παραμένουν αναξιοποίητες ή γίνεται προσπάθεια αξιοποίησής τους, όπως οι Ιαματικές Πηγές Ξάνθης.

Τα κύρια ανιόντα που απαντούν στη χημική των ιαματικών νερών είναι: το χλώριο (Cl─), που είναι το πιο κοινό ιόν και συμμετέχει κυρίως στο σχηματισμό αλάτων NaCl και KCl. Το βρώμιο (Br─) που είναι αρκετά συχνό και συνήθως συνδεδεμένο με το νάτριο, το κάλιο ή το μαγνήσιο. Η οριακή τιμή διάκρισης μεταξύ κοινών και μεταλλικών νερών για το βρώμιο είναι 5mg/l.Το αρσενικό (As=) παρουσιάζεται συνήθως με την μορφή του ανιόντος HAsO4= με οριακή τιμή διάκρισης μεταξύ κοινών και μεταλλικών νερών 1,3 mg/l. 

Τα κύρια κατιόντα που απαντούν στη χημική σύσταση των ιαματικών νερών είναι: το νάτριο (Na+) που σπάνια απουσιάζει, το κάλιο (Κ+) είναι επίσης πολύ συχνό. Τ, το λίθιο (Li+) βρίσκεται πάντοτε σε μικρές ποσότητες και προσδίδει στο νερό θεραπευτικές ιδιότητες, έχει δε οριακή τιμή διάκρισης μεταξύ κοινών ιαματικών νερών 1mg/l. Το ασβέστιο (Ca2+) που συνοδεύεται σχεδόν πάντα από το μαγνήσιο (Mg++), είναι πολύ συχνό. Σχηματίζουν και τα δύο ενώσεις κυρίως με την ανθρακική ρίζα και το χλώριο. Ο δισθενής (Fe2+) και ο τρισθενής (Fe3+) σίδηρος είναι αρκετά συχνός στα ιαματικά νερά με οριακή τιμή διάκρισης από τα κοινά νερά 10mg/l. Το βάριο (Ba2+) και το στρόντιο (Sr2+) είναι πιο σπάνια και έχουν αντίστοιχες τιμές ως 5mg/l και 10mg/l.

Η ραδιενέργεια προσδίδει στα νερά ιδιαίτερη θεραπευτική αξία. Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι δεν υπάρχει κίνδυνος από την ραδιενέργεια των ιαματικών πηγών κατά το λούσιμο γιατί η ραδιενέργεια που έχουν οφείλεται κυρίως στο ραδόνιο αλλά και σε διάφορα αέρια. Από τα λοιπά αέρια που περιέχονται στα νερά, το ραδόνιο συνδέεται με το διοξείδιο του άνθρακα, γιατί το τελευταίο ευνοεί την απόκτηση ραδιενέργειας από το νερό και παράλληλα θεωρείται και σαν φορέας του ραδονίου.
Τα νερά προκειμένου να αποκτήσουν ραδιενέργεια, δεν είναι απαραίτητο να περάσουν κατά την διαδρομή τους από κοιτάσματα ουρανίου. Αρκεί, να κυκλοφορούν μέσα από πετρώματα, που έστω και σε ελάχιστα και μη εκμεταλλεύσιμα ποσά, περιέχουν ορυκτά του ουρανίου.

[επιμέλεια: Π. Τζεφέρης]