-->

Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2011

Η Χώρα χρειάζεται την γεω-επιστημονική έρευνα και το ΙΓΜΕ

[του Ν. Αρβανιτίδη, http://nikolaosarvanitidis.eu]

Στο κείμενο του Μνημονίου το ΙΓΜΕ περιλαμβάνεται στους φορείς που καταργούνται. Μάλιστα σε ανακοίνωση που προηγήθηκε είχε προταθεί η μεταφορά των αρμοδιοτήτων του στο ΥΠΕΚΑ. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι χρειάζεται να γίνουν διαρθρωτικές αλλαγές στην δομή του Ινστιτούτου με στόχο την λειτουργική αναβάθμιση και τον εξορθολογισμό των δαπανών του. Αυτό μπορεί και πρέπει να γίνει άμεσα. Είναι όμως αδύνατο να μεταφέρεις τις ερευνητικές δραστηριότητες του ΙΓΜΕ σαν να πρόκειται για μία απλή υπόθεση ρυθμίσεων ή αλλαγών της δημόσιας διοίκησης.

Το ΙΓΜΕ λειτουργεί σαν επιστημονικός και τεχνικός σύμβουλος του κράτους μέσα από την διεξαγωγή ερευνητικών έργων σχετικά με  την βιώσιμη αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου.

Επίσης οι ερευνητικές δραστηριότητες του ΙΓΜΕ χρηματοδοτούνται τα τελευταία 15 χρόνια από ευρωπαϊκά ανταγωνιστικά προγράμματα, τα διαρθρωτικά ταμεία (π.χ. Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης) και συμβάσεις με φορείς του δημόσιου τομέα αλλά και ιδιωτικές επιχειρήσεις. Αυτή την περίοδο το Ινστιτούτο έχει διεθνείς συμβατικές υποχρεώσεις, προγραμματικές δεσμεύσεις και οικονομικές απολαβές από ευρωπαϊκά έργα ( π.χ. ProMine, Sarma κλπ), τα τα έργα 20 περίπου εκ. ευρώ, που εντάχθηκαν πρόσφατα και θα ξεκινήσουν σύντομα, στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ (ΕΠΑΕ & ΕΠΕΡ) και πολλά άλλα.

Επίσης, σε επίπεδο ευρωπαϊκών πολιτικών το ΙΓΜΕ έχει συμβάλλει αποφασιστικά:

Στην εφαρμογή της οδηγίας – πλαίσιο (2000) για τα νερά.
• Στη σύνδεση της οδηγίας ΝΑTURA (2000) με την λειτουργία της εξορυκτικής βιομηχανίας και άλλων μεταλλευτικών χρήσεων γης.
• Στην εξειδίκευση και εφαρμογή της οδηγίας για τα μεταλλευτικά απόβλητα (2006).
• Στη διαμόρφωση της Πρωτοβουλίας για τις Πρώτες Ύλες και στην εφαρμογή της στην ελληνική μεταλλευτική πραγματικότητα. Τ

• Στη δρομολόγηση προτάσεων, που συνδέονται με τις προγραμματικές δράσεις της νέας ευρωπαϊκής σύμπραξης για την καινοτομία στο πλαίσιο της Στρατηγικής «»Ευρώπη 2020».
• Στη συγκεκριμενοποίηση και διαλειτουργικότητα των γεωχωρικών δεδομένων στο πλαίσιο του INSPIRE.
• Στην ανάληψη ενεργειών στο πλαίσιο της πρόσφατης αναθέρμανσης της θεματικής στρατηγικής για τα εδάφη.



Είναι γνωστή η ευρωπαϊκή διάσταση και προοπτική της γεωλογίας σε σχέση με την Στρατηγική της Ευρώπης 2020 και την Ευρωπαϊκή Σύμπραξη για την Καινοτομία. Ενδεχόμενη απουσία του ΙΓΜΕ θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στην ορθολογική και βιώσιμη αξιοποίηση των φυσικών πόρων της χώρας.
Στα αντίστοιχα ινστιτούτα της Ευρώπης θεωρούν αδιανόητο και δεν πιστεύουν ότι ένα κράτος μέλος σαν την Ελλάδα σχεδιάζει το μέλλον του χωρίς την παρουσία γεωθεματικών εφαρμογών. Ακόμη και οι χώρες με ιστορικό στην παρέμβαση του ΔΝΤ, όπως η Βραζιλία, Αργεντινή, Τουρκία, Ουκρανία, Ρουμανία, και άλλες με οικονομικά προβλήματα, όπως η Ιρλανδία, Ισλανδία, Πορτογαλία δεν «άγγιξαν»καθόλου την λειτουργική παρουσία και εξέλιξη των Γεωλογικών τους Ινστιτούτων. Από την άλλη πλευρά ενώ επιδιώκουμε και αναζητούμε να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα μας στην βάση ευρωπαϊκών λύσεων, παίρνουμε αποφάσεις που μας απομακρύνουν και μας απομονώνουν από τον διάλογο και τις διαδικασίες που δρομολογούνται για τις νέες αναπτυξιακές επιλογές της Ευρώπης. Το ΙΓΜΕ βρίσκεται εδώ και 2-3 χρόνια στον πυρήνα των εξελίξεων αυτών με δημιουργικό τρόπο και πρωτοβουλίες που εντάσσουν τις ελληνικές προτεραιότητες στην προοπτική της ευρωπαϊκής διάστασης.

Το ΙΓΜΕ έχει και παρόν και μέλλον, και το κυριότερο εξακολουθεί να είναι χρήσιμο και απαραίτητο στον Έλληνα πολίτη και το κράτος, σε μια εποχή που και σε ευρωπαϊκό επίπεδο ενισχύεται σημαντικά ο θεσμικός και στρατηγικός ρόλος των Γεωλογικών Ινστιτούτων. Σκεφτείτε μόνο την τύχη που θα έχουν επιστημονικά και τεχνολογικά εργαλεία, καθώς και το γνωσιακό υπόβαθρο, αλλά και η συσσωρευμένη πρακτική εμπειρία και εργασιακή κατάρτιση που ανέπτυξε και διαθέτει το Ινστιτούτο (γεωλογικοί χάρτες, μελέτες, γεωτρητικά στοιχεία, βάσεις πρωτογενών δεδομένων και μετα-δεδομένων). 

Η προτεινόμενη μεταφορά του ΙΓΜΕ στην Διοικητική ιεραρχία του ΥΠΕΚΑ ισοδυναμεί ουσιαστικά με την μετατροπή και κατάργηση ενός επιστημονικού φορέα που παράγει ερευνητικό έργο σε ένα ακόμη κρίκο στην αλυσίδα της γραφειοκρατικής διαδικασίας.

Νομίζω ότι πρέπει να αποτραπεί αυτή την εξέλιξη, πάντα στην βάση μιας αξιοκρατικής επαναξιολόγησης των δεδομένων που υπάρχουν, με προοπτική και στόχο την αναπτυξιακή βιωσιμότητα της χώρας.