-->

Τρίτη, 1 Φεβρουαρίου 2011

Γενική Διεύθυνση Ορυκτού Πλούτου: One Stop Stop για την εξορυκτική δραστηριότητα


Εντούτοις,  η διαδικασία One Stop Shop μπορεί να εφαρμοστεί με επιτυχία στην περίπτωση της αδειοδότησης των εξορυκτικών δραστηριοτήτων, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τις ακόλουθες:

Α) Να οριστεί κομβική υπηρεσία και να δοθούν σε αυτήν αυξημένες αρμοδιότητες ώστε να ασκεί και τον έλεγχο ορίζοντας συγκεκριμένες χρονικές προθεσμίες στις υπόλοιπες γνωμοδοτούσες υπηρεσίες.

Β) Να δοθούν στην κομβική υπηρεσία οι δυνατότητες χρήσης ολοκληρωμένων ψηφιακών εργαλείων ελέγχου αλλά και ηλεκτρονικής διακυβέρνησης όλων των κατηγοριών (G2C, G2B καθώς και G2G): προς πολίτες, επιχειρήσεις αλλά και προς το σύνολο της δημόσιας διοίκησης.

Συγκεκριμένα, προτείνεται η χρήση ενός δυναμικού συστήματος καταγραφής όλων των εν δυνάμει Ορυκτών Πόρων (πρωτογενών και δευτερογενών) που έχουν ερευνηθεί καθώς και των ενεργών εξορυκτικών δραστηριοτήτων στο σύνολό τους σε ψηφιακές βάσεις δεδομένων και γεωγραφικό σύστημα πληροφοριών (GIS). Στο ως άνω πληροφοριακό σύστημα πρέπει να ενταχθούν τα δίκτυα των προστατευόμενων περιοχών («Natura 2000» κλπ), οι αρχαιολογικοί χώροι, τα ήδη εγκεκριμένα ειδικά ή κλαδικά χωροταξικά (πχ. Τουρισμού, ΑΠΕ, Βιομηχανίας, ΣΧΟΑΠ κλπ) και των τυχόν «χωρικών δεσμεύσεων» που εκπορεύονται από αυτά, κλπ. ώστε να είναι δυνατή η διαπίστωση απαγορευτικών λόγων και η ορθή λήψη απόφασης για την δυνατότητα χωροθέτησης της εξορυκτικής δραστηριότητας.

Το σύστημα αυτό θα διεκπεραιώνει τον καταρχήν έλεγχο συμβατότητας της εξορυκτικής δραστηριότητας σε κάθε περίπτωση νέου αιτήματος προς αδειοδότηση, δηλ. θα μπορεί αυτόματα να απαντήσει σε κάθε αίτημα της μορφής «επιτρέπεται να κάνουμε εξόρυξη εδώ;» με παράλληλη ανάδειξη τυχόν «εμπλοκής» με άλλες εναλλακτικές ή ανταγωνιστικές δραστηριότητες. Με τον τρόπο αυτό θα επιτευχθεί σωστός χωροταξικός σχεδιασμός, διαχείριση των περιβαλλοντικών θεμάτων με αίσθημα ευθύνης αλλά και διαφάνεια στις σχέσεις με τοπικές κοινότητες και φορείς.

Υπενθυμίζεται ότι το σύστημα αυτό έχει μερικώς δημιουργηθεί στην Γενική Διεύθυνση Ορυκτού(Φυσικού) Πλούτου του ΥΠΕΚΑ, δεν έχει όμως αξιοποιηθεί κατάλληλα ώστε να είναι σήμερα επικαιροποιημένο και να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αξιόπιστο εργαλείο διοίκησης.

Γ) Να γίνουν ορισμένες ακόμη ρυθμίσεις σε επιμέρους θέματα, με στόχο την απλούστευση των διαδικασιών και την βελτίωση του επενδυτικού κλίματος στον τομέα, ορισμένες των οποίων ενδεικτικά μόνο αναφέρονται στην παρούσα θέση: 1) H αδειοδότηση με βάση την βιωσιμότητα των κοιτασμάτων, που τεκμηριώνεται, μεταξύ άλλων, με την υπό προϋποθέσεις συνέχιση της εξόρυξης, μέχρι να ολοκληρωθεί κατά το δυνατόν η απόληψή τους και όχι το εάν έχουν ξεπερασθεί κάποια αυθαίρετα χρονικά όρια. Με τον τρόπο αυτό περιορίζεται το δυνατόν η «εγκατάλειψη» κοιτασμάτων και η διάνοιξη νέων εκσκαφών αμφισβητούμενης αναγκαιότητας αλλά και η συνακόλουθη περιβαλλοντική υποβάθμιση του τοπίου. Ειδικά για τα μεταλλεία θα πρέπει να προβλεφθεί η «άδεια εκμετάλλευσης μεταλλείων» ώστε να αρθούν ασάφειες νομικής και διοικητικής φύσεως ως προς το καθεστώς αδειοδότησης κι έναρξης λειτουργίας των μεταλλευτικών δραστηριοτήτων. 2) Σύντμηση του χρόνου της περιβαλλοντικής αδειοδότησης είτε με ενοποίηση των μελετών (τεχνικής και περιβαλλοντικής) είτε εφαρμόζοντας άλλο πρόσφορο τρόπο. Επίσης αποσαφήνιση του καθεστώτος λειτουργίας των εξορυκτικών δραστηριοτήτων σε προστατευόμενες περιοχές και ειδικότερα στις περιοχές του δικτύου «ΦΥΣΗ 2000». 3) Προώθηση και ολοκλήρωση του συστήματος «λατομικών περιοχών», διαδικασία που επισημαίνεται έχει αποκεντρωθεί για 25 και πλέον χρόνια (η αρμοδιότητα ανήκει στον Νομάρχη και σήμερα στον αιρετό Περιφερειάρχη) ώστε να καλύπτονται αποτελεσματικά οι πάγιες αλλά και οι έκτακτες ανάγκες της Χώρας σε αδρανή υλικά. 4) Αναδιοργάνωση της Περιφέρειας και Αποκεντρωμένης Διοίκησης μετά Καλλικράτη 5) Βελτίωση κι ενίσχυση των υπηρεσιών ελέγχου (Επιθεωρήσεων Μεταλλείων) αλλά και εφαρμογή στην πράξη του θεσμού της «επιχειρηματικής ευθύνης» και του «ο ρυπαίνων πληρώνει», διότι καμία αδειοδότηση, όσο σύντομη και τεκμηριωμένη κι αν είναι, δεν μπορεί να οδηγήσει στο προσδοκώμενο όταν υστερεί ο έλεγχος και η εποπτεία εκ μέρους της πολιτείας.

Στο ερώτημα, που θα πρέπει να βρίσκεται η κομβική υπηρεσία «στην κεντρική ή στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση;” η άποψή μου είναι ότι αν εξαιρέσουμε τα λατομεία των αδρανών υλικών, των οποίων η πρόνοια για την απρόσκοπτη κι επαρκή κάλυψη των αναγκών αλλά και του χωρικού σχεδιασμού τους, μπορεί να ανατεθεί στις περιφέρειες ώστε να συνεχίσουν να επιλαμβάνονται των επιμέρους θεμάτων που τις αφορούν, θεωρώ ότι τα ζητήματα του ορυκτού πλούτου, ο οποίος αποτελεί «δημόσια περιουσία», θα πρέπει να διαχειρίζονται κεντρικά.

Διαφορετικά, απεμπολούμε το δικαίωμα να ασκούμε κεντρική και αποτελεσματική πολιτική για τον Ορυκτό μας Πλούτο και υποβαθμίζουμε την εθνική και γεωπολιτική σημασία του. Η Πολιτεία λοιπόν δεν πρέπει να απεμπολήσει την αρμοδιότητα άσκησης κεντρικής πολιτικής στον εθνικής σημασίας μεταλλευτικό τομέα και να περιοριστεί σε καθαρά συμβουλευτικό ρόλο, ειδικά την κρίσιμη για τον κλάδο αυτή περίοδο. Και αυτό χωρίς να περιορίσει ή να έρθει σε αντιδιαστολή με την διαρκή προσπάθεια αναβάθμισης του ρόλου των τοπικών κοινωνιών, διαφώτισης και ευαισθητοποίησης της ελληνικής τοπικής κοινωνίας. Διαφορετικά και όσο οι υποδομές των περιφερειακών υπηρεσιών βρίσκονται στο σημερινό επίπεδο, τα δυσλειτουργικά φαινόμενα θα πολλαπλασιαστούν και το αποτέλεσμα θα είναι το αντίθετο του επιδιωκομένου.

Συμπερασματικά καταλήγουμε ότι το One stop shop δεν μπορεί να είναι άλλο από μια αναβαθμισμένη Γενική Διεύθυνση Ορυκτού Πλούτου, υπηρεσία η οποία συνεπικουρούμενη από τις Επιθεωρήσεις Μεταλλείων, μπορεί να υπάρξει αυτόνομα σε οποιοδήποτε αναπτυξιακό υπουργείο είτε στο ΥΠΕΚΑ και με συγκεκριμενοποίηση κι εφαρμογή των παραπάνω επιμέρους δράσεων να αποτελέσει πρότυπο εφαρμογής του συστήματος one stop shop στο δημόσιο τομέα.

ΤO ΠΛΑΙΣΙΟ Α∆ΕΙΟ∆ΟΤΗΣΗΣ ΤΩΝ ∆ΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΟΡΥΚΤΟΥ ΠΛΟΥΤΟΥ -ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΜΙΑΣ ΣΤΑΣΗΣ («One Stop Shop») ∆ρ . Πέτρου Τζεφέρη , Μάρτιος 2011