-->

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2011

Το τέλος του δικαστικού ακτιβισμού (II);

ε. Κατά τη στάθμιση των διακυβευόμενων συμφερόντων τα κρατικά όργανα «πρέπει να λαμβάνουν προεχόντως υπόψη την τυχόν ύπαρξη ιδιαιτέρου κινδύνου για το φυσικό περιβάλλον από την κατασκευή και τη λειτουργία συγκεκριμένου έργου ή την ανάπτυξη συγκεκριμένης δραστηριότητας και να μην παρέχουν τη σχετική έγκριση, αν διαπιστώσουν αιτιολογημένα ότι ο κίνδυνος αυτός, στον οποίο περιλαμβάνεται και ο επαπειλούμενος από ενδεχόμενη πλημμελή λειτουργία του έργου, υπερακοντίζει προδήλως τα προσδοκώμενα οφέλη από τη λειτουργία του». Η ανωτέρω κρίση συνιστά ουσιαστικά απόρροια μιας συνδυασμένης εφαρμογής των αρχών της προφύλαξης και της αναλογικότητας. Συγκεκριμένα, ο κίνδυνος που εγκυμονείται από τη λειτουργία του έργου για το περιβάλλον συνιστά, κατ’ επιταγήν της αρχής της προφύλαξης, καθοριστικό παράγοντα για την έκβαση των σχετικών σταθμίσεων. Ο κίνδυνος αυτός οδηγεί σε μη έγκριση του έργου, αν «υπερακοντίζει προδήλως τα προσδοκώμενα οφέλη». Πρόκειται για μια στάθμιση κόστους (ή ορθότερα εν δυνάμει κόστους) και οφέλους, η οποία είναι σύμφυτη με την αρχή της αναλογικότητας.

Στο σημείο αυτό της στάθμισης εισέρχονται τρεις τουλάχιστον «εξωτερικοί» (του δικαίου) παράγοντες: 

ι. Οι τεχνικές κρίσεις, που ανήκουν εν πρώτοις στη Διοίκηση και προσδιορίσουν τον κίνδυνο που υφίσταται για το περιβάλλον αφενός από την κανονική και αφετέρου από την πλημμελή λειτουργία του έργου.

ιι. Η κρίση για τα προσδοκώμενα οφέλη από το έργο (ιδίως σε σχέση με συνταγματικά προβλεπόμενους κρατικούς στόχους), και

ιιι. Η κρίση για το αν και κατά πόσο το κόστος (ο περιβαλλοντικός κίνδυνος) υπερβαίνει τα οφέλη. Πρόκειται ασφαλώς για κρίση, η οποία θεμελιώνεται στα δεδομένα της κοινής πείρας που χρησιμοποιεί ως κριτήρια ελέγχου ο δικαστής.

Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί ότι ο όρος «υπερακοντίζει προδήλως», τον οποίο χρησιμοποιεί εν προκειμένω το Δικαστήριο ως δείγμα θεσμικής συστολής και αυτοπεριορισμού του -αλλά και οριοθέτησης του ακυρωτικού ελέγχου-, ίσως να είναι πλεοναστικός ή και υπερβολικός, αφού τόσο οι αρχές της προφύλαξης και της αειφορίας όσο και της βιώσιμης ανάπτυξης φαίνεται να αρκούνται σε μια «υπαρκτή» και «σοβαρή» διακινδύνευση του περιβάλλοντος, η οποία, συγκρινόμενη με τα οφέλη του έργου, να επιβάλλει με βάση τα δεδομένα της κοινής πείρας τη μη έγκριση του έργου.

Ο ακυρωτικός έλεγχος συνταγματικότητας από το αρμόδιο Δικαστήριο Συμβούλιο της Επικρατείας με βάση την αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης είναι οριακός. Σύμφωνα με την απόφασή του 2170/2006 (Έργο Χρυσού Σαπών Ροδόπης) «η ευθεία αξιολόγηση εκ μέρους του δικαστή των συνεπειών ορισμένου έργου ή δραστηριότητας και η κρίση αν η πραγματοποίησή του αντίκειται στην αρχή της βιώσιμης αναπτύξεως εξέρχονται των ορίων του ακυρωτικού ελέγχου».

Πρόκειται ασφαλώς για προσήλωση στα τεχνικά χαρακτηριστικά του ακυρωτικού ελέγχου, αλλά και για «δικαστικό αυτοπεριορισμό» και υποταγή στην αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, την οποία είχε επαναλάβει το Δικαστήριο στις δύο αποφάσεις- σταθμούς της περιβαλλοντικής νομολογίας του [Σ.τ.Ε. Ολομ. 613/2002 (TVX HELLAS) και 3478/2000 (Αχελώος)], χωρίς πάντως να την ακολουθεί πάντοτε με συνέπεια. Η «δήλωση προθέσεων» δεν σημαίνει άλλωστε, όπως αποδείχθηκε, «το τέλος του δικαστικού ακτιβισμού», το οποίο έσπευσε να υποστηριχθεί από ορισμένους μετά την Σ.τ.Ε. Ολομ. 3478/2000.

[ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ,  Δρ. Ν. - Δικηγόρος]