-->

Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2012

Σύνδεσμος Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων: Να μη μείνει στα χαρτιά η εθνική μεταλλευτική πολιτική (II)

Αναφερόμενος στα βασικά προβλήματα – αντικίνητρα που αναστέλλουν την ευρύτερη αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου της χώρας ο κ. Φαίδρος αφού υπογράμμισε ότι μπορεί να εξαγγέλθηκαν οι βασικοί άξονες μιας Εθνικής πολιτικής για την Αξιοποίηση του Ορυκτού Πλούτου της Χώρας, όμως θα πρέπει άμεσα  να περάσουμε σε εξειδικευτικές πρακτικές και ανάλογες κανονιστικές ρυθμίσεις. 

Για παράδειγμα, επειδή βγαίνει ένας, σε γενικές γραμμές θετικός νόμος όπως ο 4014/2012 περί περιβαλλοντικής αδειοδότησης έργων που όμως χωρίς τις ανάλογες εξειδικευτικές Υ.Α. μένει «γράμμα καλών προθέσεων»,  δεν σημαίνει ότι διαφοροποιήθηκαν ή μειώθηκαν τα βασικά προβλήματα του κλάδου. 

Η γραφειοκρατία συνεχίζει να υπάρχει, η διασύνδεση μεταξύ Υπουργείων ή υπηρεσιών περιορισμένη, ακόμη και στα πλαίσια ενός Υπουργείου, παράγεται νομοθετικό έργο που αντιτίθεται σε ήδη υπάρχουσες διατάξεις καθιστώντας θολό το ήδη δύσκολο τοπίο, υπηρεσίες που αγνοούν πολιτικές ή αναπτυξιακές κατευθύνσεις και αντιστρατεύονται το έργο του ιδίου του Υπουργείου, υπηρεσίες που έχουν επιφορτιστεί με το έργο της αδειοδότησης των έργων και είναι υποστελεχωμένες, υπηρεσίες περιφέρειας ανενημέρωτες για τις κανονιστικές εξελίξεις, τις κεντρικές πολιτικές και όλα τα συναφή, με προσωπικό άσχημα κατανεμημένο ή εν πολλοίς άσχετο με το αντικείμενο που καλούνται να ανταπεξέλθουν (π.χ. αδειοδότηση εξορυκτικών έργων), ελεγκτικές υπηρεσίες και μηχανισμοί ελέγχου τήρησης μέτρων προστασίας και περιβαλλοντικών όρων ανεπαρκείς, με πεπαλαιωμένες απόψεις για την παρακολούθηση των έργων και των υποχρεώσεων των φορέων εκμετάλλευσης, όλα αυτά και όχι μόνο, είναι η σύνθετη καθημερινότητα που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις του κλάδου. 

Πέραν τούτου το γεγονός ότι παράγεται συνέχεια περιβαλλοντική νομοθεσία η οποία τις περισσότερες φορές είναι αντιφατική σε σχέση με την εξορυκτική δραστηριότητα ή περιορίζει ή δυσκολεύει συντριπτικά τις δυνατότητες ανάπτυξης και λειτουργίας της, μέσα σε ένα πλαίσιο ανύπαρκτης εξειδίκευσης χωροταξικού σχεδιασμού, καθιστά ακόμη δυσκολότερη την ανάπτυξη του κλάδου. 

Είναι ενδεικτικό ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο (NATURA, νόμοι περί βιοποικιλότητας, νόμος προστασίας της ορνιθοπανίδας, ΖΕΠ, ΠΔ προστασίας διαφόρων ορεινών όγκων, δασικοί νόμοι και δασικές διατάξεις, διατάξεις αιγιαλού και παραλίας κλπ) έχουν θέσει κάτω από καθεστώς απόλυτης η μερικής προστασίας πλέον του 50% της χώρας. Εάν σε αυτό προσθέσουμε την ανάπτυξη σε νέες περιοχές οικιστικών σχεδίων ή την κατοχύρωση γης σε άλλες ποικίλες χρήσεις (μη εξορυκτικές) μέσω ΣΧΟΟΑΠ ή υπάρχοντος πολεοδομικού ή χωροταξικού σχεδιασμού, τότε αναρωτηθείτε τι μένει για την απρόσκοπτη λειτουργία και ανάπτυξη της εξορυκτικής δραστηριότητας. 

Μεγάλο πρόβλημα για τον κλάδο αποτελούν οι έντονες αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών και ΜΚΟ οι οποίες λόγω ελλιπούς ενημέρωσης, λανθασμένων αναπτυξιακών προτύπων (τα θολά λεγόμενα και λεχθέντα περί πράσινης ανάπτυξης ή περί σχεδίων ήπιας ανάπτυξης οικοτουριστικής κατεύθυνσης, το όνειρο πολλών αρχόντων της τοπικής αυτοδιοίκησης, που δυστυχώς δεν έχουν φέρει στη χώρα ούτε ένα ευρώ έσοδα), λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης στον ιδιωτικό τομέα και τους ελεγκτικούς μηχανισμούς της Πολιτείας, αντιδρούν με ένταση σε κάθε νέα εξορυκτική δραστηριότητα, έρευνα ή αναπτυξιακό έργο. Γι΄ αυτό το μεγάλο θέμα, στο να αποκτήσει δηλαδή η εξορυκτική δραστηριότητα «κοινωνική άδεια» και «κοινωνική αποδοχή» πρέπει να γίνουν συντονισμένες προσπάθειες, όχι μόνο από τους φορείς εκμετάλλευσης των ορυκτών πόρων αλλά και από την Πολιτεία.

Σύνδεσμος Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων: Να μη μείνει στα χαρτιά η εθνική μεταλλευτική πολιτική (I)