-->

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Εξορυκτικές επιχειρήσεις και πολιτικές Υ&Α της εργασίας


[του Πέτρου Τζεφέρη] [by Tzeferis Petros]

Στην Ελλάδα, σε αντίθεση με τον ορισμό για τις ΜΜΕ από την Ε. Επιτροπή, Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις (ΜΜΕ) αναφορικά με τα θέματα ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων, ουσιαστικά θεωρούνται οι επιχειρήσεις με αριθμό εργαζομένων μικρότερο των 50, οι οποίες και καλύπτουν το μεγαλύτερο ποσοστό του συνόλου των επιχειρήσεων (>50%). Αντίθετα, οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις δεν θεωρούνται ΜΜΕ, ειδικότερα αυτές που απασχολούν 100 ή 200 άτομα, δεν θεωρούνται καν επιχειρήσεις μεσαίου μεγέθους. Οι εταιρείες αυτές θεωρούνται μεγάλες, με πλήρες στελεχικό δυναμικό και δυναμικό επίβλεψης εργασιών, με πλήρη οργάνωση υγιεινής και ασφάλειας (υπηρεσίες ασφάλειας), ενώ διαθέτουν οργανωμένες υπηρεσίες εκπαίδευσης.

Επίσης στους τομείς εξόρυξης αδρανών υλικών, μαρμάρων και διακοσμητικών πετρωμάτων δραστηριοποιούνται πολλές επιχειρήσεις με προσωπικό μέχρι 20 άτομα, οι οποίες για λόγους συνεννόησης θα αναφέρονται ως Μικρές Επιχειρήσεις (ΜΕ). Τέλος υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός από πολύ μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις με λιγότερο προσωπικό και από 10 άτομα, οι Πολύ Μικρές Επιχειρήσεις (ΠΜΕ). Μια χοντρική ανάλυση των στοιχείων που διατηρεί το ΥΠΕΚΑ για τη σύνθεση του προσωπικού των εξορυκτικών επιχειρήσεων ( δηλ. τους μεταλλευτικούς και λατομικούς χώρους εργασίας καθώς και το μεταλλουργικό συγκρότημα της ΛΑΡΚΟ ΓΜΜΑΕ, η οποία εντάσσεται κλαδικά στον ίδιο τομέα εφόσον βρίσκεται εντός μεταλλευτικής παραχώρησης του δημοσίου) δίνεται στον παρακάτω πίνακα:
           







Κάθε είδος εταιρείας έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά και η πολιτική υγείας και ασφάλειας στην καθεμιά προσαρμόζεται στη συγκεκριμένη κατάστασή της. Οι μεταλλευτικές επιχειρήσεις (που εκμεταλλεύονται μεταλλευτικά ορυκτά) και το μεγαλύτερο μέρος των επιχειρήσεων που εκμεταλλεύονται βιομηχανικά ορυκτά, έχουν προσαρμοστεί σχετικά καλά με τα οριζόμενα στην Οδηγία 92/104/ΕΟΚ και γενικότερα στα θέματα ασφαλείας και υγείας. Πρόκειται για το σύνολο των Επιχειρήσεων με προσωπικό πάνω από 50 άτομα και ένα μέρος των ΜΜΕ με προσωπικό επίσης περισσότερο των 20 ατόμων. Στις εταιρείες αυτές, υπάρχει κουλτούρα ασφάλειας, έμπειρο και εκπαιδευμένο προσωπικό και μηχανισμοί ένταξης νέου άπειρου δυναμικού στην εργασία. Είναι διαπιστωμένο ότι οι συγκεκριμένες εταιρείες ενσωματώνουν στις υποχρεώσεις τους και στην καθημερινή πρακτική τους ό,τι νέο υπεισέρχεται από πλευράς κανονισμών, ενώ διαθέτουν ίδιους μηχανισμούς αξιολόγησης της πορείας των αποτελεσμάτων τους αναφορικά με την Υ&Α.

Δεν μπορούμε να ισχυριστούμε το ίδιο για τις λατομικές επιχειρήσεις κυρίως του κλάδου των μαρμάρων, διακοσμητικών πετρωμάτων και των αδρανών υλικών, που στο μεγαλύτερο ποσοστό τους είναι μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις με απασχολούμενο προσωπικό 3 – 20 άτομα, οι οποίες εκτός των άλλων έχουν μικρές έως ελάχιστες δυνατότητες χρηματοδότησης κι εκσυγχρονισμού. Στις ΜΜΕ, που έχουν από 20 άτομα και κάτω, εμφανίζονται πολύ μεγάλα προβλήματα αφομοίωσης και εφαρμογής της νομοθεσίας Υ&Α, ανυπαρξία οργανωσιακής κουλτούρας Υ&Α, ανυπαρξία δομών εκπαίδευσης προσωπικού σε Υ&Α, περιορισμένες δυνατότητες αφομοίωσης και εφαρμογής νέων τεχνολογιών και μεθοδολογιών, νέων εξελιγμένων υλικών, όπως και περιορισμένης εμβέλειας επίβλεψη εργασιών.

Όπως και σε άλλους αναπτυξιακούς τομείς, φαίνεται ότι υπάρχει σαφής διαχωρισμός μεταξύ των τύπων των εταιρειών: οι μεγαλύτερες εταιρείες, εμφανίζουν σχετικά καλές επιδόσεις, ενώ οι ΜΜΕ, ιδιαίτερα οι Μικρές και Πολύ Μικρές Επιχειρήσεις στον τομέα της εξόρυξης διακοσμητικών πετρωμάτων από λατομεία, δεν φαίνονται ικανές για τη θέσπιση αποτελεσματικής πολιτικής για την υγεία και την ασφάλεια. Ολες ανεξαιρέτως οι εταιρείες πρέπει σαφώς να δώσουν μεγαλύτερη προτεραιότητα στην υγεία και την ασφάλεια. Αλλωστε, ανεξάρτητα από τους κοινωνικούς προβληματισμούς, υπάρχουν σημαντικοί οικονομικοί λόγοι για τους οποίους οι εταιρείες και ειδικότερα οι ΜΜΕ θα πρέπει να θεσπίσουν μια πολιτική για την πρόληψη των ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών, η οποία θα έχει βασικό στόχο να πείσει τους εργαζομένους τους για τη σημασία των μέτρων Υ&Α.

Μια ορθή πολιτική πρόληψης θα επιφέρει σαφή οικονομικά οφέλη: οι εταιρείες πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι είναι ανάγκη να εξετάζουν όχι μόνο τις δαπάνες των προληπτικών μέτρων αλλά και τις έμμεσες δαπάνες που προκύπτουν από τα εργατικά ατυχήματα και τις επαγγελματικές ασθένειες δηλ. εκείνες που σχετίζονται με την αντικατάσταση ενός εργαζόμενου, την απώλεια ημερών ή και μηνών παραγωγικής εργασίας και τη ζημιά που προκαλείται από μια αρνητική δημόσια εικόνα, και οι οποίες σε τελική ανάλυση είναι κατά κανόνα πολύ υψηλότερες.