-->

Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2013

Ποιά είναι η αξία του ορυκτού μας πλούτου;

[του Πέτρου Τζεφέρη] [by Tzeferis Petros]

Πολύς ο λόγος για τον ορυκτό μας πλούτο και την ενδεχόμενη συνδρομή του στην αποπληρωμή του ελληνικού χρέους. Και αναμενόμενη η προσπάθεια αποτίμησής του σε αριθμούς από όλους σχεδόν, εμπλεκόμενους και μη. Πολλοί μάλιστα προχωρούν σε ρηξικέλευθες προτάσεις προς τους κρατούντες: Εξορύξτε, πουλήστε, αποπληρώστε, τελειώσατε!

Ας επιτραπούν ορισμένα σχόλια με όσο πιο απλά λόγια γίνεται:

1ον. Η αξία του ορυκτού μας πλούτου ή έστω των Ορυκτών Πόρων (ΟΠ) του τόπου μας, δεν μπορεί να αποτιμηθεί με έναν αριθμό. Καταρχήν, δεν είναι όλα τα αποθέματα κοιτασμάτων ούτε «βέβαια», ούτε «οικονομικά βιώσιμα», ούτε εκμεταλλεύσιμα στον θεωρητικά μέγιστο δυνατό βαθμό. Πώς λχ. να υπολογίσεις την μεταλλευτική αξία σε αποθέματα που δεν έχει εκτιμηθεί ακόμη το κοιτασματολογικό δυναμικό τους όπως πχ. εκείνα του κοιτάσματα πετρελαίου-φυσικού αερίου για τα οποία δεν υφίστανται ακόμη ερευνητικές γεωτρήσεις ή υπάρχουν μόνο γεωφυσικές έρευνες ή μόνο γεωλογικά δεδομένα; Αλλά και στην περίπτωση που υπάρχουν βεβαιωμένα εκμεταλλεύσιμα αποθέματα, όπως πχ. βωξίτη, λατερίτη κλπ., εντούτοις η αξία τους διαφοροποιείται σημαντικά ανάλογα με την δυνατότητα και το βαθμό αξιοποίησής τους, τα χαρακτηριστικά της μεταλλοφορίας, την διατιθέμενη μεταλλευτική και μεταλλουργική τεχνολογία, τις απώλειες ανάκτησης του χρήσιμου υλικού κατά την επεξεργασία (εμπλουτισμό, μεταλλουργία), τις τιμές των τελικών προϊόντων στη διεθνή αγορά κλπ., παράγοντες από τους οποίους εξαρτάται η λεγόμενη «οικονομική βιωσιμότητα» του κοιτάσματος. Για παράδειγμα, διαφορετική είναι η αξία ενός κοιτάσματος βωξίτη κοντά στην επιφάνεια από ένα «βαθύ» κοίτασμα κι ακόμη διαφορετικά υπολογίζεται η αξία του βωξίτη που οδηγείται στην καθετοποιημένη παραγωγή αλουμινίου και τελείως διαφορετικά αν χρησιμοποιηθεί ως λειαντικό ή συστατικό του τσιμέντου. Μολαταύτα, οι διάφοροι «εκτιμητές» έχουν προεξοφλήσει σε κάθε περίπτωση ότι θα πάρουμε τελικά προϊόντα με την μέγιστη δυνατή προστιθέμενη αξία.

2ον. Ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι βρίσκεται με κάποιο τρόπο ο αριθμός αυτός που αποτιμά την αξία του ορυκτού μας δυναμικού, ουσιαστικά αυτός δεν θα έχει καμία πρακτική αξία στο μέλλον (το άμεσο!) ακριβώς διότι τα οικονομικώς βιώσιμα -υπό τις επικρατούσες τεχνοοικονομικές και γεωπολιτικές συνθήκες- ορυκτά δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα είναι πρακτικά εκμεταλλεύσιμα και στο μέλλον ή ότι θα συνεχίσουν να έχουν ζήτηση στην διεθνή αγορά ή ότι η (χρηματιστηριακή) τιμή τους θα συνεχίσει να είναι υψηλή. Η εκτίμηση της αξίας των αποθεμάτων ΟΠ είναι μια δυναμική διαδικασία, καθώς επηρεάζεται συνεχώς από τον εντοπισμό νέων αποθεμάτων, την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών που καθιστούν εκμεταλλεύσιμα ολοένα και φτωχότερα κοιτάσματα ή απαξιώνουν άλλα κλπ. Όπως έχει αποδειχθεί στην πράξη υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να μην υφίσταται μελλοντικά η σημερινή ευνοϊκή συγκυρία για την αξιοποίηση των κοιτασμάτων. Υπάρχουν περιπτώσεις απαξίωσης (έως και απόλυτης) της αξίας ενός ορυκτού για διάφορους λόγους. Για παράδειγμα, ο αμίαντος, το ουράνιο και τα ραδιενεργά ορυκτά (καρκινογόνα, λόγοι υγείας), τα ενεργειακά ορυκτά (συμβολή στις κλιματικές αλλαγές), τα πορφυρικά κοιτάσματα χρυσού-χαλκού στον τόπο μας (αντιδράσεις τοπικών κοινωνιών) κλπ.

3ον και σπουδαιότερο. Ο Ορυκτός Πλούτος δεν είναι σεντούκι με χρυσά νομίσματα, ώστε να μπορεί κανείς να τα πάρει ανέξοδα και να προσποριστεί μόνο οφέλη από αυτά. Είναι λανθασμένο και τουλάχιστον κακοπροαίρετο να ισχυρίζεται κανείς ότι η αξία των ΟΠ μπορεί στο σύνολό της να πάει στις «τσέπες» είτε του δημοσίου είτε κάποιων μεταλλευτικών επιχειρήσεων. Η αλήθεια είναι ότι η εξόρυξη των κοιτασμάτων στο σύνολό τους απαιτεί χρόνο, χρήμα, εργασία, τεχνογνωσία και επιχειρηματικό ρίσκο. Απαιτεί σημαντική γεωτρητική ή γεωχημική έρευνα, προσπελαστικά και προπαρασκευαστικά έργα, κατεργασίες μεγάλου κόστους και υψηλού ρίσκου, αγορά τεχνογνωσίας, καύσιμα, ενέργεια, μισθώματα, τέλη, φόρους, δάνεια, κινητό και ακίνητο εξοπλισμό εκμετάλλευσης, μισθούς εργαζομένων, έξοδα διοίκησης των επιχειρήσεων κλπ. Κι ακόμη έξοδα που αφορούν την αποκατάσταση περιβάλλοντος και την φάση του κλεισίματος αλλά και τα αντισταθμιστικά οφέλη προς τις τοπικές κοινωνίες, για να προλαμβάνουμε μη αναστρέψιμες βλάβες στο περιβάλλον αλλά και την κοινωνική συνοχή.

Ολα αυτά τα έξοδα θα πρέπει να αφαιρεθούν από τη εκτιμώμενη αξία των ΟΠ και στο τέλος παραμένει το (σημαντικά κυμαινόμενο) κέρδος της μεταλλευτικής επιχείρησης, το άμεσο όφελος της πολιτείας από μισθώματα και τέλη και το έμμεσο γενικότερο δημόσιο συμφέρον (απασχόληση, αντισταθμιστικά οφέλη, περιφερειακή ανάπτυξη κλπ).

Κι εκεί βρίσκεται -αν θέλετε- ο κρυμμένος θησαυρός για τον ορυκτό πλούτο, η μόνη ρεαλιστική προσδοκία: να μπορέσουμε με στοχευμένα μέτρα να επιμερίσουμε έτσι τα ποσοστά ώστε το δημόσιο συμφέρον να κατέχει την μερίδα του λέοντος. Ποιος νοιάζεται αλλά και ποιός μπορεί;

[αναδημοσίευση από το protagon]