-->

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014

Μαντεμοχώρια 2.500 ετών (Ι)

Η ΒΑ Χαλκιδική έχει μακραίωνη ιστορία, η οποία ως επί το πλείστον σημαδεύτηκε από την ενασχόληση των κατοίκων της με τη μεταλλευτική δραστηριότητα. Σε ολόκληρη την περιοχή σώζονται περισσότερα από 300 πηγάδια και περίπου 200.000 κυβικά μέτρα αρχαίων μεταλλουργικών απορριμμάτων, των κοινών «σκουριών» από την «εκκαμίνευση» των μεταλλευμάτων, που αποδεικνύουν αυτό το γεγονός.

Από την αρχαιότητα στο Βυζάντιο. Η έναρξη της δραστηριότητας, με βάση ιστορικές πηγές και τα αποτελέσματα αναλύσεων που έχουν γίνει στις παραπάνω σκουριές, εντοπίζεται στις αρχές της κλασσικής αρχαιότητας, δηλ. γύρω στον 6ο αιώνα π.Χ.

Η ακμή τοποθετείται κατά την εποχή του Φιλίππου ‘Β όπου τα μεταλλεία αποτελούν τον κυρίαρχο χρηματοδότη του Μακεδονικού Βασιλείου και των εκστρατειών του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η δυνατότητα κοπής χρυσών νομισμάτων και όχι μόνο αργυρών έδωσε την ώθηση για να επεκταθεί και να επικρατήσει το Μακεδονικό Βασίλειο έναντι των υπολοίπων πόλεων – κρατών της εποχής.
Η μεταλλευτική δραστηριότητα συνεχίστηκε μέχρι τη ρωμαϊκή περίοδο ενώ κατά τους βυζαντινούς χρόνους, ξεκινά εκ νέου η εκμετάλλευση των μεταλλείων, και αναδεικνύεται σε μεταλλευτικό κέντρο η περιοχή των Σιδηρουκαυσίων, όπως ονομαζόταν τότε η περιοχή βόρεια από τον ΄Ισβορο (σημερινή Στρατονίκη). Το τοπωνύμιο «Σιδηροκαύσια» απαντάται για πρώτη φορά τον 9ο αιώνα.

Οθωμανική περίοδος και προνόμια χάρη στα μεταλλεία.Στις αρχές του 15ου αιώνα, τα μεταλλεία της ΒΑ Χαλκιδικής γνωρίζουν μία νέα περίοδο ακμής και αναδεικνύονται σε σημαντικό μεταλλευτικό κέντρο με πρωτοποριακή για την εποχή οργάνωση και οχύρωση. Τα Σιδηροκαύσια αποτέλεσαν το πληθυσμιακό και διοικητικό κέντρο της Χαλκιδικής αφού στην περιοχή λειτουργούσαν περίπου 500 – 600 καμίνια, όπου γινόταν η κατεργασία ψευδαργύρου και μολύβδου.

Τον 16ο και 17ο αιώνα η περιοχή περνάει και πάλι εναλλασσόμενες περιόδους άνθισης και παρακμής. Το 1705 τα χωριά της περιοχής, τα λεγόμενα Μαντεμοχώρια (μια ονομασία που έχει επικρατήσει μέχρι και τις μέρες μας), αποκτούν το δικαίωμα της αυτοδιαχείρισης και, με φιρμάνι του Σουλτάνου, το δικαίωμα εκμετάλλευσης των μεταλλείων αργύρου. Για τον σκοπό αυτό συστήνεται ένας Μεταλλευτικός Συνεταιρισμός, στη γενική διοίκηση του οποίου μετέχουν οι εκπρόσωποι των 12 μεγάλων χωριών. Η μόνη τους υποχρέωση απέναντι στην Μεγάλη Πύλη είναι η παράδοση ενός φόρου ύψους 550 λιβρών αργύρου το χρόνο ως αντάλλαγμα για τα ειδικά προνόμια που απολάμβαναν από το Σουλτάνο.Λέγεται μάλιστα, ότι όταν κάποτε μειώθηκε η παραγωγή τους, αγόραζαν από τους κουρσάρους ασημένια νομίσματα, δίνοντας σε αντάλλαγμα ρούχα ή ζώα, και τα έλιωναν για να μπορούν να δίνουν το ασήμι στους Οθωμανούς, ώστε να μη χάσουν τα προνόμια που είχαν. Τα προνόμια αυτά ήταν να μην υπάρχουν Οθωμανοί στην περιοχή εκτός από τον Μαδέμ Αγά, έναν αξιωματικό και 20 στρατιώτες, εξουσία, απλώς εκτελούσαν τις αποφάσεις των 4 αρχόντων που εξέλεγαν κατ’ έτος οι αντιπρόσωποι των 12 χωριών.

Οι κάτοικοι της ΒΑ Χαλκιδικής δεν αισθάνονταν τόσο πιεστικά την τουρκική κυριαρχία αφού υπήρχαν μόνο λίγοι Τούρκοι τσιφλικούχοι στα νότια και ελάχιστες διοικητικές και στρατιωτικές αρχές σε κέντρα της χερσονήσου. Αυτό είχε σαν συνέπεια να διατηρηθεί αναπτυγμένο το θρησκευτικό και εθνικό φρόνημα του πληθυσμού που έδωσε αμέσως το παρών στην επανάσταση του 1821

Τα Μαδεμοχώρια συμμετείχαν ως νομικό πρόσωπο όμως υπέστησαν μεγάλες καταστροφές από τους Οθωμανούς. Η μεγαλύτερη απώλεια ήταν ότι έχασαν το προνόμιο της αυτοδιοίκησης, το «Κοινόν του Μαδεμίου» διαλύθηκε ενώ τα μεταλλευτικά δικαιώματα της περιοχής παραχωρήθηκαν από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στην Γάλλο – Οθωμανική Α.Ε. (εταιρεία με έδρα το Παρίσι) το 1893. Την ίδια χρονιά εμφανίστηκε για πρώτη φορά η ονομασία «Μεταλλεία Κασσάνδρας» που έχει επικρατήσει και χρησιμοποιείται μέχρι και σήμερα.

Στα 600 περίπου καμίνια της περιοχής δραστηριοποιούνταν μια πολυεθνική κοινότητα 6.000 εργαζόμενων. Έως το 1900 εξορύσσονται και περνούν από μεταλλουργική κατεργασία σχεδόν 72.000 τόνοι μεταλλεύματος. Η επιφανειακή εκμετάλλευση του κοιτάσματος σιδηροπυρίτη στο μεταλλείο του «Μαντέμ – Λάκκου», ξεκινά το 1901.

Μαντεμοχώρια 2.500 ετών (ΙΙ)