-->

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

∆ιαδικασίες ελέγχου τήρησης περιβαλλοντικής νομοθεσίας σε εξορυκτικές δραστηριότητες

Mining Environmental Controls

Η συμμόρφωση με την περιβαλλοντική νομοθεσία αποτελεί κυρίαρχο σημείο του επενδυτικού προγραμματισμού και δέσμευση την οποία οι κοινωνικά υπεύθυνες επιχειρήσεις αναλαμβάνουν και τηρούν. Εντούτοις, η πολυπλοκότητα και ασάφεια της νομοθεσίας, η επικάλυψη αρμοδιοτήτων μεταξύ των φορέων και τα ελλείμματα στελέχωσης ή και γνώσης των υπηρεσιών, περιγράφουν μια υφιστάμενη κατάσταση που δεν εγγυάται την προστασία του Περιβάλλοντος ενώ παρεμποδίζει την αναπτυξιακή δυναμική του εξορυκτικού  κλάδου. Το υφιστάμενο πλαίσιο επιδρά ανασταλτικά στην αποτελεσματικότητα του κρατικού ελεγκτικού μηχανισμού, δυσχεραίνοντας την συνεπή και συντονισμένη εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας ενώ ταυτόχρονα καλλιεργεί και για τις επιχειρήσεις την αίσθηση «ανασφάλειας δικαίου».

Βασικά προβλήματα

1. Ελλιπής Στελέχωση και Αποτελεσματικότητα των Μηχανισμών Ελέγχου: η ελλιπής στελέχωση των αρμόδιων ελεγκτικών οργάνων και υπηρεσιών και η έλλειψη συνεργασίας και συντονισμού μεταξύ τους κατά τη διενέργεια των ελέγχων δεν εγγυάται την αποτελεσματικότητα του ελέγχου, εγκαθιδρύει για τις επιχειρήσεις ένα ιδιόμορφο καθεστώς συνεχούς επιτήρησης χωρίς να διασφαλίζει τη συμμόρφωση και κυριότερα δεν μπορεί να εγγυηθεί ενιαίο και διευρυμένο έλεγχο για το σύνολο των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον κλάδο, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται προϋποθέσεις διαιώνισης της παραβατικότητας, νόθευσης του ανταγωνισμού και άνισης μεταχείρισης έναντι των επιχειρήσεων που συμμορφώνονται με τους περιβαλλοντικούς όρους.

2. Πολυπλοκότητα Νομικού Πλαισίου και «Ανασφάλεια ∆ικαίου» : Το υφιστάμενο  πλαίσιο κρίνεται πολύπλοκο και εκτενές, ενώ παρατηρούνται συνεχείς τροποποιήσεις των σχετικών νομοθετημάτων και οδηγιών και ταυτόχρονα υστέρηση και αργή εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με την αντίστοιχη ευρωπαϊκή. Αυτό δυσχεραίνει τη συμμόρφωση των επιχειρήσεων με το θεσμικό πλαίσιο, το οποίο μεταβάλλεται διαρκώς, ενώ δημιουργούνται και σημαντικά ζητήματα ερμηνείας των κανονισμών και έλλειψης τυποποίησης των απαιτούμενων στοιχείων που δημιουργεί περιοχές τριβής των εμπλεκομένων κατά την ελεγκτική διαδικασία, πεδία παραβατικότητας και ευρύτερη ανασφάλεια δικαίου.

3. Αδυναμίες Θεσμικού Πλαισίου, Πλήθος Εμπλεκομένων, Επικάλυψη Αρμοδιοτήτων και Έλλειψη Συστηματικής Κεντρικής Υποστήριξης των Επιχειρήσεων: Ολα αυτά έχουν ως άμεσο αποτέλεσμα την αυξημένη διοικητική επιβάρυνση προς τις επιχειρήσεις, οι οποίες καλούνται να αντιμετωπίσουν συχνότερες και διαφορετικής προσέγγισης αδειοδοτικές και ελεγκτικές διαδικασίες.

4. Αυξημένες Απαιτήσεις ∆ιαδικασιών Ενστάσεων και Ασαφείς Όροι Επιβολής Ποινών και Προστίμων: Επιβαρύνσεις και προβλήματα προκύπτουν για τις επιχειρήσεις κατά τη διαδικασία επιβολής προστίμων και την ακόλουθη διαδικασία ενστάσεων και εφέσεων. Οι επιχειρήσεις είναι υποχρεωμένες σε πολλές περιπτώσεις να προσφεύγουν σε εξειδικευμένες υπηρεσίες εξωτερικών συνεργατών προκειμένου αντιμετωπίσουν το πολύπλοκο νομοθετικό πλαίσιο και να ανταπεξέλθουν στο περιεχόμενο των εκθέσεων επιθεώρησης. Αυτό καθίσταται επιτακτικό ιδιαίτερα στην περίπτωση διαδικασιών ενστάσεων στα διοικητικά δικαστήρια. Επισημαίνεται, ότι η πλειονότητα των επιχειρήσεων του κλάδου, απασχολεί ειδικά τμήματα εξειδικευμένου προσωπικού με σκοπό την
αποτελεσματική διαχείριση των εν λόγω διαδικασιών.

Βασικά συμπεράσματα

1. Ανάπτυξη ενός ορθολογικού συστήματος ελέγχου τήρησης της περιβαλλοντικής νομοθεσίας στη βάση ενός απλοποιημένου και αποτελεσματικού πλαισίου περιβαλλοντικής αδειοδότησης. Αυτό κατ’  ελάχιστον προϋποθέτει:

1.1 Χάραξη Εθνικής Μεταλλευτικής και Εξορυκτικής πολιτικής στη βάση ενός βιώσιμου Εθνικού Γενικού Χωροταξικού και Ειδικών Χωροταξικών Σχεδίων, ως προϋπόθεση αναπτυξιακής προοπτικής για τη λειτουργίατου κλάδου και την προσέλκυση επενδύσεων.

1.2 Σύσταση κεντρικού φορέα υπηρεσιών μιας στάσης (one-stop-shop) για τη διαδικασία έγκρισης περιβαλλοντικής αδειοδότησης, που θα καθοδηγεί τις περιφερειακές υπηρεσίες, θα εγγυάται την τήρηση των προβλεπόμενων από το νόμο χρονοδιαγραμμάτων (άπρακτη προθεσμία) και θα αξιοποιεί τις υπηρεσίες διαπιστευμένων αξιολογητών.

1.3 Άρση των συναρμοδιοτήτων μέσα από την διασφάλιση του κεντρικού συντονιστικού ρόλου του ΥΠΕΚΑ τόσο κατά την έγκριση όσο και κατά τον έλεγχο τήρησης της περιβαλλοντικής νομοθεσίας (περιβαλλοντικών όρων).

2. Καθιέρωση κοινής μεθοδολογίας τακτικών ελέγχων στη βάση αντικειμενικής μεθόδου επιλογής των επιχειρήσεων που θα υπόκεινται σε έλεγχο και της συχνότητας των ελέγχων. Αυτό κατ’ ελάχιστον προϋποθέτει:

2.1 Ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών, αναβάθμιση του ρόλου των ελεγκτών και εντατικοποίηση των ελέγχων από εξειδικευμένα μικτά κλιμάκια.

2.2 Ανάδειξη του συμβουλευτικού και υποστηρικτικού ρόλου των ελεγκτών και επιθεωρητών.

2.3 Ανάπτυξη συστήματος επιβράβευσης των συνεπών επιχειρήσεων και ρητός προσδιορισμός του αποτρεπτικού έναντι του κατασταλτικού χαρακτήρα των προστίμων.

3. Υλοποίηση δράσεων ενίσχυσης της συμμόρφωσης των επιχειρήσεων με την περιβαλλοντική νομοθεσία και διασφάλιση της πληρότητας των μελετών περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

4. Προώθηση δράσεων και δομών υποστήριξης και συνεργασίας μεταξύ επιχειρήσεων και της τοπικής κοινωνίας .

5. Τέλος προτείνεται μια  «Νέα Προσέγγιση για τη δημιουργία ευνοϊκού επιχειρηματικού περιβάλλοντος» που στηρίζεται στη σύμπραξη των δημιουργικών δυνάμεων της οικονομίας και του δημόσιου τομέα και στη δημιουργία ενός μόνιμου βήματος διαλόγου για την προώθηση των προτεινόμενων αλλαγών.