-->

Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

Η ρύπανση του περιβάλλοντος από τη μεταλλευτική βιομηχανία στη Λαυρεωτική

[Α.Ζ.Φραγκίσκος,  Ομ. Καθηγητής ΕΜΠ. τ. Πρύτανης]  

Από τα βαριά μέταλλα ο μόλυβδος κατέχει μια εξέχουσα θέση βλαπτικότητας στην πανίδα και χλωρίδα. Είναι πολύ τοξικός και υπάρχει παντού. Απαντά σ’ όλα τα πετρώματα σε πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις, μεταξύ 2-200 ppm, που αυξάνουν αρκετά σε περιοχές που υπάρχει μεταλλοφορία, όπως αυτή της Λαυρεωτικής. Τόσο τα επιφανειακά, όσο και τα υπόγεια νερά περιέχουν χαμηλές περιεκτικότητες εξαιτίας της χαμηλής διαλυτότητας του μολύβδου και των ορυκτών του στη φύση. Αντίθετα στην ατμόσφαιρα, εξαιτίας των ανέμων μεταφέρονται μεγαλύτερες ποσότητες λεπτομερών τεμαχιδίων και σκόνης με μόλυβδο, ιδιαίτερα εκεί που υπάρχει πρωτογενής και δευτερογενής παραγωγή του.

Οι ανθρωπογενείς πηγές μολύβδου προέρχονται από μεταλλευτικές-μεταλλουργικές δραστηριότητες, βιομηχανικές παραγωγές και μεταποιήσεις προϊόντων μολύβδου. Σημαντική επίσης ρύπανση γίνεται από τα στερεά απόβλητα που περιέχουν μολυβδούχες ενώσεις. Στα σπίτια η ρύπανση οφείλεται στη σκόνη, στα μολυβδούχα χρώματα και στην αντίστοιχη βενζίνη, η οποία σε πολλές χώρες έχει καταργηθεί, σ’ άλλες τείνει σταματήσει να διανέμεται και σ’ άλλες παραμένει στην κατανάλωση.


Στο παρόν άρθρο μελετάται η ρύπανση της Λαυρεωτικής από την Μεταλλευτική δραστηριότητα, η οποία άρχισε πριν από το 500 π.Χ. για να φθάσει μέχρι το πρόσφατο παρελθόν (1979) και η οποία πέρα από την άμεση επιβάρυνση της υγείας των εργατών και του περιβάλλοντος χώρου κατά τη διάρκεια της λειτουργίας τους (σκόνη-καυσαέρια), άφησε πίσω της εκατομμύρια τόνους από στείρα πετρώματα εξόρυξης, απορρίμματα ορυκτουργίας και σκουριές.

Γίνεται πλήρης αναφορά τόσο στις σχετικές μελέτες του ΙΓΜΕ και του ΕΜΠ όσο και στα έργα βελτίωσης - εξυγίανσης (αποκατάστασης) των εδαφών που πραγματοποιήθηκαν από ομάδα του Ε.Μ.Π. (υπό την εποπτεία του καθ. Κοντόπουλου) στην περίοδο 1996 μέχρι το 2000.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η εξάπλωση της ρύπανσης παραμένει σχεδόν σταθερή στην περιφέρεια του Λαυρείου, ανεξάρτητα από τις μικρές προδρομικές απορρυπάνσεις που έγιναν στη περιοχή.  Και εδώ τίθεται (και σχολιάζεται) ένα συγκεκριμένο ερώτημα: Τι συμβαίνει στη Λαυρεωτική; Από τη μια μεριά η ρύπανση είναι τέτοια που θα δικαιολογούσε την  απομάκρυνση των κατοίκων από την περιοχή και από την άλλη, εκτός από το αρσενικό και το μόλυβδο που διαπιστώθηκε στα ούρα των ενηλίκων και στο αίμα των παιδιών, δεν υπάρχουν στοιχεία αυξημένης θνησιμότητας στη Λαυρεωτική.

Επίσης γίνονται προτάσεις για την ακολουθητέα μέθοδο και πορεία των εργασιών απορρύπανσης της περιοχής. Η καταλληλότερη μέθοδος απορρύπανσης για τη περιοχή της Λαυρεωτικής είναι η κάλυψη της περιοχής με φυτική γη και σπορά με τον κατάλληλο και ταχείας ανάπτυξης χόρτο-τάπητα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, η κάλυψη μιας τόσο μεγάλης έκτασης με φυτική γη, αν όχι αδύνατο, είναι πολύ δύσκολο. Αλλά δεν είναι και εφικτή ή μεταφορά των αποθέσεων κάπου αλλού, γιατί πέρα από το υψηλό κόστος, δεν υπάρχει μέρος (και να αφήσουν οι περίοικοι) για να δεχθεί αυτές τις ποσότητες. Αλλά ούτε και η ταφή, με τους κανόνες της «επιστήμης και της τέχνης» θα ήταν η λύση. Αφενός θα είχε μεγάλο κόστος και αφετέρου, δεν είναι απόλυτα αποτελεσματική.

Στην εργασία προτείνεται ως η πιο πρακτική λύση, η επικάλυψη σε πρώτη φάση, με ασβεστολιθική άμμο ή και γαρμπίλι του επίπεδου μέρους των αποθέσεων, σε πάχος 5-8cm που μπορεί να γίνεται σταδιακά, (όταν υπάρχουν χρήματα και μηχανήματα), με μικρή κλίση προς το εσωτερικό του σωρού και οπωσδήποτε, αποστραγγιστικά έργα. Η επικάλυψη μπορεί να αρχίσει στις βορειότερες περιοχές που προσβάλλονται από τους βόρειους άνεμους και να προστατευθεί το υπόλοιπο μέρος της περιοχής. Μ’ αυτόν τον τρόπο θα καλυφθούν τα επίπεδα μέρη των αποθέσεων, θα περιοριστεί αρκετά η παράσυρση της βλαπτικής σκόνης και θα μειωθεί η παραγωγή θειικού οξέος από την τυχόν παρουσία σιδηροπυρίτη. Σε δεύτερη φάση μπορεί να καλυφθούν και τα πρανή, σε τρίτη φάση  να εκτελεσθεί η επικάλυψη με φυτική γη στα πρανή και στα οριζόντια τμήματα (πάνω από το ασβεστολιθικό υλικό) των σωρών και σε τέταρτη φάση να προστεθεί το χώμα και η κάθε είδους βλάστηση.