-->

Πέμπτη, 1 Μαΐου 2014

H ορθή ερμηνεία της έννοιας της "φειδωλής εξόρυξης"

[του Πέτρου Τζεφέρη]

Στις περιπτώσεις που η διοίκηση καλείται να λάβει αποφάσεις για την εγκατάσταση εκμεταλλεύσεων λατομείων ή μεταλλείων,  απαιτείται  να υφίσταται συγκερασμός της προστασίας του περιβάλλοντος με την οικονομική και την κοινωνική ανάπτυξη ώστε να επιτυγχάνεται η αρχή της αειφόρου ή βιώσιμης ανάπτυξης.

Άλλωστε αποτελεί επιταγή του Συντάγματος η αξιοποίηση όλων των πηγών του εθνικού πλούτου για την εξυπηρέτηση του γενικού συμφέροντος (άρθρο 18 παράγραφος 1 και άρθρο 106 παράγραφοι 1 και 2) στο δε άρθρο 24 παρ.1 ο συντακτικός νομοθέτης, σταθμίζοντας την προστασία του περιβάλλοντος, την εθνική οικονομία και την οικονομική ελευθερία επιτάσσει τον συγκερασμό τους «στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας».

Με δεδομένο ότι η ζήτηση των εξορυκτικών προϊόντων για την κάλυψη των αναγκών της παγκόσμιας αγοράς είναι αυξητική και τα εκμεταλλεύσιμα αποθέματα βαίνουν συνεχώς μειούμενα, η μέριμνα για την αξιοποίηση στο μέγιστο δυνατό βαθμό των κοιτασμάτων θα γίνεται, με την πάροδο του χρόνου, όλο και πιο επιτακτική. Κατά συνέπεια η Χώρα μας πρέπει να λάβει εγκαίρως τα κατάλληλα νομοθετικά και άλλα μέτρα, που θα της εξασφαλίζουν τις αναγκαίες πρώτες ύλες από εξόρυξη και στις επόμενες γενεές για όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο αλλά και με την κατά το δυνατόν μικρότερη περιβαλλοντική ζημία.

Η βασική αρχή της μεταλλευτικής επιστήμης είναι η επιδίωξη της μέγιστης δυνατής συνολικής οικονομικής απόδοσης των κοιτασμάτων, που προϋποθέτει τη συνέχιση της εξόρυξης, μέχρι να ολοκληρωθεί κατά το δυνατόν η απόληψή τους. Παράλληλα, τόσο η συνταγματικά κατοχυρωμένη ως άνω αρχή της «αειφορίας» (άρθρο 24 παρ. 1) όσο και η αδήριτη ανάγκη για περιβαλλοντική προστασία, επιβάλλουν την ορθολογική εκμετάλλευση, τη μη κατάτμηση των κοιτασμάτων και εγκατάλειψη ανεκμετάλλευτων τμημάτων τους, γεγονός που θα οδηγούσε αφενός σε ματαίωση της ενδεχόμενης μελλοντικής αξιοποίησής τους, κι αφετέρου, σε διάνοιξη νέων εξορύξεων σε άλλες θέσεις με παράλληλη πρόκληση περιβαλλοντικής ζημίας. 

Αντίθετα, όπως άλλωστε προβλέπεται και στη νομολογία του ΣτΕ (π.χ. ΣτΕ (Ε) 772/1998), η εξόρυξη θα πρέπει να είναι «φειδωλή», η οποία συναρτάται προς τη σπανιότητα του κοιτάσματος, τον γεωγραφικό εντοπισμό, τα συνολικά αποθέματα αυτού, τη διαφύλαξη επαρκών αποθεμάτων για τις επόμενες γενιές, την αναγκαιότητα της ορθολογικής χρήσεώς του και, πάντως, τη διατήρηση επαρκούς αποταμιεύματος.

Αξίζει εδώ να διευκρινισθεί ότι ο όρος της "φειδωλής εξόρυξης" απoκτά υπόσταση μόνο, όταν εναρμονίζεται με την ως άνω αρχή της μεταλλευτικής επιστήμης. Σε περίπτωση που η "φειδωλή εξόρυξη" οδηγεί σε κατάτμηση των κοιτασμάτων και εγκατάλειψη τμημάτων τους, αντιβαίνει στους κανόνες της ορθολογικής εκμετάλλευσης και στην αρχή της "αειφόρου ανάπτυξης" και συνεπώς δεν έχει νόημα μια τέτοια προσπάθεια διατήρησης "επαρκούς αποταμιεύματος".

Κατ’ επέκταση κριτήριο για τη διάρκεια ισχύος των αδειών εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων δεν πρέπει να είναι το εάν έχουν ξεπερασθεί κάποια χρονικά όρια, αλλά η ύπαρξη ή όχι εκμεταλλευσίμων αποθεμάτων. Μέσα σ’ αυτό το πνεύμα άλλωστε κινούνται οι προτεινόμενες με το νέο λατομικό νομοσχέδιο διατάξεις, σχετικά με την χρονική διάρκεια των αδειών εκμετάλλευσης και των αντιστοίχων μισθώσεων λατομικών χώρων.

Επιπλέον, για την ορθή ερμηνεία του όρου της "φειδωλής εξόρυξης" θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν το γεγονός ότι  η οικονομική βιωσιμότητα της εκμετάλλευσης ενός ορυκτού πόρου  είναι δυναμική και εξαρτάται από πολλές παραμέτρους που σχετίζονται με τον χρόνο και σε πολλές περιπτώσεις δεν είναι δυνατή η πρόβλεψή τους παρά μόνο σε πολύ περιορισμένο χρονικό πλαίσιο.


Δεν έχει συνεπώς νόημα με την επίκληση της "διατήρησης αποταμιεύματος" να προτείνεται η επιβράδυνση της ανάπτυξης, όταν μάλιστα δεν γνωρίζουμε αν στο μέλλον η ανάπτυξη αυτή θα είναι οικονομικά βιώσιμη, επιτρεπτή ή έστω επιθυμητή. Η έννοια της διαφύλαξης επαρκών αποθεμάτων για τις επόμενες γενιές δεν προϋποθέτει περιορισμό της έντασης της εξορυκτικής δραστηριότητας, εφόσον άλλωστε δεν προτείνεται καμία μεθοδολογία ούτε προκρίνεται κάποια προτεραιότητα από το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο. Προϋποθέτει εναρμόνιση και ορθολογική διαχείριση των αποθεμάτων στο πλαίσιο των αρχών της επιστήμης και της τεχνικής ώστε να μην επηρεάζονται αρνητικά οι φυσικοί αποδέκτες και το περιβάλλον γενικότερα. 

Τέλος, στα παραπάνω πρέπει να προστεθεί ότι η εξορυκτική δραστηριότητα έχει την ιδιαιτερότητα, σε αντίθεση με άλλες δραστηριότητες, να είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη θέση στην οποία η φύση έχει δημιουργήσει τα αντίστοιχα κοιτάσματα τα οποία θεωρούνται εκ του νόμου χωροθετημένα στη θέση εντοπισμού τους (άρθρο 12 παρ. 1 του ν.2837/2000). 

Η ως άνω ιδιαιτερότητα της de facto ή a priori χωροθέτησης των κοιτασμάτων εντάσσει την εξορυκτική δραστηριότητα στις προτεραιότητες σχεδιασμού χρήσεων γης, αφετέρου όμως, δυσχεραίνει την πρόσβαση στα κοιτάσματα ορυκτών κι επιπλέον δημιουργεί θέματα αυξημένου ανταγωνισμού για διάφορες χρήσεις γης, γεγονός που επίσης θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Στην ιδιαιτερότητα αυτή της «από πριν» χωροθέτησης δεν εμπίπτουν τα λατομεία αδρανών υλικών εφόσον εκμεταλλεύονται κοινά ασβεστολιθικά ορυκτά που απαντώνται σε όλη τη επικράτεια της Χώρας. Για το λόγο αυτό για την χωροθέτησή τους τίθενται περιορισμοί και κριτήρια χωροθέτησης.